Τετάρτη 17 Οκτωβρίου 19:22      15°-26° Πάτρα
ΜΙΚΡΕΣ ΑΓΓΕΛΙΕΣ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ VIDEO

Ενημέρωση απο την Εφημερίδα «ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ»


Μάγνης


Σε γνωρίζω από την Κόγχη



"Ευτυχώς που δεν ζει η γιαγιά" μας έπιασε μονότερμα την Κυριακή ένας πατρινός. Με αυτές τις έξι λέξεις σαν εισαγωγή, μας στρίμωξε στη γωνία. Γωνία ή κόγχη. Αυτό ήταν το όνομα του χωριού. Λεγόταν Κόγχη, γιατί η θέση του ήταν γωνιακή. Κι όταν οι τούρκοι κατέλαβαν τη Μικρασία, μετέφρασαν το όνομα του χωριού στη δική τους γλώσσα. Μπουτζάκ. Οι ίωνες το είπαν Μπουτζάς. Κι έτσι το έλεγαν μέχρι που το εγκατέλειψαν το 1922 και δεν το ξαναείδαν ποτέ.
Ο Μπουτζάς ήταν όμορφος. Κατοικούσαν σαν αυτόν πολλές πλούσιες οικογένειες, σμυρνιώτικες στην ουσία. Ο Μπουτζάς ήταν προάστιο της Σμύρνης, σαν να λέμε τα Εγγλέζικα των Πατρινών.
Ανάμεσα στους μικρασιάτες που εγκατέλειψαν τον Μπουτζά και τη Σμύρνη ήταν και η γιαγιά του φίλου, με τον μετέπειτα σύζυγό της. Μαζί τους και οι μητέρες τους. Ο πατέρας της γιαγιάς έμεινε πίσω, κατά μία εκδοχή δεν πρόκανε να βρει θέση στις βάρκες, κατά άλλη δεν θέλησε να φύγει, θέλησε να υπερασπιστεί την περιουσία του, είχε γαίες και ήταν πολύ εύπορος, σαν τους πολίτες που βλέπουν φωτιά, αλλά δεν φεύγουν απ' το σπίτι.
Η γιαγιά φοιτούσε στην Αμερικάνικη σχολή, εκείνη τη σχολή που διοικούσε ο διευθυντής που τον έσπασαν στο ξύλο οι τσέτες, που ήθελαν να μπουκάρουν και να βιάσουν τις μαθήτριες, αλλά εκείνος τους εμπόδισε. Η γιαγιά του φίλου ήταν πίσω από την πόρτα την ώρα που ο διευθυντής έτρωγε το ξύλο.
Φεύγοντας, η Σμύρνη φλεγόταν. Ο Μπουτζάς γλύτωσε τη φωτιά, αλλά και τι μ' αυτό; Το σπίτι και τις γαίες δεν τα ξαναείδαν. Ο πατέρας βρέθηκε αργότερα από τον Ερυθρό Σταυρό, ένα ανθρώπινο ράκος με όσα πέρασε κατά τον συνωστισμό, μάλλον τον είχαν μετακινήσει σε στρατόπεδο, εκείνες τις φοβερές πορείες στο λιοπύρι που είχαν σκοπό τον θάνατο της πομπής ή την ψυχική τους εξόντωση. Ελεύθερος πλέον ο πατέρας της γιαγιάς έβαλε τέλος στη ζωή του. Η γιαγιά δεν μιλούσε γι' αυτό και γι'αυτόν, μιλούσε για όλα τα υπόλοιπα της Σμύρνης και του Μπουτζά, αλληλογραφούσε με τις αμερικανίδες φίλες μέχρι και τις μέρες που το μυαλό της δεν συνεργαζόταν. Λύγισε γράφοντας ένα τελευταίο γράμμα, η τελευταία λέξη έφυγε μαζί με τη μύτη του στυλό κι έγινε μια γραμμή, ακολουθώντας το σώμα της σε μια λιποθυμία.
Η γιαγιά του φίλου δεν είχε ιδέα από μπάλα, αλλά ο φίλος φρόντιζε της ανακοινώνει τις επιτυχίες του Πανιωνίου, της ομάδας του Χάιτα, του Δέδε, των Ιντζόγλου και του Σκρέκη . "Νίκησε ο Πανιώνιος, γιαγιά". "Και λοιπόν;" "Ο Πανιώνιος είναι ομάδα της Νέας Σμύρνης". "Α, τι καλά!"
Ευτυχώς, δεν ζει η γιαγιά, λέει ο φίλος. Φέτος έκλεισαν 35 χρόνια από τον θάνατό της. Θα της κακοφαινόταν τρομερά να μάθαινε πως κατακάηκε ο νέος Μπουτζάς, το χωριό που φτιάχτηκε στη μνήμη της χαμένης της πατρίδας, όπως η Νέα Σμύρνη και η Νέα Φιλαδέλφεια. Θα έφριττε μαθαίνοντας πως χάθηκε κοσμάκης μεσ' τις φλόγες και θα στοιχειωνόταν εντελώς, βλέποντας πλήθος με τον αστράγαλο μέσα στο νερό, να ατενίζει το χωριό και τις πλαγιές να φλέγονται και να αφανίζονται, όπως εκείνη, 16 χρονών κορίτσι, έβλεπε να χάνεται η Σμύρνη καθώς έφευγε η βάρκα της, προς την άλλη μεριά του Αιγαίου και την καινούργια της πατρίδα.
Θα της στοίχιζε πολύ ο εφιάλτης ότι έναν αιώνα μετά οι νέες, ελεύθερες πατρίδες καίγονται από μόνες τους, χωρίς να τις αγγίξουν τσέτες εισβολείς, αλλά τουλάχιστον θα την παρηγορούσε ότι βρέθηκαν πολίτες, εθελοντές, πυροσβέστες, και άλλοι πρόθυμοι να φάνε το ξύλο από τη φωτιά, για να σώσουν τους πολίτες, όπως είχε γίνει με εκείνον τον σπουδαίο διευθυντή της, τον οποίο μνημόνευε συνέχεια μέχρι που σταμάτησε να έχει μνήμη.
Πάλι καλά που δεν ζει η γιαγιά, είπε ο φίλος, να δει ότι επινοήσαμε κατά φαντασίαν τσέτες ως εμπρηστές για να κρύψουμε το πρόσωπό μας μέσα στη στάχτη, αναλαμβάνοντας κατά τα λοιπά τις πολιτικές ευθύνες μας. Κι εμείς αντιληφθήκαμε ότι με τον τρόπο του ήθελε να κάνει μια καταγγελία, αλλά μέσα από την ιστορία της γιαγιάς του, νιώθοντας στο βάθος μια ενοχή που έναν αιώνα τώρα σιγοψήνουμε αυτήν την πατρίδα με τις χρεοκοπίες, τους εμφυλίους, τις χούντες, τις νίλες, τις καταπατήσεις και τις συμφορές. Αλλά η γιαγιά δεν μπορεί να γυρίσει ούτε στον Μπουτζά ούτε στη ζωή, και μόνο μια διέξοδο έχουμε: Προς το μέλλον. Εκεί μας περιμένει η ελπίδα ότι μπορεί να δροσιστούμε, να γλιτώσουμε από τις φλόγες της κακοδαιμονίες μας, αφήνοντας πίσω μας τους τσέτες του κακού εαυτού μας. Δεν μπορεί. Κάπου θα βρούμε το δρομάκι.
ΘΑ ΤΑ ΞΑΝΑΠΟΥΜΕ στα μέσα του Αυγούστου.



Αποστολή με E-mail Εκτύπωση












Πελοπόννησος
 
 





Τελευταία [19:22:21]