Χριστίνα Κόκκοτα: «Το θέατρο είναι ένα εργοτάξιο εξαιρετικών αισθημάτων»

H φιλόλογος – θεατρολόγος Χριστίνα Κόκκοτα μιλάει στην «Π» για τη σημερινή δυναμική του ελληνικού θεάτρου, την «υποδοχή» από τους κριτικούς των δημιουργών με «ανοιχτούς ορίζοντες», την παρουσία ξένων θιάσων στην Επίδαυρο, την κατάσταση της θεατρικής ζωής στην Πάτρα.

Χριστίνα Κόκκοτα: «Το θέατρο είναι ένα εργοτάξιο εξαιρετικών αισθημάτων»

Με το έκτο κατά σειρά βιβλίο της υπό τον τίτλο «Δρόμοι Θεάτρου» (εκδ. Οδός Πανός) θέλησε, με την έμπειρη γραφίδα της, να φωτίσει λιγότερο γνωστά πρόσωπα, έργα και περιοχές του θεάτρου. Με αφορμή την κυκλοφορία του, η φιλόλογος – θεατρολόγος Χριστίνα Κόκκοτα μιλάει στην «Π» για τη σημερινή δυναμική του ελληνικού θεάτρου, την «υποδοχή» από τους κριτικούς των δημιουργών με «ανοιχτούς ορίζοντες», την παρουσία ξένων θιάσων στην Επίδαυρο, την κατάσταση της θεατρικής ζωής στην Πάτρα. Χαρακτηρίζει δε το θέατρο ως «εργοτάξιο εξαιρετικών αισθημάτων» και «εργαστήριο ενσυναίσθησης και ανθρωπιάς».

-Οι «Δρόμοι Θεάτρου» είναι το έκτο βιβλίο σας. Τι σας ώθησε να απευθυνθείτε, μέσα από αυτό, στους ανθρώπους του θεάτρου αλλά και στους φίλους του;
Η επιθυμία μου να αναδείξω πρόσωπα, έργα και περιοχές του θεάτρου λιγότερο γνωστές ή και εν πολλοίς άγνωστες στους θεατρόφιλους αναγνώστες: Πρόσωπα λ.χ. των οποίων η θεατρική δραστηριότητα παρέμεινε στη σκιά της λογοτεχνικής ή της ποιητικής τους ιδιότητας, όπως ο Καζαντζάκης του θεάτρου ή ο θεατρικός Μαγιακόφσκι, έργα που, όπως ο «Πλατόνωφ» του Τσέχωφ, αν και πρωτόλεια, εμπεριέχουν εν σπέρματι τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα μιας ολόκληρης δραματουργίας καθώς και περιοχές του παγκόσμιου θεάτρου, όπως το πολωνικό, του οποίου οι εκπρόσωποι σπανίως βρέθηκαν στα φώτα της ελληνικής σκηνής και συναπαντήθηκαν με το ελληνικό κοινό.

– Στο βιβλίο σας έχετε συμπεριλάβει κείμενα για πρόσωπα του θεάτρου εντός κι εκτός Ελλάδας. Πώς βλέπετε σήμερα το σύγχρονο ελληνικό θέατρο;
Αισιόδοξα, καθώς βρίσκεται σε φάση δυναμικής ανάπτυξης και ανόδου, ειδικότερα μετά την πανδημία, με τις σκηνές να υποδέχονται ολοένα και περισσότερο όχι μόνο καθιερωμένους αλλά και νέους Ελληνες συγγραφείς. Εκτός από τις διαχρονικά γνωστές πηγές έμπνευσης, τη Λογοτεχνία και την Ιστορία (Το τραύμα λ.χ. της Μικρασιατικής τραγωδίας είναι ακόμη παρόν), νέα έργα σύγχρονης θεματολογίας, που βγήκαν μέσα από τα σπλάχνα της εποχής, εμπλουτίζουν τους ορίζοντες του σύγχρονου ελληνικού θεάτρου. Η τάση προς τον ρεαλισμό επιστρέφει μέσα από τρέχουσες θεματικές ενότητες όπως το κίνημα του metoo και οι επιμέρους εκφράσεις του (σεξισμός, έμφυλη βία, γυναικοκτονίες), οι ανθρώπινες σχέσεις μέσα από τη ματιά των νέων, και τα διαιωνιζόμενα κοινωνικοοικονομικά στερεότυπα (πατριαρχία, ανθρώπινη εκμετάλλευση, μεταναστευτικό, οικονομικές ανισότητες).

– Στην ενότητα «Περιοχές και πρόσωπα του νεοελληνικού θεάτρου» αναφέρεστε στον Δημήτρη Δημητριάδη, που υπήρξε «αποσυνάγωγος μέσα στην ίδια του τη χώρα» για μεγάλο διάστημα, ενώ στο εξωτερικό έδρεπε δάφνες. Θεωρείτε ότι η κριτική στην Ελλάδα δυσκολεύεται να αγκαλιάσει δημιουργούς «ανοιχτών οριζόντων»;
Πέραν της γνωστής ρήσης «ουδείς προφήτης εν τη εαυτού πατρίδι», είθισται το νέο να ξενίζει, να αντιμετωπίζεται με επιφυλακτικότητα στην αρχή και να χρειάζεται τον χρόνο του για να φθάσει σ’ έναν ικανοποιητικό βαθμό γενικότερης αποδοχής. Ο χρόνος και ο τόπος, το συντηρητικό ή το «ανοικτό», πνευματικό κλίμα που επικρατεί, όταν εμφυτεύεται ο νέος σπόρος -και ο Δημητριάδης ήταν αναμφίβολα ένας νέος σπορέας- διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στην αφομοίωση και την ενσωμάτωση του καινούργιου.

-Μιας και αναφέρθηκα στην κριτική. Εχετε αφιερώσει ένα κεφάλαιο στον σπουδαίο Γιώργο Μιχαλακόπουλο και στο κείμενό του «Γράμμα σ’ έναν νέο ηθοποιό». Εσείς, ως έμπειρη κριτικός θεάτρου, τι θα γράφατε σε μια αντίστοιχη επιστολή σ’ έναν νέο κριτικό;
Εκκινώντας από το κοινοπαράδεκτο «και ο κρίνων κρίνεται» και από τον στοιχειώδη ορισμό της κριτικής «ως παρένθετης πνευματικής και κοινωνικής λειτουργίας, που στέκεται ανάμεσα στον δημιουργό και τον αποδέκτη του έργου του, με στόχο την ερμηνεία και την προσέγγιση των δύο μερών», θα του έλεγα να προσπαθήσει να ανταποκριθεί στον ρόλο του με αίσθημα ευθύνης και νηφαλιότητας, με πνεύμα ευθυκρισίας και αμεροληψίας. Να μην καθοδηγείται στη γραφή του από προσωπικές ιδεοληψίες, ζητώντας να επιβεβαιώσει με την κριτική του τις προσωπικές του αναμονές και εμμονές. Στόχος του, μέσα από την ερμηνεία του έργου και της παράστασής του, να αποτελεί η προαγωγή της καλλιτεχνικής παιδείας και των αισθητικών κριτηρίων του κοινού. Θα τον προέτρεπα, τέλος, να μην ασκεί κριτική «από καθέδρας» και να λειτουργεί, όπως ο αγαπημένος μου Γιάννης Βαρβέρης: «Πήγαινα και πηγαίνω στο θέατρο εύκολα» υποστήριζε, «Γράφω όμως ολοένα και πιο δύσκολα, με αβεβαιότητες και επιφυλάξεις».

– Ξένοι θίασοι κάνουν συχνά την παρουσία τους στην Επίδαυρο επί σχεδόν 25 χρόνια, όπως διαβάζουμε. Πώς στέκεστε απέναντι σε αυτές τις εναλλακτικές προτάσεις;
Θετικά, ως συμβολή στην εξωστρέφεια και τη διεθνοποίηση του Φεστιβάλ αλλά και ως συνεισφορά στον εμπλουτισμό του προγράμματός του μέσα από τη διαπολιτισμικότητα και την εναλλακτικότητα της προσέγγισης του αρχαίου δράματος. Η αναγωγή του στο παρόν, που συχνά επιχειρείται μέσα από τη φιλοξενία ξένων σχημάτων, στην Επίδαυρο, προάγει τον διάλογο για ένα πολιτιστικό προϊόν οικουμενικής πια εμβέλειας, αρκεί αυτή η μεταφορά να μην εξωθείται στα άκρα ή στην πλήρη αποδόμηση του πρωτοτύπου.

– Πάτρα. Τι θα θέλατε να δείτε να εξελίσσεται ή να αλλάζει στην πόλη ως προς το θεατρικό της γίγνεσθαι;
Οσο καλοπροαίρετος κι αν είναι κάποιος, δύσκολα θα μπορούσε να κάνει λόγο για «θεατρικό γίγνεσθαι» στην πόλη σήμερα. Με την κτιριακή εγκατάλειψη του «Απόλλωνα» και την πλημμελή λειτουργία του ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας, που αποτελούν διαχρονικά το επίκεντρο της τοπικής θεατρικής ζωής, μια εικόνα παρακμής διαχέεται, αντιστρόφως ανάλογη προς τη θεατρική ιστορία και παράδοση της πόλης. Την αίσθηση ωστόσο μιας κάποιας φλόγας θεάτρου, που σιγοκαίει και ενός οράματος, που δεν χάθηκε, συντηρεί φιλότιμα αν και μοναχικά το «Αρμα Θέσπιδος» και η παρουσία κάποιων δραστήριων ερασιτεχνικών ομάδων και μικρών θεάτρων της Πάτρας, παρέχοντας στο μέτρο του εφικτού διέξοδο στην αγάπη των Πατρινών για το θέατρο. Χαιρετίζουμε την αναστήλωση του Ρωμαϊκού Ωδείου, συνοδεύοντάς την με μια ευχή: να γίνει ο χώρος που θα φιλοξενήσει κάποτε ένα Φεστιβάλ αντάξιο της ιστορικότητάς του, με κεντρικό θεματικό άξονα, πραγματικά Διεθνές και όχι μόνον κατ’ όνομα.

– Ποια, κατά τη γνώμη σας, η προσφορά του θεάτρου στον άνθρωπο και τι έχετε εισπράξει εσείς σε προσωπικό επίπεδο μέσω αυτού;
Επηρεασμένη από το ποιητικό μήνυμα που έγραψε η Αριάν Μνουσκίν του «Théâtre du Soleil» για την Παγκόσμια Ημέρα Θεάτρου 2005, θα πω ότι το θέατρο είναι ένα εργοτάξιο εξαιρετικών αισθημάτων, ένα καταφύγιο και εργαστήριο ενσυναίσθησης και ανθρωπιάς. Ενα κάτοπτρο της ιστορίας των ανθρώπων. Κινητοποιεί τη μνήμη, καθοδηγεί μέσα στο σκοτάδι, αφυπνίζει συνειδήσεις και ευαισθητοποιεί, προσφέροντας χαρά στη θλίψη, ομορφιά στην ασχήμια, όλη τη δύναμη της Αγάπης απέναντι στον προσηλυτισμό του Μίσους, την κυνικότητα και τη βαρβαρότητα.
(«Θέατρο, βοήθησέ με / Κοιμάμαι / Ξύπνησέ με / Είμαι χαμένη στο σκοτάδι / Οδήγησέ με τουλάχιστον κοντά σ’ ένα κερί»).

Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη

Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.

Viber: +306909196125