Αποστόλης Ψαρρός: «Η αγάπη δεν έχει σχέση με την κτητικότητα»
Ο σκηνοθέτης και ηθοποιός μιλά για το «Τα κορίτσια δεν πρέπει να παίζουν ποδόσφαιρο», που έρχεται στο Επίκεντρο+, για τις οικογενειακές σιωπές, τα όρια στις σχέσεις και όλα όσα φοβόμαστε να πούμε στους ανθρώπους μας.
Τρεις άνθρωποι που φαινομενικά δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους βρίσκονται στο ίδιο αυτοκίνητο. Ένα σοβαρό τροχαίο τούς οδηγεί στα επείγοντα και τους δικούς τους ανθρώπους σε μια αίθουσα αναμονής όπου, λίγο λίγο, όσα θεωρούσαν δεδομένα αρχίζουν να καταρρέουν.
Το «Τα κορίτσια δεν πρέπει να παίζουν ποδόσφαιρο» της βραβευμένης Καταλανής συγγραφέα Μάρτα Μπουτσάκα έρχεται στις 9 και 10 Οκτωβρίου στο Επίκεντρο+, σε σκηνοθεσία Αποστόλη Ψαρρού. Στη σκηνή βρίσκονται η Ευγενία Παναγοπούλου, η Ιωάννα Ανεμογιάννη και ο ίδιος ο Αποστόλης Ψαρρός.
Ο προκλητικός τίτλος είναι μόνο η είσοδος σε μια ιστορία που μιλά για πολύ περισσότερα: για οικογένειες, συντρόφους, γονείς και παιδιά, για στερεότυπα αλλά κυρίως για το πόσο καλά γνωρίζουμε τελικά εκείνους που θεωρούμε «δικούς μας». Και για τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στο «σε προστατεύω» και στο «σε ελέγχω».
Ο Αποστόλης Ψαρρός μιλά για όλα αυτά, για την απόσταση που μπορεί να κρύβεται πίσω από ένα reaction στα social media, για τα παιδιά που μαθαίνουν παρατηρώντας τους μεγάλους και για μια παράσταση που δεν θέλει να δώσει στον θεατή έτοιμες απαντήσεις. Θέλει να τον στείλει σπίτι με ερωτήματα.

Ο τίτλος είναι πολύ δυνατός: «Τα κορίτσια δεν πρέπει να παίζουν ποδόσφαιρο». Αυτό το «δεν πρέπει», που εδώ αφορά ένα παιχνίδι, σε πόσες ακόμη επιλογές ενός κοριτσιού ή μιας γυναίκας το συναντάμε σήμερα;
Τα κοινωνικά στερεότυπα τα συναντάμε παντού. Εμένα κάποτε με είχαν ρωτήσει: «Τα κορίτσια πρέπει ή δεν πρέπει να παίζουν ποδόσφαιρο;». Τα κορίτσια πρέπει να κάνουν ό,τι θέλουν. Αυτή είναι η απάντηση.
Από εκεί και πέρα, υπάρχει το πώς ο άνθρωπος επιλέγει να προσδιορίζει τον εαυτό του και να κάνει αυτά που θέλει και, από την άλλη, το πώς έχει ορίσει η κοινωνία ότι πρέπει να είναι. Εκεί ουσιαστικά δημιουργείται η σύγκρουση.
Ο τίτλος της παράστασης είναι συμβολικός, δεν είναι κυριολεκτικός. Το έργο έχει να κάνει με τις ενδοοικογενειακές σχέσεις, με την ειλικρίνεια μέσα στις σχέσεις: πώς μιλάει ο γονιός στο παιδί, πώς το παιδί στον γονιό, πώς μιλάς στον ερωτικό σου σύντροφο. Όλα αυτά πραγματεύεται. Μέσα από αυτή την επικοινωνία και την έλλειψή της προκύπτει τελικά και ο τίτλος.
Έχεις μιλήσει και παλαιότερα για την οικογένεια ως έναν χώρο που θα έπρεπε να λειτουργεί ως καταφύγιο, αλλά μπορεί να γίνει και καταπιεστικός. Στους ανθρώπους αυτού του έργου πού τελειώνει το «σε προστατεύω» και πού αρχίζει το «σε ελέγχω»;
Στο συγκεκριμένο έργο έχουμε δύο πολύ διαφορετικές γυναίκες. Η μία είναι μια μητέρα που μεγαλώνει μόνη της ένα 12χρονο κορίτσι και η άλλη μια 25χρονη κοπέλα που μεγαλώνει με τον 56χρονο πατέρα της. Έχουν τελείως διαφορετικές ιδιοσυγκρασίες και εντελώς διαφορετικές οπτικές πάνω στην οικογένεια.
Η μητέρα θεωρεί ότι κάνει τα πάντα για να μεγαλώσει σωστά το παιδί της. Κάνει ό,τι περνάει από το χέρι της και πιστεύει ότι το κάνει σωστά. Αντίστοιχα, η νεαρή κοπέλα θεωρεί ότι έχει με τον πατέρα της τη σχέση που πρέπει: «τη ζωή μου, τη ζωή σου». Ότι δεν χρειάζεται να μοιράζεται μαζί του πολλά από τα προσωπικά της· εκείνος ενδιαφέρεται για τις σπουδές της, για όσα θεωρεί ότι πρέπει να γνωρίζει, αλλά μέχρι εκεί.
Και δεν είναι καθόλου μακρινά όλα αυτά από τον τρόπο που ζούμε μεταξύ μας. Το έργο γράφτηκε το 2009 από τη Μάρτα Μπουτσάκα, αλλά πραγματεύεται πράγματα που βρίσκονται συνεχώς μέσα στην καθημερινότητά μας. Τη σχέση μας, την ειλικρίνειά μας απέναντι στον άνθρωπό μας. Και όλα ξεκινούν φαινομενικά από κάτι τόσο απλό όσο ένα χόμπι, το ποδόσφαιρο. Αλλά τελικά είναι μόνο ένα χόμπι; Ή πίσω από αυτό υπάρχουν κι άλλα πράγματα;
Άρα πόσο «παιχνίδι» είναι τελικά ένα παιχνίδι; Και πόσα πράγματα μπορεί να αποκαλύψει για εμάς;
Μέσα από τα παιχνίδια μπορείς να δεις πάρα πολλά. Κοιτάζω καμιά φορά τα βαφτιστήρια μου όταν παίζουν. Θυμάσαι τα «μήλα»; Αν δεις ανθρώπους να παίζουν μήλα, μπορείς να καταλάβεις αν είναι εγωιστές, αν είναι πεισματάρηδες, αν είναι αλαζόνες. Βλέπεις αν ενδιαφέρονται για τον άλλον, αν βάζουν την ομάδα πάνω από τον εαυτό τους, αν βάζουν την ηρεμία του συνόλου πιο πάνω από τους ίδιους. Όλα αυτά μπορούν να φανούν μέσα από ένα παιχνίδι.
Στην παράσταση, λοιπόν, δεν είναι τόσο το ποδόσφαιρο. Είναι το πώς θέλει μια μητέρα να μεγαλώσει την κόρη της. Πόσες φορές, μεγαλώνοντας, έχει ακούσει μια κοπέλα «πώς ντύνεσαι έτσι, δεν μοιάζεις με κοπέλα;» ή «γιατί το κάνεις αυτό, δεν είναι γυναικεία συμπεριφορά;».
Υπάρχουν πολλά τέτοια ζητήματα, αλλά δεν θα ήθελα να επικεντρωθούμε μόνο στο τι θεωρείται «γυναικεία συμπεριφορά». Με ενδιαφέρει περισσότερο τι σημαίνει κτητικότητα μέσα σε μια σχέση. Γιατί έχουμε διαφορετικές σχέσεις: μια μητέρα με το παιδί της, μια κόρη με τον πατέρα της, έναν άνθρωπο με τον σύντροφό του.

Το να αγαπάμε κάποιον μάς δίνει το δικαίωμα να γνωρίζουμε τα πάντα γι’ αυτόν; Πού βρίσκεται το όριο ανάμεσα στην ουσιαστική επικοινωνία και στην παραβίαση της ιδιωτικότητας;
Αυτό είναι ένα όριο που επαναδιαπραγματευόμαστε συνεχώς. Δεν έχω τα ίδια όρια με τον πατέρα μου και με έναν φίλο μου. Δεν έχω τα ίδια όρια με την κολλητή μου και με τη σύντροφό μου. Ο κάθε άνθρωπος τα επανατοποθετεί ανάλογα με το ποιον έχει απέναντί του.
Το θέμα είναι αν είναι σαφές στον καθένα ποιο από αυτά που κάνει μπορεί τελικά να βλάπτει τον άλλον. Νομίζω ότι εκεί κάπου χανόμαστε στις οικογενειακές και στις προσωπικές μας σχέσεις.
Μπορεί να λέω: «Μεγαλώνω το παιδί μου σωστά. Δουλεύω από το πρωί μέχρι το βράδυ, του παρέχω ό,τι θέλει, κάνω τα πάντα». Ωραία. Τι από όλα αυτά που κάνω, έχοντας την αίσθηση ότι πράττω σωστά, μπορεί τελικά να το βλάπτει;
Το ίδιο και σε μια σχέση. Μπορεί να πω «αγαπάω τη σύντροφό μου όσο τίποτα». Ναι. Αλλά τι από αυτά που κάνω τη βλάπτει; Μπορεί εγώ να νομίζω ότι την προστατεύω, αλλά να μην είναι προστασία.
Εκεί δεν μπαίνει πολύ εύκολα και η κτητικότητα; Ιδίως μέσα στις οικογενειακές σχέσεις;
Ακριβώς. Μπερδεύουμε πολύ συχνά την αγάπη με την κτητικότητα. Η αγάπη δεν έχει σχέση με την κτητικότητα.
Και το βλέπεις πολύ συχνά στη σχέση ενός πατέρα με την κόρη του ή μιας μητέρας με τον γιο της. Πρέπει να αναρωτηθείς τι έχει πραγματικά σημασία. Να ξέρεις με ποιον είναι το παιδί σου και να υπάρχει εμπιστοσύνη ή να κρατάει πράγματα κρυφά επειδή φοβάται πώς θα αντιδράσεις;
Η απόσταση ανάμεσα σε όσα δείχνουμε και σε όσα πραγματικά ζούμε υπήρχε και πριν από τα social media. Τι πιστεύεις ότι έχει αλλάξει σήμερα στον τρόπο που κρυβόμαστε από τους ανθρώπους μας;
Πάντοτε κρυβόμασταν. Αυτό που έχουν αλλάξει τα social δεν είναι απλώς ότι δείχνουμε περισσότερα πράγματα. Είναι ότι έχουμε αρχίσει να αντικαθιστούμε την επαφή με ένα reaction.
Μπορεί να δω κάτι που ανέβασε ένας φίλος μου, να του στείλω ένα αστείο βίντεο, να μου βάλει μια καρδούλα και να πω: «Ωραία, είχα σήμερα επαφή μαζί του». Αλλά αυτό δεν είναι επαφή.
Έχουμε αντικαταστήσει την επικοινωνία με μια καρδούλα ή ένα thumbs up. Ακόμη και ένα τηλεφώνημα δύο λεπτών —«Έλα ρε, τι κάνεις; Καλά; Καλά»— είναι ένα βήμα παραπάνω. Μπορεί κι αυτό να κρύβει ψέματα. Μπορεί να μην είμαι καλά και να πω στον φίλο μου ότι είμαι για να τον καθησυχάσω. Αλλά, παρ’ όλα αυτά, έχω ακούσει τη φωνή του.
Νιώθω ότι τα πράγματα γίνονται όλο και πιο άψυχα. Εννοείται ότι οι εφαρμογές έχουν διευκολύνει αφάνταστα την επικοινωνία. Μπορείς να μιλήσεις με έναν άνθρωπο στην άλλη άκρη του κόσμου. Αλλά αυτό δεν αντικαθιστά την επαφή. Αν ακούσεις τη φωνή του άλλου, καταλαβαίνεις τόσα πράγματα. Αν τον έχεις μπροστά σου, ακόμη περισσότερα.
Και μεγαλώνει πια μια γενιά παιδιών με αυτή την τεχνολογία από την πρώτη στιγμή της ζωής της.
Δεν είναι κακό ένα παιδί να ξέρει να χειρίζεται ένα tablet. Πρέπει να μάθει να χειρίζεται την τεχνολογία. Είναι παιδί της εποχής του. Το πρόβλημα είναι ότι συνεχώς πέφτουμε στην παγίδα του άσπρου-μαύρου: ή «το παιδί μου δεν θα ακουμπήσει ποτέ αυτά τα πράγματα» ή θα αφεθεί εντελώς σε αυτά.
Δεν είναι έτσι. Σημασία έχει να ξέρει να τα χρησιμοποιεί και να υπάρχει ο γονικός έλεγχος που χρειάζεται.
Και μετά ακούω φίλους μου, που είναι γονείς, να λένε: «Τα παιδιά δεν μιλάνε πια. Μαζεύονται και κοιτάνε όλοι μια οθόνη». Και τους λέω: παιδιά, μην απορείτε. Τα παιδιά μιμούνται.
Αυτό δεν αφορά μόνο την τεχνολογία. Αν ένα παιδί έχει δει τον πατέρα του, τον θείο του, έναν φίλο της οικογένειας να θεωρεί φυσιολογικό ότι όταν θυμώνει θα σπάσει κάτι, θα βρίσει, θα φωνάξει ή, σε πιο ακραίες περιπτώσεις, θα σηκώσει χέρι, αυτό μπορεί να το αντιληφθεί ως κανονικότητα. Ως κάτι που «κάνει ένας άντρας».
Και όταν μεγαλώνει μέσα σε τέτοια πρότυπα για το τι σημαίνει άντρας, τι σημαίνει γυναίκα και πώς λειτουργεί μια σχέση, μοιραία μπορεί να τα υιοθετήσει, συνειδητά ή ασυνείδητα.
Στο κέντρο της ιστορίας βρίσκεται κι ένα κορίτσι 12 ετών, το οποίο όμως δεν εμφανίζεται στη σκηνή. Πώς δούλεψες τη δική του πλευρά ώστε να μην το βλέπουμε μόνο μέσα από τα μάτια των ενηλίκων;
Στην παράσταση υπάρχουν τρία πρόσωπα που βλέπουμε και τρία που δεν βλέπουμε.
Βλέπουμε την 25χρονη κοπέλα, την οποία υποδύεται η Ιωάννα Ανεμογιάννη, την 40χρονη μητέρα, την οποία υποδύεται η Ευγενία Παναγοπούλου, και έναν 35χρονο άνδρα, τον οποίο υποδύομαι εγώ.
Στα επείγοντα βρίσκονται ο 56χρονος πατέρας της 25χρονης, το 12χρονο κορίτσι που είναι η κόρη της μητέρας και η 29χρονη σύντροφος του δικού μου χαρακτήρα.
Στον τρόπο που δούλεψα το έργο προσπάθησα εξαρχής να κάνουμε αυτούς που δεν βλέπουμε όσο πιο ζωντανούς γίνεται. Είχα πει στα κορίτσια ότι πρέπει αυτοί οι χαρακτήρες να είναι πραγματικοί για εμάς. Να τους σκιαγραφήσουμε, να ξέρουμε ποιοι είναι.
Το έργο μάς δίνει πληροφορίες, αλλά από εκεί και πέρα εμείς πρέπει να γνωρίζουμε πολύ περισσότερα. Η Ευγενία, για παράδειγμα, χτίζοντας τον χαρακτήρα της, είχε φτιάξει ολόκληρη τη σχέση της με τη μικρή: πώς ήταν η επαφή τους, τι πίστευε το παιδί, πώς συναντιόντουσαν, τι έκαναν μαζί.
Μπορεί ο θεατής να μη μάθει ποτέ ποια ήταν ακριβώς η καθημερινή ρουτίνα αυτού του παιδιού. Το ότι όμως το ξέρει ο ηθοποιός είναι ένα κλειδί για να το φέρει πραγματικά μέσα στην ιστορία. Οι απόντες δεν είναι παρεμπίπτοντες χαρακτήρες. Είναι κομβικά στοιχεία της ιστορίας.
Το έργο ξεκινά και με ένα πολύ ισχυρό μυστήριο: πώς βρέθηκαν τρεις φαινομενικά άγνωστοι άνθρωποι μέσα στο ίδιο αυτοκίνητο. Πώς δούλεψες τις πρώτες εντυπώσεις του θεατή για τους ήρωες; Ήθελες να αποφύγεις την εύκολη κρίση;
Βέβαια. Κάθε χαρακτήρας έχει τα μυστικά του και μπορείς πολύ εύκολα στην αρχή να βγάλεις γρήγορα συμπεράσματα. Υπάρχει όμως και μια πολύ μεγάλη ανατροπή στο τέλος.
Γνωρίζοντας αυτή την ανατροπή, ήθελα οι ήρωες να γίνουν όσο περισσότερο ανθρώπινοι μπορούσαν. Γιατί ο άνθρωπος δεν είναι ένα πράγμα, δεν είναι μονοδιάστατος. Άρα ούτε αυτούς τους χαρακτήρες μπορούσαμε να τους κάνουμε αρχέτυπα.
Τους χτίσαμε μαζί με τα κορίτσια μέσα από τις ρωγμές τους. Να μπορεί ο θεατής μέσα από μια ρωγμή να αναρωτηθεί: «Μήπως αυτός είναι ικανός και γι’ αυτό; Ή μήπως δεν είναι;».
Η πρόθεσή μου δεν είναι να δώσω μια απάντηση και να πω «ο συγκεκριμένος άνθρωπος είναι αυτό». Θέλω να γεννήσω ερωτήματα. Να φύγει ο θεατής όχι έχοντας όλες τις απαντήσεις, αλλά έχοντας περισσότερες ερωτήσεις. Και μπορεί αυτές οι ερωτήσεις να τον κάνουν την επόμενη ημέρα να σκεφτεί λίγο περισσότερο πώς επικοινωνεί με τον άνθρωπο στη δουλειά του, με τον σύντροφό του, με το παιδί του.
Στο σκηνοθετικό σου σημείωμα υπάρχουν στίχοι των Linkin Park. Γιατί αυτή η φωνή σε μια ιστορία οικογενειακής σιωπής;
Έχουμε την ελληνική παροιμία «αμαρτίαι γονέων παιδεύουσι τέκνα». Εγώ προτίμησα τους Linkin Park και το «I paid for your mistakes. Your time is borrowed».
Γιατί αυτό είναι τελικά και ένα κομμάτι της παράστασης: πόσο οι επιλογές που κάνουμε επηρεάζουν τους άλλους γύρω μας. Δεν γίνεται να μην τους επηρεάζουν. Μπορεί να νομίζουμε ότι αν κλείσουμε μια πόρτα, αν βάλουμε ένα όριο, ο άλλος θα μείνει ανεπηρέαστος. Δεν είναι έτσι.
Ειδικά όταν μιλάμε για ανθρώπους μέσα στο ίδιο σπίτι. Είτε πρόκειται για γονιό και παιδί είτε για συντρόφους, ό,τι συμβαίνει στον έναν επηρεάζει με κάποιον τρόπο και τον άλλον. Γι’ αυτό χρειάζεται ειλικρίνεια.
Και, βέβαια, είναι και η μουσική που ακούω. Μου αρέσει αυτή η μουσική και θέλω αυτό να περνά και στην παράσταση. Η μουσική επένδυση κινείται σε αυτή την αισθητική, από Linkin Park μέχρι Russian Circles και System of a Down.
Αφιερώνεις την παράσταση «σε όσα έπρεπε να ειπωθούν και δεν ειπώθηκαν ποτέ». Ποια ερώτηση θα ήθελες να κάνει ένας θεατής σε έναν δικό του άνθρωπο φεύγοντας από το θέατρο — και αυτή τη φορά να καθίσει πραγματικά να ακούσει την απάντηση;
Να του πει: «Αν φοβόσουν κάποια στιγμή να μου πεις κάτι, θα ήθελα να μου το πεις. Και αν έχω υπάρξει ποτέ άδικος απέναντί σου, πάλι θέλω να μου το πεις. Και σου ζητάω συγγνώμη».
Είναι μια αρχή. Μπορεί ο άλλος να μη σου το πει. Αλλά είναι μια αρχή.

Η παράσταση
«Τα κορίτσια δεν πρέπει να παίζουν ποδόσφαιρο»
της Μάρτα Μπουτσάκα
Παραστάσεις: Παρασκευή 9 και Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2026, στις 21.00
Χώρος: Επίκεντρο+, Νόρμαν 16 και Αγίου Διονυσίου, Πάτρα
Διάρκεια: 80 λεπτά χωρίς διάλειμμα
Μετάφραση: Μαρία Χατζηεμμανουήλ, Δημήτρης Ψαρράς
Σκηνοθεσία – σκηνική εγκατάσταση – φωτισμοί: Αποστόλης Ψαρρός
Παίζουν: Ευγενία Παναγοπούλου, Ιωάννα Ανεμογιάννη, Αποστόλης Ψαρρός.
Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη
Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.
Ακολουθήστε μας για όλες τις ειδήσεις στο Bing News και το Google News
