Απ’ τον Δημήτριο στον Δημήτρη
Ο Κωνσταντίνος Μάγνης γράφει για το βιβλίο “Ημερολόγια Κατοχής 1941-1944” του Δημήτρη Αβραμίδη
Η ζωή κάνει καπρίτσια. Κι έτσι ο Δημήτρης Αβραμίδης, δημοσιογράφος αναγνωρισμένος ως υπόδειγμα δωρικής, επαγωγικής, αφοπλιστικής, διεισδυτικής και προσιτής γραφής (από τους ελάχιστους στο είδος του στη χώρα), μας παραδίδει ένα έργο ζωής που είναι ένα κείμενο που έγραψε ένας άλλος. Όμως πήγε γυρεύοντας: Την έψαξε τη δουλειά. Ο άλλος είναι ένας δημοσιογράφος που άφησε εποχή, αλλά οι σύγχρονοι αχαιοι δεν τον μνημονεύουν και πολύ- αυτό δα έλλειπε, έναν άνθρωπο των γραμμάτων. Πρόκειται για τον Δημήτριο Λάγαρη. Μια δαιμόνια περίπτωση, όπως αποκαλύπτεται μέσα από τις προσωπικές του εξομολογήσεις που καλύπτουν ένα πολύ μικρό φάσμα της διαδρομής του: Την περίοδο της Κατοχής.
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΚΑΤΟΧΗΣ, 1941-1944, είναι ο τίτλος και το θέμα του τόμου που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις της εφημερίδας «Γνώμη» με την οποία ο Δ. Αβραμίδης συνεργάζεται ως αρθρογράφος, έπειτα από μια μακρά θητεία στον πατραϊκό τύπο, η οποία τον διασταύρωσε και μαζί μας, σε πολύ χαρακτηριστικές, περιπετειώδεις, αγχωτικές αλλά και απολαυστικές περιόδους.
Η σκυταλοδρομία, από τον Δημήτριο στον Δημήτρη: Εν αρχή ην ο Δ. Λάγαρης. Κατέγραφε γεγονότα και εντυπώσεις της Κατοχικής περιόδου, με επίκεντρο την Πάτρα και τον αχαϊκό χώρο από όπου είδε Γερμανούς και Ιταλούς να περνούν. Ο ίδιος δεν προχώρησε ποτέ στην έκδοση του ογκώδους αυτού σώματος, πιθανότατα επειδή το περιεχόμενο είναι αιχμηρό και σίγουρα στις μέρες του θα έξυνε πληγές ευσχήμως επουλωμένες, αλλά ενεργές στη συλλογική μνήμη.
Πολλά χρόνια μετά την εκδημία του Λάγαρη, η οικογένεια παραδίδει το ημερολόγιο στον συνάδελφο, ρέκτη χρονικογράφο Τάσσο Σταθόπουλο. Ο τελευταίος παρέδωσε το υλικό στον Δ. Αβραμίδη.
Αυτά συνέβησαν το 2008. Η έκδοση χρειάστηκε 18 χρόνια ακόμα για μια σειρά από λόγους, που σε μεγάλο βαθμό αφορούν τη μοίρα του πατρινού δημοσιογράφου που το ημερήσιο πρόγραμμά του ξοδεύεται στη μάχη επί των επάλξεων και δεν διαθέτει ενεργούς ανθρώπινους και υλικούς πόρους που θα του επέτρεπαν την επεξεργασία και τεκμηρίωση που απαιτεί ένα ιστορικό καταπίστευμα. Σε άλλες χώρες τα ανακλαστικά θα ήταν διαφορετικά. Εκεί, παρεμπιπτόντως, έχουν άλλης φιλοσοφίας δημοτικές αρχές που δουλεύουν την ιστορική μνήμη πολυδιάστατα και όχι με τη γνωστή μονολιθικότητα που θα τη λέγαμε γραφική, αν δεν σου προκαλούσε θλίψη και ένα αίσθημα ορφάνιας . Η δική μας δημοτική αρχή απουσίασε, όπως συνηθίζει σε οποιαδήποτε δραστηριότητα δεν θεωρεί ιδεολογικά και υφολογικά συμβατή, ακόμα και από την παρουσίαση του βιβλίου, πράγμα εύλογο: Εχουν τόσα άλλα πράγματα οι άνθρωποι να κάνουν. Αλλά βέβαια αν οι άνθρωποί της το ξεφυλλίσουν, θα νιώσουν όπως ο καλόγερος απέναντι στον εωσφόρο: Ο Λάγαρης μας επιφυλάσσει σκληρή μεταχείριση απέναντι στη διαγωγή των αντιστασιακών πυρήνων του βουνού και τις συνέπειες που είχε η δράση τους στον πληθυσμό, με τη μορφή των γερμανικών και ιταλικών αντιποίνων. Είναι το γνωστό ταμπού που ο απόηχός του φτάνει μέχρι τις μέρες μας, και λίγοι τολμούν να θίξουν. Αλλά δεν γράφει μόνο αυτά ο Λάγαρης. Γράφει κι άλλα, με επώνυμα και, κατά κάποιον τρόπο, με διευθύνσεις.
Το ημερολόγιο. Είναι γραμμένο σε απλή καθαρεύουσα, την οποία μπορεί να παρακολουθήσει εύκολα και ο νεότερος αναγνώστης. Η πιο τρομακτική λέξη είναι το «υπερεβδομηκονθήμερος», αλλά δεν χρειάζεται μετάφραση, φανταζόμαστε. Η λόγια ελληνική τις συνήθιζε τις γερμανικούρες. Μιλώντας για τη γερμανική: Ο νεότερος αναγνώστης θα παραξενευθεί από την οπτική γωνία του Λάγαρη απέναντι στην εισβολή της Βέρμαχτ στην Αθήνα. Ο δημοσιογράφος θεωρεί άσκοπη αιματοχυσία το γεγονός ότι συρθήκαμε εκ των συνθηκών σ’ αυτή τη μοίρα και πιστεύει ότι αν δεν είχαμε ρυμουλκηθεί από τους Βρετανούς στο άρμα τους, θα την είχαμε αποφύγει. Μας έφτανε η δόξα της απόκρουσης του Μουσολίνι. Με τους Βρετανούς γιατί μπλέξαμε και μπήκαμε στο ρουθούνι του Χίτλερ; Η ματιά αυτή ερμηνεύεται υπό το πρίσμα της γερμανοφιλίας που έτρεφε η παραδοσιακή, βασιλόφρων δεξιά στην Ελλάδα, ήδη από τον καιρό του Διχασμού. Αλλά λίγοι τότε στην Ευρώπη και στην Ελλάδα ήξεραν τι θα πει ναζισμός. Ο ίδιος ο Τσάπλιν που είχε γελοιοποιήσει τον Χίτλερ στον «Δικτάτορα» είχε εκ των υστέρων δηλώσει πως αν ήξερε την εγκληματική φύση του ναζιστικού τέρατος θα είχε αποφύγει την πλάκα για λόγους ανθρωπιστικής τάξης.
Ο Λάγαρης δηλώνει- στο ημερολόγιο- Μεταξικός, ανανήψας όμως, αλλά όχι για λόγους πολιτικούς και ιδεολογικούς. Αυτοεξομολογείται ότι προσέβλεπε στο μεταξικό καθεστώς για μια εθνική αναμόρφωση, αλλά απογοητεύθηκε από τη φαυλότητα της αυλής του δικτάτορα η οποία βούλιαξε στα σκάνδαλα και τη διαφθορά. Αυτή η πλευρά της μεταξικής περιόδου δεν έχει επαρκώς φωτιστεί και τέλος πάντων περνάει κάτω από το ραντάρ της μαζικής πρόσληψης των ημέρων ’36 και εντεύθεν, πέρα από τη φασιστική προπαγάνδα, τα ρετσινόλαδα, την πολεμική προετοιμασία και το Όχι στον Γκράτσι. Ο Δ. Λάγαρης δίνει ένα ερέθισμα. Σημειωτέον ότι ο ίδιος πολιτικά εμφανίζεται με αστικές, φιλελεύθερες ιδέες, που τον φέρνουν κοντά στη φιλοσοφία του Δημητρίου Γούναρη- ιδρυτή της δεξιάς παράταξης, αλλά όχι συντηρητικού με την οπισθοδρομική έννοια- και του Παναγιώτη Κανελλόπουλου, τον οποίο και επιδοκιμάζει, σαρκάζοντας τον παλαιό αντιβενιζελικό πολιτικό κόσμο, στο μεταξύ, όπως τον Δημήτριο Στεφανόπουλο, πατέρα του Προέδρου Κωστή, τον οποίο εμφανίζει ως επαγγελματία πολιτικάντη, που δεν επέτρεπε την ανανέωση και τις πρωτοβουλίες στις οποίες δεν είχε το πάνω χέρι. Κατά τον Δημήτρη Αβραμίδη, ο Λάγαρης με σημερινούς όρους, θα μπορούσε να θεωρηθεί σοσιαλδημοκράτης. Της φλογερής πατριωτικής σχολής, θα προσθέταμε. Εξυπακούεται ότι οι εθνικές του ευαισθησίες δοκιμάζονται βάναυσα με την τραγωδία της υποδούλωσης και της εμφάνισης ξένων στρατευμάτων στην Πάτρα. Θα δηλώσει προτίμηση- αναλόγως- στον γερμανό εισβολέα έναντι του ιταλού κατακτητή. Θεωρεί τους γερμανούς ιπποτικούς και ευγενείς. Αλλά σύντομα θα αλλάξει γνώμη.
Ο Λάγαρης αναδεικνύεται μέσα στις σελίδες του ημερολογίου του- το οποίο ενημερώνει με συνέπεια για ολόκληρη την περίοδο του κατοχικού δράματος- σαν μια δαιμόνια και πολυπράγμων μορφή. Ενώ το κείμενό του έχει τον εαυτό του ως παρατηρητή- πρωταγωνιστή, ο ίδιος περιαυτολογεί ελάχιστα. Ξέρουμε ότι είναι κάτω από 30 ετών, κατέχει επιτελική θέση στις ενημερωτικές ανάγκες του εμπόλεμου κράτους, παύει να εργάζεται με την εισβολή αλλά και επιλέγει να μην ασχοληθεί με την έντυπη δημοσιογραφία γιατί ο τύπος τάσσεται υπό ασφυκτικό κατοχικό έλεγχο, αλλά δεν γνωρίζουμε με τι πόρους διαβιώνει, ούτε καν αν ο ίδιος ταλαιπωρείται από την πείνα που μαστίζει τον πληθυσμό, την οποία περιγράφει με αγανάκτηση για τον μαυραγοριτισμό που ανθεί υπό την ανοχή, αν όχι και τη συμμετοχή, της κατοχικής κρατικής μηχανής. Ξέρουμε ότι είναι παντρεμένος, φαίνεται να υπάρχει σύμπνοια με τη σύζυγό του, αλλά τη μνημονεύει ελάχιστα στο κείμενό του, από το οποίο απουσιάζει κάθε άλλη προσωπική εξομολόγηση. Ισως επειδή ο Λάγαρης αντιμετωπίζει τα ημερολόγιά του σαν δημοσιογραφική καταγραφή και όχι σαν λογοτέχνημα.
Ωστόσο ο ίδιος εξελίσσεται σε μυθιστορηματικό ήρωα. Αφενός ήδη στις πρώτες σελίδες αποκαλύπτει την προσωπική του, αγωνιώδη συμβολή σε ένα θρίλερ δύο- τριών ημερών, όταν πάσχισε να μεταπείσει τον τοπικό στρατιωτικό διοικητή, που έδειχνε απολύτως αποφασισμένος να μην παραδώσει την Αχαϊα αμαχητί, πίπτοντας μετά των αλλοφύλων και των ομοφύλων ως νέος Λεωνίδας. Η αποτροπή, που αποσκοπούσε στην αποφυγή μιας άφρονος και περιττής θυσίας που θα άγγιζε τον τοπικό πληθυσμό σε μαζική κλίμακα- οι εισβολείς προειδοποίησαν για εξοντωτικό βομβαρδισμό- απαίτησε δραματικών τόνων επιχειρηματολογία αλλά και φαναριώτικη διπλωματία, δυνάμει των οποίων ο διοικητής ενέδωσε, όχι χωρίς ταλάντευση. Ανάμεσα στον δημοσιογράφο, άνθρωπο πραγματιστή και γεμάτο από αισθήματα ευθύνης, και τον στρατιώτη, άνθρωπο γαλουχημένο με Ζάλογγα και Μαραθώνες, εξημμένο από τον οίστρο του ανδραγαθήματος της Πίνδου, διαμείβεται αναμέτρηση με τη μορφή της διελκυστίνδας γύρω από τα όρια μεταξύ ηθικού- πατριωτικού καθήκοντος και ρεαλισμού. Ο Λάγαρης, άνθρωπος χωρίς αμφιβολίες, θα θεωρήσει τη δική του συνοριακή γραμμή ασφαλές μέτρο των πραγμάτων. Ο ίδιος που χαρακτηρίζει αφροσύνη τη μάταιη αντίσταση, πολλώ δε μάλλον την αντίσταση που θέτει υπό διαρκή ομηρεία άοπλους τρίτους, τον άμαχο πληθυσμό, όπως μέμφεται επανειλημμένως «τους ατάκτους» των βουνών, θα χαρακτηρίσει ατιμωτική την παράδοση των συνθηκολογημένων ιταλών στους γερμανούς χωρίς μια τουφεκιά για το ονόρε των όπλων και του προσωπικού φιλότιμου. Ενώ ξέρει ότι αυτή η τουφεκιά θα είχε θανάσιμο αποτέλεσμα. Ο ίδιος πάλι αναγνωρίζει ότι η αδράνεια και η ατολμία των παραδοσιακών πολιτικών και κοινωνικών τάξεων τον καιρό της Κατοχής θα δώσει χώρο στο ΕΑΜ και θα προκαλέσει τη γιγάντωσή του για την οποία φρίττει, καταλογίζοντας στους αντάρτες αιματηρές βαρβαρότητες και τρομοκρατικού χαρακτήρα αυτοδικία στην ύπαιθρο, σε βάρος τοπικών μικροπαραγόντων που χρεώθηκαν αντεθνική δράση ή καιροσκοπική εκμετάλλευση σε βάρος του χειμαζόμενου λαού. Σημειώνει μάλιστα ότι η εμφάνιση των ταγμάτων ασφαλείας, των τσολιάδων όπως τους αποκαλεί, έγινε αρχικά δεκτή με ανακούφιση από τον πληθυσμό.
Την ίδια στιγμή, ο Λάγαρης δεν κάθεται στα αυγά του. Μετέχει από πρωταγωνιστική θέση σε ζυμώσεις για τη συγκρότηση μιας οικουμενικής μεταπολεμικής τάξης πραγμάτων, διαβλέποντας ότι ο παλαιός κόσμος ξεπερνιέται από τις μεταβολές που κομίζει ο πόλεμος αλλά ότι το κομμουνιστικό στοιχείο απειλεί με κυριαρχία. Ποντάρει όμως σε κουτσά άλογα, όπως προκύπτει.
Η έκδοση, βέβαια, αποτελεί ρίσκο που θα μπορούσε να εκληφθεί και σαν δεοντολογικό ζήτημα: Ο Λάγαρης δεν διστάζει να κατονομάσει τοπικούς παράγοντες που μήδισαν κατά την περίοδο της Κατοχής, μηδέ εξαιρουμένων κάποιων στυλοβατών του τύπου, αναπτύσσοντας είτε θλιβερές κοσμικότητες είτε αθέμιτες συναλλαγές και επονείδιστη κερδοσκοπία. Κάποιοι πράγματι δικάστηκαν μεταπολεμικά, κάποιοι «απλώς» κηλιδώθηκαν, κάτι που συμβαίνει και τώρα, αναδρομικώς, με τους ίδιους αναπολόγητους και με ζώντες συγγενείς να χρεώνονται μια κληρονομία που δεν είναι πρακτικά εύκολο να αποποιηθούν. Ο κόσμος μπορεί να είχε τούμπανο τις περιστάσεις τότε, αλλά το τεκμήριο της αθωότητας ή το ενδεχόμενο ελαφρυντικό της υποταγής στη συνθήκη της ανάγκης έχουν πάντα τα δικαιώματά τους. Στο ίδιο κείμενο, στο μεταξύ, γίνεται πυκνά λόγος για διολίσθηση μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού στον ηθικό κατήφορο επί κατοχής, με ανοιχτή υπαινικτική μνεία στο γυναικείο φύλο. Οι πατρινοί εκτέθηκαν για προδοτικές συναλλαγές, στυγνή πειρατική κερδοσκοπία και (οι πατρινές) για επιλήψιμη ερωτική ελευθεριότητα. Που θα πει ότι οι αναδρομικές ηρωοποιητικές γενικεύσεις για το στέναγμα του λαού, απλώνουν πέπλο εξιλέωσης στους φαύλους. Οι δίκαιοι προφυλάσσουν την υστεροφημία των αδίκων.
Γράφει ιστορία ο Λάγαρης; Το ακριβές είναι ότι παραδίδει στον επιστήμονα ιστορικό και τον σοβαρό χρονικογράφο μια πλούσια ιστορική πηγή, μια από τις πλουσιότερες που μας κληροδοτεί η περίοδος 1941-44. Το κείμενό του συναρπάζει και καταθλίβει, προβληματίζει και κατατοπίζει, συγκλονίζει και σκανδαλίζει. Εμείς το υποδεχθήκαμε με μια πρόσθετη αίσθηση δέους: Συμπληρώνοντας τα 100 χρόνια της Ενωσης Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Πελοποννήσου- Ηπείρου- Νήσων, διαπιστώνουμε ότι κάποιοι επαγγελματικοί μας πρόγονοι υπήρξαν ογκόλιθοι, πρωτοπόροι, χαρισματικοί. Οι σημερινές εποχές δεν προσφέρονται για συγκρίσεις, αλλά ξέρουμε ότι την ευθύνη γι’ αυτό την έχουν οι εποχές. Απολαύσαμε ένα χορταστικό κείμενο φορτωμένο με τις ψιλές, τις δασείες και τις περισπωμένες της ιστορικής μνήμης. Ο Λάγαρης μας ξεναγεί στις ημέρες του τρόμου, και εμείς ξαναθυμόμαστε τις αφηγήσεις παππούδων και γονέων, που περπάτησαν στους ίδιους δρόμους και η καρδιά τους χτυπούσε στον παλμό των σειρήνων ή της κατοχικής μπότας. Ο πατριωτισμός που δεν στηρίζεται σε γνώση, μελέτη, αντιπαράθεση αλλά και εμβάπτιση στο κλίμα των επίμαχων περιόδων, είναι ανάπηρος, κούφιος, φαιδρός και ένοχος για στρεβλώσεις που καθήλωσαν την κοινωνία μας σε τυφλώσεις ευγενείς ή μισητές. Ή και τα δύο. Και πάντως ζημιογόνες. Το βιβλίο του Λάγαρη διεκδικεί θέση στη βιβλιοθήκη της πόλης, αν και με τη δημοτική αρχή που έχουμε δεν νομίζουμε ότι θα τη βρει. Ας βρει έστω στη βιβλιοθήκη τη δική μας. Και εμείς ας προσφέρουμε τα Ευχαριστώ μας στον Δημήτρη Αβραμίδη και όσους εργάστηκαν για να γίνει το όνειρο του 2008 πραγματικότητα του 2026. Για να ικανοποιηθεί και το πνεύμα του παλιού δημοσιογράφου Γιάννη Δημόπουλου, που στα μέσα της δεκαετίας του ’80, μας έλεγε και μας ξανάλεγε με τον χαρακτηριστικό του βρασμό, τι δημοσιογραφάρα ήταν εκείνος ο Λάγαρης.
Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη
Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.
Ακολουθήστε μας για όλες τις ειδήσεις στο Bing News και το Google News
