ΜΙΚΡΕΣ ΑΓΓΕΛΙΕΣ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ VIDEO

Ενημέρωση απο την Εφημερίδα «ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ»


Γιώτα Κοντογεωργοπούλου: «Η πόλη αναζητά ταυτότητα»

Γιώτα Κοντογεωργοπούλου: «Η πόλη αναζητά ταυτότητα»



Ενα στοιχείο του χαρακτήρα της στάθηκε, για καιρό, ανασταλτικός παράγοντας για να κάνει αυτό που επιθυμούσε. Οταν αποφάσισε να το παραμερίσει, η επιθυμία της έγινε πραγματικότητα και δη με όνομα: «Η μυρωδιά του αχινού». Το πρώτο της μυθιστόρημα (εκδ. Ωκεανίδα), που σε γλυκαίνει από τις πρώτες του σελίδες, και ταξιδεύοντας μαζί του μεταξύ παρόντος και παρελθόντος, απλά δε θες να τελειώσει. Με την παρουσίασή του να απέχει λίγες μόνο μέρες -Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου, ώρα 8 μ.μ. στο Επίκεντρο- η δημοσιογράφος Γιώτα Κοντογεωργοπούλου μιλάει στην «ΠτΚ».

Μέσα σε 600 σελίδες «κλείνεις» τρεις αιώνες (19o, 20ό και 21o), κάνοντας, με φλασμπάκ, «στάση» σε χρονιές-σταθμούς για την πόλη και τη χώρα, ξεδιπλώνοντας τις ζωές πολυάριθμων ηρώων ποικίλων χαρακτήρων και κοινωνικών τάξεων. Πότε και πώς πήρες την απόφαση να γράψεις μυθιστόρημα και δη πάνω σ' αυτή την ιδέα;
Οι φίλοι με παρότρυναν εδώ και χρόνια να γράψω ένα μυθιστόρημα και για να είμαι ειλικρινής ήταν ένα διακαής μου πόθος ο οποίος ωστόσο ερχόταν σε σύγκρουση με τον χαρακτήρα μου. Δεν είμαι ούτε στο ελάχιστο αυτό που λέμε «επιμελής» και η συγγραφή ενός βιβλίου, θέλει αν μη τι άλλο πειθαρχία. Κάπως έτσι το ανέβαλλα συνεχώς για το μέλλον ώσπου ήρθε κάποια στιγμή που είπα μέσα μου «το μέλλον ήρθε. Κάθισε να δεις αν μπορείς να το κάνεις». Νομίζω ότι η ιδέα γεννήθηκε ένα βράδυ στην πλατεία Γεωργίου, κατά τη διάρκεια συγκέντρωσης για το δημοψήφισμα, με φόντο το θέατρο «Απόλλων». Καθόμουν απέναντι σε ένα καφέ και όλη αυτή η εικόνα μού έφερε στο μυαλό μια Πάτρα που ταξιδεύει στον χρόνο, μαζί με όλα της τα όνειρα και όλες της τις αμαρτίες.
Κι ο θαλασσινός-αγκαθωτός τίτλος;
O αχινός είναι ο άνθρωπος. Τα αγκάθια είναι η άμυνά του. Κάτω από αυτά βρίσκεται ένας τρυφερός εαυτός που έχει κατεύθυνση το φως. Οι δύο βασικοί ήρωες του βιβλίου ακολουθούν αυτή την πορεία, από το σκοτάδι στο φως. Αλλά και η πόλη κρύβει μέσα της τη μυρωδιά της θάλασσας, που της έδινε πάντα διεξόδους, της άνοιγε ορίζοντες. Χωρίς τη θάλασσα, τι θα ήταν η Πάτρα;

Από πού άντλησες τα κομμάτια που συνθέτουν το παζλ του χαρακτήρα των ηρώων σου;
Οι ήρωες γεννήθηκαν στη φαντασία μου, ωστόσο φέρουν κομμάτια του εαυτού μου (αυτό είναι κάτι που δεν μπορεί να αποφύγει κανείς), αλλά και των ανθρώπων γύρω μου. Είμαι εξωφρενικά παρατηρητική και αγαπώ πολύ να ακούω ιστορίες. Νομίζω ότι κάποιες από αυτές αναπήδησαν αβίαστα την ώρα της γραφής και διεκδίκησαν χώρο. Η παρατήρηση όμως είναι αυτή που με βοήθησε περισσότερο, μαζί με το άρωμα των εποχών και των τόπων. Διότι ο τόπος και η εποχή γεννούν και χαρακτήρες.

Τον χαρακτήρα κάποιων διαμορφώνουν τα παιδικά τους τραύματα -με κυριότερο την απώλεια της μάνας σε τρυφερή ηλικία. Θα μας πεις;
Θεωρώ ότι είμαστε δύο πράγματα. Ο,τι ζήσαμε σαν παιδιά και ό,τι υπήρξαμε στη μνήμη των άλλων. Τα τραύματα των παιδιών γεννούν οχυρωμένους ενήλικες που συχνά επιτίθενται για να αμυνθούν. Και τι μεγαλύτερο τραύμα από την απώλεια, ιδίως μιας μάνας στην πιο τρυφερή ηλικία;


Ενας εξ αυτών, ο αδίστακτος Δρακούλης Παπαπάνος, αντιμετωπίζει τη ζωή «ως αντίπαλο κι όχι ως συνοδό», εξ ου και της επιβάλλει τους δικούς του κανόνες. «Πληγώνουμε πριν πληγωθούμε ο πρώτος κανόνας». Ζωή, μοίρα, άνθρωπος. Το πάνω χέρι στη μεταξύ τους σχέση ποιος το έχει, θεωρείς;
Αυτό είναι το αιώνιο ερώτημα και θαρρώ πως θα είναι πάντα το κυρίαρχο ερώτημα για τον άνθρωπο. Δεν είναι εύκολο να δοθεί απάντηση ωστόσο κλίνω πιο πολύ προς την άποψη ότι ο άνθρωπος είναι αυτός που κινεί τα νήματα, ο δημιουργός του πεπρωμένου του. Αυτός μπορεί να κάνει τη ζωή του ή τη ζωή των άλλων παράδεισο ή κόλαση. Ακόμη και με τον τρόπο που απαντάει στη μοίρα, αν μπορούμε να πούμε έτσι τις συνθήκες της ζωής του, διαμορφώνει πεπρωμένο επί του …μοιραίου του.

«Ισως φυγή είναι η δύναμη να υπερβείς τον εαυτό σου και όσα συνδιαμόρφωσαν αυτό που είσαι. Δεν είναι γεωγραφικό το ζήτημα» διαβάζουμε. Και αλλού: «Είναι ευκολότερο να βαφτίσεις εχθρό τον άλλο, παρά να αναγνωρίσεις τον εχθρό στον εαυτό σου και να κινήσεις να τον πολεμήσεις ή απλώς να τον αποδεχτείς, να μάθεις να ζεις μαζί του». Κάνεις πολλές «βυθοσκοπήσεις» στην ανθρώπινη ψυχή.
Ηθελα κάθε ήρωας να έχει το δικό του ψυχολογικό προφίλ να διηγείται επί της ουσίας τη δική του εσωτερική ιστορία. Να μπορεί να αναγνωρίζει κανείς σε αυτόν κομμάτια του εαυτού του ή πτυχές των ανθρώπων γύρω του, ίσως και να ταυτιστεί με κάποιον ήρωα. Οι άνθρωποι είμαστε πρωτίστως οι σκέψεις μας.

Ο έρωτας τσακίζει και ηττάται. Γιατί;
Νομίζω ότι ο έρωτας και η καταστροφή μιλούν την ίδια γλώσσα. Ο έρωτας, ως φθαρτός είναι και θνήσκων. Δίνει δε τον πόνο ενός μικρού θανάτου όταν αποχωρεί, ακριβώς επειδή όταν έρχεται σε κάνει να νιώθεις αθάνατος. Αυτό μάλιστα που τον κάνει εντελώς απρόβλεπτο είναι το γεγονός ότι ο έρωτας καίγεται από το ίδιο το καύσιμο που κινεί τη μηχανή του. Πυρπολεί και αυτοπυρπολείται.
Τι χάρηκες, πού στριμώχτηκες και τι σε δαιμόνισε ενόσω έγραφες;
Χάρηκα πολύ τη γέννηση κάθε ήρωα ξεχωριστά, αλλά και εκείνη την πολύ περίεργη αίσθηση ότι από ένα σημείο και μετά οι ήρωες αυτονομούνται και σε ακολουθούν, έως και σου υποδεικνύουν τη συνέχεια της ιστορίας τους. Στριμώχτηκα με την παράλληλη αφήγηση σε τέσσερις χρόνους και το πώς θα διευκολύνω τον αναγνώστη και με δαιμόνισαν οι πολλές αναγνώσεις- διορθώσεις, πριν φτάσει το κείμενο στον εκδοτικό.

Υπάρχει κάποιος/α από τους χάρτινους ήρωές σου που ξεχώρισες και θα ήθελες, ίσως, να τον/την έχεις απέναντί σου με σάρκα και οστά;
Ναι, θα ήθελα να έχω απέναντί μου τον σταφιδέμπορο Φωκίωνα Παπαπάνο, τον θεωρώ τον πιο ενδιαφέροντα ήρωα από όλους. Είναι αυτός που μεταμορφώνεται μέσα από την καταστροφή που ο ίδιος προκάλεσε και επηρεάζει τη ζωή πέντε τουλάχιστον γενεών, μέχρι και το 2015 που κλείνει κατά κάποιο τρόπο ο κύκλος.

Σκηνικό η Πάτρα: «Φιλάρεσκη, με γνώση της δύναμης, που της δίνει η επιτυχία στο παιχνίδι των αριθμών που πλέουν, αλλά όχι φιλήδονη […] Φυλακισμένη τη λες στα κεκτημένα της» εν έτει 1886. «Η ρόδα είχε γυρίσει. Η άμαξα που θα πήγαινε την Πάτρα στον νέο αιώνα είχε παλιώσει», εν έτει 1896. Η πόλη όπου «ο καφές είναι στα απαραίτητα» εν έτει 2015. Στα δικά σου τα μάτια, εν έτει 2020, πώς φαντάζει;
Εξακολουθεί να αναζητά ταυτότητα, εξακολουθεί να μην είναι φιλήδονη, αν και παραμένει νευρώδης και ανήσυχη, ενώ ο καφές είναι ακόμη στα άκρως απαραίτητα. Εχει μια πολύ ενδιαφέρουσα διαδρομή στη διάρκεια των νεότερων χρόνων που αποτυπώνει με το δικό της στίγμα την πορεία της χώρας, για αυτό και την επέλεξα ως καμβά της ιστορίας μου. Διαθέτει πολύ ευφυείς και δημιουργικούς ανθρώπους, αλλά δεν διαθέτει προσανατολισμό, δεν ξέρει ακόμη πού θέλει να πάει, ποιο είναι το αφήγημά της, το νέο αποτύπωμά της. Δεν ξέρει με λίγα λόγια για πού θέλει να σαλπάρει. Κοιτάζει όμως πάντα την απέναντι ακτή. Κι αυτό με κάποιο τρόπο την κάνει ταξιδιάρα.
Συνέντευξη στην
ΚΡΙΣΤΥ ΚΟΥΝΙΝΙΩΤΗ





Αποστολή με E-mail Εκτύπωση







Πρόσφατα
[10:17]  Γ.Δελιόπουλος: Ο δικός μου τρόπος...
[χθες 08:32]  Μένουμε σπίτι με τον Βασίλη Λαδά
[χθες 14:58]  Ζ.Στουφής: Το αιρετικό πνεύμα της...
[χθες 10:13]  Κυριάκος Σκιαθάς:Τέσσερα «Κ» με...
[χθες 14:47]  Ε.Σαμίου: Πλασμένη πάνω στα μέτρα...
[χθες 20:30]  Βασίλης Λαδάς: Αναζητώντας την...
[χθες 10:02]  Λίλυ Εξαρχοπούλου:...
[χθες 14:26]  Ράνια Καραΐσκου: Το Ναύπλιο, η...








Πελοπόννησος
 
 





Τελευταία [14:12:21]