Ενδοοικογενειακή βία: 14.519 καταγγελίες σε οκτώ μήνες – Τα σημάδια που κρύβονται πίσω από τη «ζήλια»

Τα στοιχεία της ΕΛ.ΑΣ. για το πρώτο οκτάμηνο του 2026 αποτυπώνουν την έκταση του προβλήματος – Πώς ο έλεγχος του κινητού, η απομόνωση και οι απειλές μπορεί να προειδοποιούν για μια κακοποιητική σχέση και γιατί ο χωρισμός απαιτεί προσοχή

Ενδοοικογενειακή βία: 14.519 καταγγελίες σε οκτώ μήνες – Τα σημάδια που κρύβονται πίσω από τη «ζήλια»

Περισσότερες από 14.500 καταγγελίες για περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας καταγράφηκαν στην Ελλάδα μέσα στους πρώτους οκτώ μήνες του 2026, σύμφωνα με τα στοιχεία της Ελληνικής Αστυνομίας. Από τον Ιανουάριο έως και τον Αύγουστο πραγματοποιήθηκαν 8.920 συλλήψεις για σχετικά αδικήματα, ενώ χιλιάδες γυναίκες και άνδρες αναζήτησαν προστασία και υποστήριξη.

Πίσω από τους αριθμούς βρίσκονται περιστατικά που δεν αρχίζουν απαραίτητα με μια επίθεση. Σε αρκετές περιπτώσεις, η κακοποιητική συμπεριφορά μπορεί να εκδηλωθεί σταδιακά, μέσα από την υπερβολική ζήλια, την αμφισβήτηση, την απομάκρυνση από το φιλικό περιβάλλον και την απαίτηση για διαρκή ενημέρωση σχετικά με τις κινήσεις του συντρόφου.

Πότε, όμως, η ζήλια παύει να αποτελεί μια συναισθηματική αντίδραση και μετατρέπεται σε μηχανισμό ελέγχου; Και ποια σημάδια χρειάζεται να κινητοποιήσουν μια γυναίκα ή το περιβάλλον της;

Η Κατερίνα Ασλάνογλου, ψυχολόγος στο Κέντρο Διοτίμα, το οποίο παρέχει εξειδικευμένη υποστήριξη σε γυναίκες που βιώνουν έμφυλη βία, εξηγεί στο Αθηναϊκό – Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων ποιες συμπεριφορές μπορεί να αποτελούν προειδοποιητικές ενδείξεις και γιατί η αναζήτηση βοήθειας δεν χρειάζεται να περιμένει μέχρι την εκδήλωση σωματικής βίας.

Όταν η ζήλια γίνεται τρόπος επιβολής

Η απαίτηση να γνωρίζει διαρκώς ο ένας σύντροφος πού βρίσκεται ο άλλος, με ποιον συναντιέται και με ποιον επικοινωνεί μπορεί να ξεπεράσει τα όρια μιας συνηθισμένης συναισθηματικής αντίδρασης. Όταν η ζήλια συνοδεύεται από κτητικότητα, πιέσεις και περιορισμούς, ενδέχεται να αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου μοτίβου ελέγχου.

Ανάλογη σημασία έχουν οι προσπάθειες απομάκρυνσης από φίλους και συγγενείς, ο περιορισμός των κοινωνικών επαφών και η παρακολούθηση των επικοινωνιών. Ο έλεγχος του κινητού τηλεφώνου, η απαίτηση πρόσβασης σε λογαριασμούς κοινωνικών δικτύων και η πίεση για αποκάλυψη προσωπικών κωδικών περιορίζουν την ιδιωτικότητα και την αυτονομία του άλλου προσώπου.

Στις συμπεριφορές που χρειάζονται προσοχή περιλαμβάνονται επίσης η συστηματική υποτίμηση, οι προσβολές που παρουσιάζονται ως αστεία, οι απειλές και ο εκφοβισμός. Η καταστροφή αντικειμένων στη διάρκεια ενός καβγά μπορεί επίσης να λειτουργήσει ως μέσο εκφοβισμού.

Το ίδιο ισχύει για τον οικονομικό έλεγχο, όταν ένας σύντροφος επιχειρεί να περιορίσει την πρόσβαση του άλλου σε χρήματα ή να δημιουργήσει συνθήκες οικονομικής εξάρτησης. Η παραβίαση προσωπικών και σεξουαλικών ορίων αποτελεί ακόμη μία σοβαρή ένδειξη που δεν πρέπει να υποβαθμίζεται.

Το «όχι» που αποκαλύπτει τη δυναμική μιας σχέσης

Ένα από τα κρίσιμα σημεία για την αναγνώριση μιας πιθανώς κακοποιητικής σχέσης είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιδρά ένας άνθρωπος όταν ο σύντροφός του διαφωνεί, αρνείται ένα αίτημα ή θέτει σαφή όρια.

Όπως επισημαίνει η ψυχολόγος Κατερίνα Ασλάνογλου, δεν είναι απαραίτητο να εμφανίζονται όλες οι παραπάνω συμπεριφορές, ούτε ένα μεμονωμένο περιστατικό σημαίνει αυτομάτως ότι θα ακολουθήσει σωματική βία. Εκείνο που έχει σημασία είναι αν διαμορφώνεται σταδιακά ένα σταθερό μοτίβο επιβολής και αν ο έλεγχος γίνεται εντονότερος με την πάροδο του χρόνου.

Η διάκριση μπορεί να είναι δύσκολη, καθώς οι συνεχείς τηλεφωνικές κλήσεις, η απαίτηση για διαρκή ενημέρωση ή η έντονη ζήλια μπορεί να παρουσιάζονται ως ενδιαφέρον και αγάπη.

Ωστόσο, σε μια υγιή σχέση οι δύο σύντροφοι μπορούν να διαφωνούν, να διατηρούν τις προσωπικές τους επαφές και να εκφράζουν τις επιθυμίες τους χωρίς να φοβούνται την αντίδραση του άλλου. Όταν η άρνηση προκαλεί απειλές, τιμωρητική συμπεριφορά ή εκφοβισμό, η ανάγκη ελέγχου αποκτά διαφορετική διάσταση.

Γιατί ο χωρισμός μπορεί να απαιτεί σχέδιο προστασίας

Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται όταν μια γυναίκα επιχειρεί να απομακρυνθεί από μια κακοποιητική σχέση ή βρίσκεται ήδη σε διαδικασία χωρισμού. Εφόσον έχουν προηγηθεί βίαια περιστατικά, απειλές ή επίμονη παρακολούθηση, η περίοδος αυτή μπορεί να συνοδεύεται από αυξημένους κινδύνους.

Στους παράγοντες που συνδέονται με σοβαρότερη απειλή περιλαμβάνονται προηγούμενα περιστατικά σωματικής βίας, απειλές για θανάτωση ή τραυματισμό, πρόσβαση σε όπλο, καταδίωξη και παραβίαση περιοριστικών μέτρων. Οι συνεχείς κλήσεις, η επίμονη παρακολούθηση και οι πιεστικές προσπάθειες επανασύνδεσης μπορεί να αποτελούν συνέχεια της ίδιας συμπεριφοράς ελέγχου.

Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι ο χωρισμός προκαλεί τη βία. Η ευθύνη ανήκει αποκλειστικά στον δράστη, όπως υπογραμμίζει η κ. Ασλάνογλου.

Για τον λόγο αυτό, η απομάκρυνση από μια κακοποιητική σχέση δεν είναι πάντα τόσο απλή όσο ακούγεται η συμβουλή «φύγε». Ανάλογα με τις συνθήκες, μπορεί να χρειάζεται σχεδιασμός ασφαλούς αποχώρησης με τη βοήθεια εξειδικευμένων υπηρεσιών, λαμβάνοντας υπόψη την ύπαρξη παιδιών, την οικονομική κατάσταση, το υποστηρικτικό περιβάλλον και τις πιθανές αντιδράσεις του δράστη.

Ενδοοικογενειακή βία: Τι δείχνουν οι αριθμοί της ΕΛ.ΑΣ.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ελληνικής Αστυνομίας, από τον Ιανουάριο έως και τον Αύγουστο του 2026 καταγράφηκαν 14.519 καταγγελίες για περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας και πραγματοποιήθηκαν 8.920 συλλήψεις για σχετικά αδικήματα.

Κατά το ίδιο διάστημα, 14.978 πρόσωπα καταγράφηκαν ως δράστες αδικημάτων που εμπίπτουν στη σχετική νομοθεσία. Από αυτούς, οι 11.950 ήταν άνδρες και οι 3.028 γυναίκες.

Τα στοιχεία αφορούν τα περιστατικά που έφτασαν στις αρμόδιες αρχές και δεν αποτυπώνουν κατ’ ανάγκη το σύνολο της ενδοοικογενειακής βίας, καθώς δεν καταγγέλλονται όλες οι περιπτώσεις.

Παράλληλα, από την έναρξη λειτουργίας του Panic Button, τον Μάρτιο του 2023, έως τις 31 Αυγούστου 2026, είχαν εγγραφεί στην εφαρμογή 15.113 γυναίκες και 1.470 άνδρες. Στο ίδιο διάστημα είχαν αποσταλεί 2.935 αυτοματοποιημένα μηνύματα προς την αστυνομία μετά την ενεργοποίησή της.

Πού μπορούν να απευθυνθούν τα θύματα

Η αναζήτηση υποστήριξης δεν χρειάζεται να περιμένει μέχρι να υπάρξει σωματική επίθεση. Η αναγνώριση των προειδοποιητικών συμπεριφορών και η έγκαιρη επικοινωνία με εξειδικευμένες υπηρεσίες μπορούν να βοηθήσουν στην αξιολόγηση της κατάστασης και στην αναζήτηση ασφαλών λύσεων.

Σημαντικός είναι και ο ρόλος του οικογενειακού και φιλικού περιβάλλοντος. Η ακρόαση χωρίς αμφισβήτηση, η αποφυγή επίρριψης ευθυνών στο θύμα και η υποστήριξη χωρίς πίεση μπορούν να συμβάλουν ώστε ένα άτομο να αισθανθεί ότι δεν είναι μόνο του.

Η απομόνωση, η οικονομική εξάρτηση, η ύπαρξη παιδιών και ο φόβος για τις αντιδράσεις του δράστη ενδέχεται να δυσκολεύουν την αποχώρηση. Η παραμονή σε μια κακοποιητική σχέση δεν σημαίνει συναίνεση στη βία.

Σε περίπτωση άμεσου κινδύνου, οι πολίτες μπορούν να καλέσουν το 100. Εάν δεν είναι εφικτό να μιλήσουν, μπορούν να στείλουν SMS στον ίδιο αριθμό, αναφέροντας τη διεύθυνση, το ονοματεπώνυμό τους και το είδος της ανάγκης.

Παράλληλα, η γραμμή SOS 15900 παρέχει υποστήριξη σε γυναίκες που βιώνουν βία, σε 24ωρη βάση.

Η βασική επισήμανση των ειδικών είναι ότι ο έλεγχος, ο εκφοβισμός και η συστηματική παραβίαση των προσωπικών ορίων δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως φυσιολογικά στοιχεία μιας σχέσης. Η έγκαιρη αναγνώριση και η αναζήτηση βοήθειας μπορούν να αποτελέσουν σημαντικά βήματα για την προστασία των θυμάτων.

 

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη

Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.

Viber: +306909196125

Από το Δίκτυο