Άγγελος Γαλανόπουλος: Η απόσταση απ’ τον Ριόλο ως τους πρώτους σεισμογράφους
Ο Ζώης Μαρίνος γράφει στην «Π» για τον Άγγελο Γαλανόπουλο

Το βράδυ της Πέμπτης 7 Φεβρουαρίου 1963, γύρω στις 9.30, οι κάτοικοι σ’ όλη την παραλιακή ζώνη απ’ το Αίγιο έως τον Νέο Ερινεό άκουσαν ξαφνικά μια υπόκωφη βοή.
«Σαν να έβραζε ο γιαλός», θα πουν αργότερα. Σε δευτερόλεπτα η θάλασσα άρχισε να μαζεύεται απότομα στον Κορινθιακό και, πριν προλάβουν να συνειδητοποιήσουν τι συνέβαινε, ένα πελώριο κύμα, που σε κάποια σημεία του έφτανε τα 20 μέτρα ύψος, χτύπησε με δύναμη την ακτή, παρασύροντας τα πάντα στο πέρασμά του, προκαλώντας μεγάλες καταστροφές και τραυματίζοντας δεκάδες ανθρώπους.
Βάρκες θα εκτοξευθούν σε απόσταση 30 μέτρων, ψάρια θα βγουν στη στεριά, σπίτια θα πλημμυρίσουν, ζώα θα πνιγούν και καλλιέργειες θ’ αφανιστούν πριν τελικά το νερό αρχίσει να υποχωρεί. «Αλλόφρονες οι κάτοικοι εκραύγαζον, ζητούντες βοηθείαν και προσεπάθουν να καταφύγουν προς τας ευρισκομένας εις αρκετόν ύψος τοποθεσίας», θα γράψει την επομένη στην «Πελοπόννησο» ο αείμνηστος Γιάννης Καραλής, ο οποίος ήταν απ’ τους πρώτους που είχαν βρεθεί στο σημείο. Αυτό το παράξενο γεγονός, που αμέσως κάποιοι έσπευσαν να συνδέσουν με τον καταποντισμό της Αρχαίας Ελίκης, κλήθηκε να εξηγήσει ο τότε διευθυντής του Σεισμολογικού Ινστιτούτου του Αστεροσκοπείου Αθηνών, καθηγητής Αγγελος Γαλανόπουλος.
Ο Γαλανόπουλος φτάνει στο Αίγιο μαζί με δύο συνεργάτες του και αμέσως αρχίζει να συλλέγει πληροφορίες. Δεν του είναι άγνωστη η περιοχή. Τη γνωρίζει καλά. Οπως γνωρίζει καλά όλη την Αχαΐα. Εχει γεννηθεί στον Ριόλο το 1910 και έχει περάσει εκεί τα παιδικά του χρόνια. Καταλαβαίνει απ’ την πρώτη στιγμή ότι έχει μπροστά του ένα αίνιγμα.
Οι τρεις άνδρες διατρέχουν όλη την περιοχή απ’ το Αίγιο έως τον Αγιο Βασίλειο και από τη Ναύπακτο έως το Γαλαξίδι. Παρατηρούν τις ακτές, συγκεντρώνουν -ξανά και ξανά- μαρτυρίες, ακολουθούν τα ίχνη της μετακίνησης και αναζητούν τα αίτιά της. Καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι, αφού δεν είχε μεσολαβήσει κάποιος μεγάλος σεισμός, η εξήγηση βρισκόταν αλλού. Μια μεγάλη μάζα υποθαλάσσιων και παράκτιων ιζημάτων είχε ολισθήσει προς τη θάλασσα, προκαλώντας το κύμα.
Η μελέτη που δημοσίευσε το 1964, μαζί με τους Π. Κομνηνάκη και Ν. Δελημπάση, καταγράφηκε στη διεθνή βιβλιογραφία ως μια απ’ τις διαφωτιστικότερες για την εξήγηση των τσουνάμι που προκαλούνται από υποθαλάσσιες κατολισθήσεις. Πριν ο Γαλανόπουλος αρχίσει να συλλέγει απαντήσεις και αποδεικτικά μοντέλα για τους μηχανισμούς των γεωλογικών φαινομένων, είχε ήδη αρχίσει να συλλέγει πτυχία και διακρίσεις: πτυχίο της Σχολής Θετικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών το 1932, διδακτορικό Σεισμολογίας το 1937, υφηγητής στο Μετσόβιο το 1944, έκτακτος καθηγητής Σεισμολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών το 1953, τακτικός το 1959.
Και ενδιαμέσως ο Καναδάς και η Αμερική. Μ’ ερευνητική υποτροφία στην Οτάβα και στη συνέχεια στο Εργαστήριο Σεισμολογίας του Caltech στην Καλιφόρνια. Αν, όμως, υπάρχει μία χρονιά – ορόσημο στη διαδρομή του, αυτή είναι το 1949. Τότε είναι που αναλαμβάνει τη διεύθυνση του Γεωδυναμικού. Αμέσως βάζει μπροστά την υλοποίηση ενός μεγαλεπήβολου για την εποχή στόχου.
Σε σύντομο χρόνο κατορθώνει ν’ αναπτύξει δίκτυο 12 σεισμογραφικών σταθμών, να οργανώσει τον Σεισμογραφικό Σταθμό Αθηνών και να δημιουργήσει το πρώτο εγχώριο δίκτυο επιταχυνσιογράφων.
Ηταν η υποδομή μιας νέας εποχής. Για πρώτη φορά η χώρα μπορούσε να παρακολουθεί συστηματικότερα αυτό που συνέβαινε κάτω από την επιφάνειά της. Κάθε σταθμός ήταν ένα αφτί. Κάθε καταγραφή, ένα κομμάτι μιας εικόνας που δεν μπορούσε να φανεί με γυμνό μάτι. Ο Γαλανόπουλος ενδιαφερόταν ακριβώς γι’ αυτή την εικόνα. Χαρτογραφεί τη σεισμική δραστηριότητα στη χώρα, εξετάζει την απελευθέρωση σεισμικής ενέργειας και τις περιοχές όπου αυτή συγκεντρώνεται. Η Αχαΐα βρισκόταν μέσα σ’ αυτή τη σεισμογραφική γεωγραφία.
Δεν ήταν απλώς ο τόπος όπου είχε γεννηθεί. Ηταν ο τόπος που γύριζε διαρκώς στην επιστημονική του σκέψη. Ηδη από το 1938 είχε δημοσιεύσει εργασία για τη σεισμικότητα της Αχαΐας και των περιοχών Μεσολογγίου και Ναύπακτου. Και δεκαετίες αργότερα, το 1990, στα ογδόντα του, επέστρεψε στο ίδιο ερώτημα με μελέτη για τον σεισμικό κίνδυνο στο Ρίο – Αντίρριο. Ριόλος, 1910. Αχαΐα, 1938. Κορινθιακός, 1963. Ρίο – Αντίρριο, 1990. Σαν να τραβούσε η ζωή του μια γραμμή πάνω στον χάρτη. Ισως αυτή η εμμονή με το παρελθόν εξηγεί και μια άλλη πλευρά του Γαλανόπουλου. Εκεί όπου δεν υπήρχαν σεισμογράφοι, αναζητούσε μαρτυρίες.
Εκεί όπου δεν υπήρχαν όργανα, χρησιμοποιούσε την ιστορία ως αρχείο της γης. Ασχολήθηκε και με τη χαμένη Ατλαντίδα. Με την πιθανότητα η πλατωνική αφήγηση να συνδέεται με πραγματικές καταστροφές, τη Θήρα και τον μινωικό κόσμο. Για πολλά χρόνια μελετούσε την περιοχή, είτε μόνος του, όπως το 1956, όταν βρυχήθηκε ξανά το ηφαίστειο, είτε με άλλους επιστήμονες, όπως το 1966 με τον Αμερικανό ωκεανογράφο Τζέι Μέιγιορ.
Το 1983 εξελέγη στην Ακαδημία Αθηνών. Οταν έφυγε απ’ τη ζωή σε ηλικία 91 ετών, δύο μέρες μετά τα Χριστούγεννα του 2001, είχε αφήσει πίσω μια Ελλάδα διαφορετική από εκείνη στην οποία είχε γεννηθεί. Το 1910 οι σεισμοί καταγράφονταν στη μνήμη των ανθρώπων. Το 2001 υπήρχαν δίκτυα σύγχρονων οργάνων που κατέγραφαν αδιάκοπα και με εξονυχιστική ακρίβεια τη συμπεριφορά του εδάφους. Ανάμεσα στις δύο εποχές μεσολαβούσε μια ολόκληρη επιστημονική μετάβαση που έφερε τη σφραγίδα του.
Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη
Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.
Ακολουθήστε μας για όλες τις ειδήσεις στο Bing News και το Google News