Επί προσωπικού – Δημήτρης Κατσικόπουλος: Ο νέος που ήταν ωραίος

Ο Κωνσταντίνος Μάγνης σκιαγραφεί την προσωπογραφία του Δημήτρη Κατσικόπουλου

Επί προσωπικού - Δημήτρης Κατσικόπουλος: Ο νέος που ήταν ωραίος

Πολύ νέος για να τον πεις απόμαχο, αλλά δύσκολα ο ίδιος μπορεί να μπει ξανά στη μάχη με τους όρους που επιθυμεί. Που πάει να πει, όρους που ταιριάζουν με την ιστορία του αλλά και την ιστορία του επωνύμου του.

Ενα επώνυμο- γέφυρα ανάμεσα στις δύο εποχές της προοδευτικής παράταξης- πριν και μετά τη χούντα 1967-74, η οποία παράταξη αυτοπροσδιορίζεται ως προοδευτική, αλλά οι συντηρητικοί αντίπαλοί της δεν θα συμφωνήσουν. Οι ίδιοι, πάντως, δέχονται τον χαρακτηρισμό που ιστορικά τους αναλογεί, αλλά θεωρούν ότι εκείνοι ήταν που απεργάστηκαν την πρόοδο, και όχι οι αυτάρεσκα αποκαλούμενοι ως προοδευτικοί, με μια ονομασία που εξ ορισμού απαξιώνει τις άλλες παρατάξεις. Τέλος πάντων, δεν θα βγάλουμε άκρη μ’ αυτό στο συγκεκριμένο κείμενο, άλλωστε δεν έβγαλαν άλλοι κι άλλοι. Και ούτε πρόκειται.

Ετσι κι αλλιώς, ο καβγάς αυτός μάλλον έχει περάσει στο μουσείο της νεότερης πολιτικής ιστορίας. Τώρα, οι καβγάδες είναι διαφορετικοί, στο εσωτερικό και των δύο παραδοσιακών παρατάξεων.

Αλλά και γι’ αυτούς υπάρχουν ιστορικά προηγούμενα.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά.

Ο Δημήτρης Κατσικόπουλος, λοιπόν: Μεγάλωσε και ανδρώθηκε σε ένα οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον γεμάτο απόηχους από τα έπη και τις αγωνιστικές περγαμηνές της του δημοκρατικού κέντρου και της κεντροαριστεράς, με σημείο αναφοράς τον θείο του Τάκη Κατσικόπουλο, βουλευτή της προδικτατορικής Ενωσης Κέντρου. Ο θείος έδρασε μαχητικά στον καιρό των Ανενδότων και των συγκρούσεων με τη δεξιά και το ανακτορικό κατεστημένο της εποχής. Εκείνα κι αν ήταν ωραία χρόνια. Είθισται έκτοτε να τα αναβιώνουμε, φαντασιακά κυρίως.

Και μόνο αν ανατρέξεις στο οικογενειακό αρχείο, γεμάτο δημοσιεύματα, φωτογραφίες, εκλογικό υλικό και άλλα πολιτικά ντοκουμέντα που διατηρεί- και συστηματικά τα μνημονεύει- ο καλαβρυτινός πρώην βουλευτής, μπορείς να νιώσεις την ατμόσφαιρα που γαλούχησε τον νεαρό ανεψιό. Το αρχείο αυτό είναι η παλαιά και καινή διαθήκη του ίδιου και τον ανθρώπων της γενιάς του.

Ο μέγας πλάτανος, βέβαια, ήταν άλλος, και ήταν δίδυμος: Πατήρ και υιός Παπανδρέου, πρόσωπα τοτέμ στη γενέτειρα του παπανδρεϊσμού, μιας παράδοσης που σήμερα δεν εμπνέει και μεγάλο δέος, ούτε σε αντιπάλους, ούτε και σε φίλους. Και ας σκηνοθετείται λατρεία για το ιστορικό επώνυμο.

Ο ίδιος, γεννημένος στα Καλάβρυτα, σπουδαγμένος νομικά στην Αθήνα, κινείται στον άξονα Πατρών-Καλαβρύτων, και πολύ νέος θα βρεθεί στη Βουλή, το 1989, υπό τη σημαία ενός πληγωμένου ΠΑΣΟΚ, το οποίο υπεραμύνεται βωμών, εστιών και εδρών, αντιτάσσοντας στον σφοδρό αντι-Παπανδρεϊσμό της ΝΔ έναν σφοδρότερο αντι-Μητσοτακισμό, που του επιτρέπει να συσπειρώνει και να φλογίζει την κοινωνική του μάζα.

Ο νεαρός αχαιός πολιτευτής θα επωφεληθεί του παράλληλου αιτήματος για αντικατάσταση του φθαρμένου αχαϊκού πολιτικού προσωπικού: Η κορύφωση της μάχης συνδυάζεται (και την επιβάλλει) με εισβολή νέων δυναμικών μονάδων στο πεδίο, όπως ο Ανδρέας Φούρας, η Μαρία Θωμά και ο ίδιος. Τα ατού του δεν ήταν τόσο κάποια ιδιαίτερη θεωρητική κατάρτιση στην υψηλή πολιτική, όσο η εικόνα του, οι καταβολές του, οι αρωγοί του, η σπιρτάδα του και το προσόν ότι «του έκοβε» στην πολιτική πρακτική, ένεκα είτε του οικογενειακού κλίματος είτε του DNA.

Παράλληλα, διακρινόταν πάντοτε από μια απολαυστική αμεσότητα στις διατυπώσεις, αλλά και αξιοσημείωτο παραταξιακό ήθος. Δεν καταγράφηκαν εκ μέρους του αποκλίσεις και αιρετικές συμπεριφορές, πέρα από φυσιολογικές τριβές που προκαλούν οι ανταγωνισμοί της ψηφο-συλλογής, κάτι που τον έφερε σε κόντρες στα ορεινά με το ανθρωποσύστημα Φούρα. Στα υπέρ του, η γοητευτική του εμφάνιση, που προδιαθέτει για έναν ακατέργαστο αλλά και αυτοελεγχόμενο δυναμισμό. Ο παρορμητισμός του, που είναι και απότοκος μιας έπαρσης που του εμφύτευσε η καταγωγή, δεν τον εξώθησε ποτέ στα άκρα ή γραφικότητες που στις μέρες μας είναι το ψωμοτύρι των σόσιαλ.

Οι συνθήκες δεν του επέτρεψαν να τιμηθεί με υπουργικό αξίωμα. Ασφαλώς εύρισκε και σε τοίχο, καθώς είχαν πιάσει τα Δερβενάκια οι καλύτερα πλασαρισμένοι τοπικοί συναγωνιστές, όπως ο Γ. Παπανδρέου και ο Α. Φούρας, ο τελευταίος πολύ πιο ψημένος και δικτυωμένος. Το καλό το παλληκάρι βρήκε άλλο μονοπάτι: Ο Δ. Κατσικόπουλος παίρνει τη σκυτάλη από τον Στάθη Αθανασόπουλο- Σερέτη, ως αιρετός νομάρχης Αχαΐας για δύο θητείες, 2002 και 2006, για να επιδιώξει μεταπήδηση του 2010 στον Δήμο Πατρέων. Αλλά ο καιρός όπου οι πράσινοι εκλέγονται με τα τσαρούχια και τα ζιβάγκο έχουν ξεφτίσει. Νικά στον α’ γύρο τον θεωρητικά ισχυρότερο αντίπαλο, τον Ν. Παπαδημάτο, αλλά στον β’ γύρο θα ηττηθεί κάπως αναπάντεχα από τον ομογάλακτο Γιάννη Δημαρά.

Βρισκόμαστε στο 2010 και είναι ώρα που οι συστημικές κομματικές δυνάμεις αρχίζουν να φυλλοροούν. Οι λόγοι είναι τριπλής τάξης: Οι μονιμοποιημένοι τοπάρχες πληρώνουν την ταύτισή τους με τους διαβρωμένους εξουσιαστικούς μηχανισμούς, οι τοπικές κοινωνίες εκδηλώνουν τάσεις αυτονόμησης εκ μέρους φιλόδοξων στελεχών και πυρήνων, και γενικά το μεταπολιτευτικό σύστημα έχει αρχίσει να μπάζει.

Ο ίδιος ο Δ. Κατσικόπουλος βέβαια αποδίδει την ήττα του κυρίως σε υπονόμευση, αλλά όση βάση κι αν είχε αυτό, δεν θα ήταν έκπληξη, με δεδομένο ότι τα λεγόμενα συστημικά κόμματα πάσχουν από θανάσιμη εχθρότητα των φατριών, χώρια η γενικότερη αποκαρδίωση που σοβεί στην κοινωνία. Από το «είσαι ΠΑΣΟΚ- θα νικήσεις», περάσαμε στο «είσαι ΠΑΣΟΚ, άρα θα χάσεις».

Η συνέχεια είναι λιγότερο συναρπαστική: Ο Δ. Κατσικόπουλος θα κινηθεί προς τον πατρώο δήμο Καλαβρύτων, όπου επίσης θα ηττηθεί, και θα στραφεί στην Περιφέρεια Δ. Ελλάδας, σε ένα σχήμα απέναντι στον Α. Κατσιφάρα, το οποίο αποπνέει το στοιχείο του βαθέως διχασμού στον οποίο έχει βυθιστεί το πάλαι ποτέ κραταιό ΠΑΣΟΚ, πληγωμένο από την Κρίση, τους ρεβανσισμούς, τον παραμερισμό της συλλογικότητας- που τώρα δεν σε πάει πουθενά- από την ατομική επιδίωξη.

Σαν να μην έφταναν αυτά, το ΠΑΣΟΚ στην Αχαΐα δηλητηριάζεται από το επ’ αόριστον καπάκωμα της μοναδικής έδρας από τον Γ. Παπανδρέου, αλλά και από την αντίρροπη κίνηση της κεντρογενούς και της αριστερόστροφης τάσης. Αμφότερες, βέβαια, προδίδουν μάλλον καιροσκοπισμό και πραγματισμό, παρά ιδεολογικό υπόβαθρο.

Σε όλα αυτά παρών ο Δ. Κατσικόπουλος. Δεν κρύβει ότι θα ήθελε επάνοδο στη Βουλή. Και δεν κρύβει και ότι συμπαθεί μια κεντρώα και φιλελεύθερη πλεύση του ΠΑΣΟΚ παρά μια άγονη διεκδίκηση του χώρου που έχει καταλάβει ο ΣΥΡΙΖΑ εξ εφόδου. Οι κακές γλώσσες θα πουν πως αν η προσωπική του και οικογενειακή παρακαταθήκη δεν ύψωνε απαγορευτικό, εδώ και καιρό θα είχε ακολουθήσει τους ναυαγούς- συντρόφους που περισυλλέχθηκαν από το μητσοτακικό σκάφος. Γεγονός είναι πάντως ότι παρέμεινε στις επάλξεις, είτε ως μάχιμος είτε ως ενεργός παρατηρητής.

Η περίπτωσή του, ωστόσο, μας θυμίζει ότι όπως η παλιά Ενωση Κέντρου, έτσι και το ΠΑΣΟΚ, ανέκαθεν είχε δύο βασικές συνιστώσες. Μπορεί ο Γεώργιος αρχικά και ο Ανδρέας να σκέπασαν τις διαφορές, το παρελθόν ήταν και θα παραμένει ξεροκέφαλο. Αν πάντως ήθελε κάποιος να γράψει ένα βιβλίο για ιστορία και την κοινωνιολογία του ΠΑΣΟΚ, ο Δ. Κατσικόπουλος θα μπορούσε (έστω εκεί) να γίνει ο ήρωας.

Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη

Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.

Viber: +306909196125

Από το Δίκτυο