«Ω, ήρθαν τα παλικάρια μου»: Ο Χρήστος Καλπουζάνης θυμάται τον Νίκο Καλογερόπουλο

Τέσσερις ημέρες στην Κυπαρισσία, ένας μπερντές σε καρπουζοχώραφο, ο Μαριενγκόφ στο μεσημεριανό τραπέζι και ένα αυτοσχέδιο γύρισμα για τη δραχμή. Ο πατρινός καραγκιοζοπαίκτης αφηγείται στην «Π» ένα καλοκαίρι του 2011 δίπλα στον Νίκο Καλογερόπουλο

«Ω, ήρθαν τα παλικάρια μου»: Ο Χρήστος Καλπουζάνης θυμάται τον Νίκο Καλογερόπουλο

Το μπλε φορτηγάκι εμφανίστηκε όταν είχε πια βραδιάσει. Στο πέτρινο σπίτι της Κυπαρισσίας, ο Χρήστος Καλπουζάνης και η υπόλοιπη παρέα περίμεναν χωρίς να γνωρίζουν ακριβώς τι επρόκειτο να συμβεί. Είχαν φτάσει από την Πάτρα φορτωμένοι με βαλίτσες και φιγούρες του Καραγκιόζη, ανταποκρινόμενοι σε ένα αιφνίδιο τηλεφώνημα. Ο άνθρωπος που τους είχε καλέσει, όμως, δεν είχε ακόμη φανεί.

Μόλις ο Νίκος Καλογερόπουλος κατέβηκε από το αυτοκίνητο και τους αντίκρισε, άνοιξε τα χέρια του.

«Ω, ήρθαν τα παλικάρια μου», φώναξε, τους αγκάλιασε και αμέσως άρχισε να περιεργάζεται τις φιγούρες που είχαν φέρει μαζί τους.

Δεκαπέντε χρόνια αργότερα, μετά την είδηση του θανάτου του Νίκου Καλογερόπουλου σε ηλικία 74 ετών, ο πατρινός καραγκιοζοπαίκτης Χρήστος Καλπουζάνης επιστρέφει σε εκείνες τις τέσσερις ημέρες. Οχι για να συμπληρώσει τη γνωστή φιλμογραφία ενός σημαντικού ηθοποιού και δημιουργού, αλλά για να αφηγηθεί τον Καλογερόπουλο έξω από τη σκηνή και το κινηματογραφικό πλάνο: μέσα σε ένα σπίτι γεμάτο κόσμο, γύρω από ένα κοινό τραπέζι και μπροστά σε έναν πρόχειρα επισκευασμένο μπερντέ, στημένο στη μέση ενός καρπουζοχώραφου.

«Ω, ήρθαν τα παλικάρια μου»: Ο Χρήστος Καλπουζάνης θυμάται τον Νίκο Καλογερόπουλο

Χρήστος Καλπουζάνης

Το τηλεφώνημα από την Κυπαρισσία

Η ιστορία αρχίζει τον Αύγουστο του 2011. Ο Νίκος Καλογερόπουλος είχε μια ιδέα που συνδεόταν με τον Καραγκιόζη και αναζητούσε ανθρώπους του θεάτρου σκιών. Η ευρύτερη συνεργασία που είχε αρχικά συζητηθεί δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Πρόλαβε, ωστόσο, να γεννήσει ένα μικρό, σχεδόν αυτοσχέδιο γύρισμα και κυρίως μια συνάντηση που ο Χρήστος Καλπουζάνης δεν ξέχασε.

Καθοριστικό ρόλο έπαιξε ο Σπήλιος Καστάνης, τον οποίο ο Καλογερόπουλος είχε κοντά του εκείνες τις ημέρες. «Τον Καλογερόπουλο τον λέγαμε “Καλόγερα”», θυμάται ο Χρήστος Καλπουζάνης. «Ο Σπήλιος έμενε τότε στο σπίτι του, γιατί ετοίμαζαν διάφορα πράγματα και υπήρχε και μια συναυλία στην Κυπαρισσία. Εκείνος με πρότεινε και του το οφείλω».

Το τηλεφώνημα έγινε στον ξάδελφο του Χρήστου Καλπουζάνη, Δημήτρη Καλαντζή. Η οδηγία ήταν σύντομη και δεν άφηνε πολλά περιθώρια για προετοιμασία: να φορτώσουν τις φιγούρες και να φύγουν για την Κυπαρισσία.

«Εμείς κοιταζόμασταν και λέγαμε “τι ακριβώς πάμε να κάνουμε;”. Πήραμε τις βαλίτσες με τις φιγούρες και ξεκινήσαμε».

Στο πέτρινο σπίτι βρέθηκαν ο Σάκης Τσινούκας, ο Σπήλιος Καστάνης, ο Δημήτρης Καλαντζής και ο Χρήστος Καλπουζάνης. Ο Καλογερόπουλος απουσίαζε ακόμη. Η αρχική αμηχανία λύθηκε γρήγορα: έφαγαν, έφτιαξαν καφέ και εγκαταστάθηκαν στον χώρο σαν να βρίσκονταν σε σπίτι παλιών φίλων.

Λίγες ώρες αργότερα ακούστηκε το μπλε φορτηγάκι.

Ενας μπερντές ανάμεσα στα καρπούζια

Το επόμενο πρωί ο Νίκος Καλογερόπουλος οδήγησε την παρέα σε ένα καρπουζοχώραφο. Εκεί βρισκόταν ένας μπερντές που του είχαν παραχωρήσει, αλλά ήταν φθαρμένος και χρειαζόταν επισκευή.

Εκεί έπιασαν δουλειά. Εφτιαξαν ό,τι είχε σπάσει, έστησαν την οθόνη και προετοίμασαν τις φιγούρες. Μέσα σε λίγες ώρες, ένα χωράφι στη μέση του πουθενά είχε μετατραπεί σε υπαίθριο σκηνικό.

Το βράδυ ήρθε και ο γιος του Νίκου Καλογερόπουλου, Ιάσωνας, ο οποίος ανέλαβε να τραβήξει το βίντεο. Μπροστά στον μπερντέ είχαν τοποθετηθεί καρέκλες, ενώ γύρω τους υπήρχαν μόνο χώμα, καρπούζια και σκοτάδι.

«Ηταν “τα καρπούζια του Μίτσιγκαν”», θυμάται ο Χρήστος Καλπουζάνης. «Ενα χωράφι στο πουθενά. Είχαν βάλει καρέκλες και εκεί γυρίσαμε το βίντεο».

Πίσω από το γύρισμα βρισκόταν, όπως λέει, μια ιδέα του ίδιου του Καλογερόπουλου για τη δραχμή, ενώ συμπεριλαμβάνει και ένα τραγούδι που είχε γράψει ο Νίκος Καλογερόπουλος και τραγουδούσε ο ίδιος.

Μαριενγκόφ στο τραπέζι και οι «Ιππείς» στην οθόνη

Οι τέσσερις ημέρες στην Κυπαρισσία δεν κύλησαν με πρόγραμμα παραγωγής. Ολοι συμμετείχαν σε όλα. Μαγείρευαν, έτρωγαν μαζί, συζητούσαν, επισκεύαζαν τον μπερντέ και δοκίμαζαν ιδέες.

Τα μεσημέρια είχαν τη δική τους μικρή τελετουργία. Την ώρα του φαγητού, ο Νίκος Καλογερόπουλος έπαιρνε τους «Κυνικούς» του Ανατόλι Μαριενγκόφ, ένα βιβλίο που αγαπούσε, και διάβαζε δυνατά αποσπάσματα στην παρέα.

Υστερα ερχόταν η ώρα των «Ιππέων της Πύλου». Η ταινία, την οποία ο ίδιος είχε γράψει, σκηνοθετήσει και ντύσει μουσικά, είχε κυκλοφορήσει εκείνη τη χρονιά. Στο σπίτι την έβαζε να παίζει ξανά και ξανά και σταματούσε σε σκηνές για να εξηγήσει στους υπόλοιπους πώς είχαν γυριστεί, τι είχε προηγηθεί και τι κρυβόταν πίσω από την εικόνα.

Ο Χρήστος Καλπουζάνης γνώριζε έτσι τον δημιουργό μέσα από τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο εκείνος μοιραζόταν τη δουλειά του: όχι σαν διάλεξη και όχι από απόσταση, αλλά γύρω από ένα τραπέζι, ανάμεσα σε καφέδες, μαγειρικές και κουβέντες.

«Μας έδωσε ένα παιδικό καλοκαίρι»

Η επαφή τους δεν διακόπηκε όταν η παρέα επέστρεψε από την Κυπαρισσία. Μπορεί το σχέδιο με τον Χρήστο Καραγκιόζη να μην εξελίχθηκε στην ολοκληρωμένη συνεργασία που είχε αρχικά συζητηθεί, η γνωριμία όμως παρέμεινε.

Από τις ημέρες εκείνες ο Χρήστος Καλπουζάνης δεν ξεχωρίζει κάποια μεγάλη επαγγελματική στιγμή. Θυμάται περισσότερο την αίσθηση ελευθερίας που δημιουργήθηκε ανάμεσα σε ανθρώπους οι οποίοι βρέθηκαν ξαφνικά στο ίδιο σπίτι και άρχισαν να φτιάχνουν κάτι χωρίς συμβάσεις, ωράρια και επίσημους ρόλους.

«Ηταν σαν τα παιδικά μας χρόνια, ένα παιδικό καλοκαίρι. Αυτό μας έδωσε», λέει. «Τέσσερις ημέρες που όλοι κάναμε τα πάντα. Και το οφείλω και στον Σπήλιο Καστάνη, που με πρότεινε».

Ετσι θυμάται τον «Καλόγερα»: να φτάνει νύχτα με το μπλε φορτηγάκι, να αγκαλιάζει τους απρόσκλητους σχεδόν επισκέπτες του σαν παλιούς φίλους, να διαβάζει Μαριενγκόφ στο τραπέζι και να στήνει έναν Καραγκιόζη ανάμεσα στα καρπούζια. Οχι ως τον ηθοποιό μιας γνώριμης ταινίας, αλλά ως τον άνθρωπο που μπορούσε να μετατρέψει τέσσερις ημέρες του Αυγούστου σε ολόκληρο παιδικό καλοκαίρι.

Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη

Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.

Viber: +306909196125

Από το Δίκτυο