Χανταϊός: Γιατί ο φόβος εξαπλώνεται πιο γρήγορα από τον ίδιο τον ιό
Οι ειδικοί εξηγούν γιατί η εμπειρία της πανδημίας έκανε πολλούς ανθρώπους πιο ευάλωτους απέναντι σε κάθε νέα υγειονομική απειλή, ακόμη κι όταν ο πραγματικός κίνδυνος είναι περιορισμένος.
Ο χανταϊός μπήκε ξανά στο διεθνές προσκήνιο και, μαζί του, επέστρεψε ένα γνώριμο αίσθημα ανησυχίας. Για πολλούς ανθρώπους, κάθε νέα υγειονομική απειλή δεν είναι απλώς μια είδηση. Είναι μια υπενθύμιση της πανδημίας, των περιορισμών, της αβεβαιότητας και του φόβου που έφερε η Covid-19.
Από την ισπανική γρίπη του 1918 και το HIV/AIDS τη δεκαετία του 1980, μέχρι τον SARS, την H1N1 και την Covid-19, κάθε εποχή είχε τη δική της υγειονομική κρίση. Κάθε νέα λέξη που μπαίνει στο δημόσιο λεξιλόγιο —ιός, κρούσματα, μετάδοση, ξέσπασμα— δεν δοκιμάζει μόνο τα συστήματα υγείας. Δοκιμάζει και την ψυχική αντοχή των ανθρώπων.
Fact Check Team: Hantavirus differs from Covid, still sparks renewed anxiety of pandemichttps://t.co/98nYkaZre3
— ABC 33/40 News (@abc3340) May 12, 2026
Το ερώτημα που επανέρχεται τώρα, με αφορμή την ανησυχία για τον χανταϊό σε κρουαζιερόπλοιο και τα θανατηφόρα περιστατικά, είναι γιατί ο φόβος μοιάζει συχνά να εξαπλώνεται ταχύτερα από την ίδια την απειλή.
Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι ο χανταϊός δεν είναι κορωνοϊός, δεν έχει τον ίδιο τρόπο μετάδοσης και παραμένει σπάνια λοίμωξη, με χαμηλό κίνδυνο για τον γενικό πληθυσμό. Ωστόσο, η δημόσια αντίδραση δείχνει κάτι βαθύτερο: η πανδημία μπορεί να τελείωσε ως παγκόσμια κατάσταση έκτακτης ανάγκης, αλλά για πολλούς δεν έχει τελειώσει ψυχικά.
Ο χανταϊός και το déjà vu της πανδημίας
Όπως γράφει στο TIME η δημοσιογράφος Angela Haupt, οι ειδήσεις για τον χανταϊό ξυπνούν σε αρκετούς ανθρώπους ένα έντονο αίσθημα déjà vu.
Στα κοινωνικά δίκτυα και σε διαδικτυακές συζητήσεις, πολλοί περιγράφουν τον ίδιο φόβο: ότι «δεν αντέχουν να το ξαναζήσουν», ότι δεν μπορούν να επιστρέψουν σε μήνες απομόνωσης, μάσκες, αποστάσεις και διαρκή αγωνία.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε νέα υγειονομική είδηση οδηγεί πράγματι σε νέα πανδημία. Σημαίνει, όμως, ότι ο εγκέφαλος πολλών ανθρώπων εξακολουθεί να συνδέει λέξεις όπως «ιός» και «κρούσματα» με μια περίοδο βαθιάς ανασφάλειας.
Το τέλος της «παγκόσμιας αμνησίας»
Ο Howard Markel, ειδικός στην ιστορία της Ιατρικής, συνήθιζε να περιγράφει το τελευταίο στάδιο μιας πανδημίας ως μια μορφή «παγκόσμιας αμνησίας». Οι κοινωνίες, έλεγε, σηκώνονται, συνεχίζουν και σταδιακά ξεχνούν.
Κάτι τέτοιο συνέβη μετά τη γρίπη του 1918, όταν ακολούθησε η δεκαετία του 1920, με έκρηξη κοινωνικής ζωής, διασκέδασης και εξωστρέφειας.
Μετά την Covid-19, όμως, ο Markel αναγνωρίζει ότι κάτι ήταν διαφορετικό. Η πανδημία δεν ήταν μόνο μια περίοδος ασθένειας. Έκλεισε σχολεία, άδειασε γραφεία, ανέβαλε γάμους και κηδείες, άλλαξε σχέσεις, συνήθειες και καθημερινές διαδρομές για χρόνια.
Γι’ αυτό και η συλλογική μνήμη δεν σβήστηκε τόσο εύκολα. Σύμφωνα με τον ίδιο, πολλοί άνθρωποι κουβαλούν ακόμη ένα μετατραυματικό αποτύπωμα από την πανδημία. Έτσι, όταν εμφανίζεται ένας νέος ιός στις ειδήσεις, ακόμη κι αν η πραγματική απειλή είναι διαφορετική και μικρότερη, το σώμα και το μυαλό αντιδρούν σαν να ανοίγει ξανά η ίδια πόρτα.
Γιατί οι παλαιότερες γενιές αντιδρούσαν διαφορετικά
Ο J. Alex Navarro, ιστορικός και ανώτερος ερευνητικός συνεργάτης στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν, δίνει μια διαφορετική ιστορική εξήγηση.
Όπως αναφέρει, οι προηγούμενες γενιές ήταν κατά κάποιον τρόπο λιγότερο αντιδραστικές απέναντι στις επιδημίες, επειδή ο θάνατος από ασθένειες ήταν πολύ πιο συνηθισμένος στην καθημερινή ζωή.
Μητέρες πέθαιναν στον τοκετό. Παιδιά έχαναν τη ζωή τους στη βρεφική ηλικία. Λοιμώξεις που σήμερα αντιμετωπίζονται, παλαιότερα μπορούσαν να αποβούν μοιραίες.
Σήμερα, αντίθετα, έχουμε μάθει να βασιζόμαστε στη σύγχρονη ιατρική. Αυτή η πρόοδος μάς έχει προστατεύσει, αλλά ταυτόχρονα μάς έχει κάνει πιο ευάλωτους ψυχικά απέναντι στην ιδέα ότι ένας νέος ιός μπορεί να ανατρέψει όσα θεωρούμε δεδομένα.
Με απλά λόγια, επειδή δεν περιμένουμε πια ότι μια ασθένεια μπορεί να μας απειλήσει τόσο άμεσα, κάθε νέα απειλή μοιάζει πιο αποσταθεροποιητική.
Ο εγκέφαλος μετά την Covid-19
Η ψυχολόγος Dana Rose Garfin, καθηγήτρια στο University of California, Los Angeles, που μελετά το συλλογικό τραύμα, σημειώνει ότι μεγάλα γεγονότα όπως η Covid-19 μπορούν να κάνουν τους ανθρώπους πιο ευαίσθητους απέναντι σε μελλοντικές απειλές.
Αυτό συμβαίνει σε ένα περιβάλλον ήδη επιβαρυμένο από πολιτική πόλωση, διεθνή αστάθεια, οικονομικές πιέσεις και διαρκή έκθεση σε αρνητικές ειδήσεις.
Ο Reid Wilson, διευθυντής του Anxiety Disorders Treatment Center στη Βόρεια Καρολίνα, εξηγεί ότι το τραύμα αφήνει αποτύπωμα στο νευρικό σύστημα. Όταν ο εγκέφαλος έχει περάσει μια μεγάλη απειλή, όπως η πανδημία, μαθαίνει να βρίσκεται σε αυξημένη επιφυλακή.
Ακόμη κι όταν ο άμεσος κίνδυνος έχει περάσει, αυτή η ετοιμότητα μπορεί να παραμένει. Έτσι, ένα νέο υγειονομικό συμβάν μπορεί να ενεργοποιήσει παλιές αντιδράσεις: κάποιος να σφίγγεται όταν ακούει βήχα, να σκέφτεται ξανά τη μάσκα ή να αισθάνεται την ανάγκη να κρατήσει αποστάσεις.
Γιατί ο χανταϊός προκαλεί τόσο φόβο
Ο χανταϊός έχει ορισμένα χαρακτηριστικά που αγγίζουν ευαίσθητες χορδές. Είναι σπάνιος, δεν μεταδίδεται εύκολα από άνθρωπο σε άνθρωπο και στις ΗΠΑ καταγράφονται συνήθως λιγότερα από 100 περιστατικά τον χρόνο.
Ωστόσο, όταν εμφανίζεται σε τίτλους ειδήσεων, μπορεί να προκαλέσει δυσανάλογη ανησυχία. Ο βασικός λόγος είναι ότι παραμένει άγνωστος στους περισσότερους και μπορεί να είναι σοβαρός όταν κάποιος νοσήσει.
Το σκηνικό του κρουαζιερόπλοιου ενισχύει ακόμη περισσότερο τη σύνδεση με την Covid-19, καθώς αρκετοί θυμούνται ότι ορισμένα από τα πρώτα περιστατικά της πανδημίας είχαν επίσης συνδεθεί με κρουαζιερόπλοια.
Παράλληλα, η σχέση του χανταϊού με τρωκτικά προσθέτει ένα ακόμη επίπεδο φόβου και αποστροφής.
Η κλινική ψυχολόγος Karen Cassiday επισημαίνει ότι ακόμη και το όνομα ενός ιού μπορεί να ενεργοποιήσει μνήμες καταστροφικών ασθενειών. Όταν κάποιος ακούει μια άγνωστη, «βαριά» λέξη, το μυαλό συχνά δεν μένει στα δεδομένα. Ανασύρει εικόνες κινδύνου.
Το πρόβλημα δεν είναι πάντα η είδηση, αλλά η αβεβαιότητα
Σύμφωνα με την Cassiday, ο βασικός πυροδότης του άγχους δεν είναι πάντα η ίδια η κακή είδηση. Είναι η αβεβαιότητα.
Όσο λιγότερο αντέχει κάποιος το «δεν ξέρω», τόσο πιο εύκολα το μυαλό του τρέχει στα χειρότερα σενάρια, προσπαθώντας να προετοιμαστεί για κάτι που μπορεί να μη συμβεί ποτέ.
Εκεί αρχίζει ένας φαύλος κύκλος. Ο άνθρωπος φαντάζεται κάτι τρομακτικό, το σώμα αντιδρά σαν να συμβαίνει πραγματικά, η καρδιά χτυπά πιο γρήγορα, το άγχος ανεβαίνει και ο εγκέφαλος ερμηνεύει αυτή τη σωματική αντίδραση ως απόδειξη ότι ο κίνδυνος είναι πραγματικός.
Έτσι, αντί να προετοιμαζόμαστε, εγκλωβιζόμαστε σε επαναλαμβανόμενες αρνητικές σκέψεις.
Όταν η ενημέρωση γίνεται παγίδα
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Η ενημέρωση είναι απαραίτητη. Η αδιάκοπη έκθεση, όμως, σε ειδήσεις μπορεί να επιδεινώσει το άγχος.
Η Garfin έχει δείξει μέσα από την έρευνά της ότι σε περιόδους κρίσης αυτό που συνδέεται περισσότερο με χειρότερη ψυχική υγεία δεν είναι απλώς η ενημέρωση, αλλά η επαναλαμβανόμενη και έντονη έκθεση σε ειδήσεις για μεγάλο διάστημα.
Με άλλα λόγια, το doomscrolling, δηλαδή η εμμονική συνήθεια να διαβάζουμε συνεχώς αρνητικές ειδήσεις, δεν μας κάνει απαραίτητα πιο ενημερωμένους. Συχνά μας κάνει πιο ανήσυχους, πιο ενεργοποιημένους και πιο ευάλωτους στην υπερεκτίμηση του κινδύνου.
Ο Reid Wilson εξηγεί ότι όσο περισσότερες έντονες ιστορίες καταναλώνει κάποιος για έναν ιό, τόσο πιο συχνός και άμεσος μοιάζει ο κίνδυνος, ανεξάρτητα από τα πραγματικά ποσοστά.
Τα μέσα ενημέρωσης δεν πληροφορούν μόνο. Μπορούν και να μετατοπίσουν την αντίληψη του κινδύνου.
Τι βοηθά πραγματικά απέναντι στον φόβο
Οι ειδικοί δεν προτείνουν άγνοια. Προτείνουν όρια.
Η Cassiday συστήνει να επιλέγουμε λίγες αξιόπιστες πηγές ενημέρωσης και να αποφεύγουμε την ατελείωτη αναζήτηση στα κοινωνικά δίκτυα, όπου ο φόβος μπορεί εύκολα να ενισχυθεί.
Ο Wilson προτείνει συγκεκριμένα χρονικά όρια: ενημέρωση μία ή δύο φορές την ημέρα, όχι συνεχής ανανέωση της ροής ειδήσεων. Η αδιάκοπη αναζήτηση δεν μειώνει το άγχος. Το τροφοδοτεί.
Ο David H. Rosmarin, αναπληρωτής καθηγητής Ψυχιατρικής στην Ιατρική Σχολή του Χάρβαρντ, προτείνει μια φαινομενικά παράδοξη τεχνική: ένα μικρό «ραντεβού ανησυχίας» μέσα στην ημέρα.
Η ιδέα είναι να αφιερώσει κάποιος λίγα λεπτά για να σκεφτεί συνειδητά αυτό που φοβάται, αντί να αφήνει τον φόβο να απλώνεται σε όλη τη μέρα. Δεν πρόκειται για αποφυγή, αλλά για περιορισμό του άγχους σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο.
Η Cassiday προτείνει επίσης απλές ερωτήσεις γείωσης: «Πώς θα αντιδρούσε κάποιος που δεν ανησυχεί υπερβολικά σε αυτή την είδηση;» ή «Τι θα έκανα σήμερα αν δεν είχα κολλήσει σε αυτή τη σκέψη;».
Τέτοιες ερωτήσεις βοηθούν το μυαλό να επιστρέψει από το φανταστικό σενάριο στο παρόν.
Η ζωή με την αβεβαιότητα
Το πιο δύσκολο συμπέρασμα είναι ίσως και το πιο χρήσιμο: πάντα θα υπάρχει μια επόμενη είδηση, μια επόμενη απειλή, ένας επόμενος λόγος ανησυχίας.
Το ζητούμενο δεν είναι να πείσουμε τον εαυτό μας ότι τίποτα κακό δεν θα συμβεί ποτέ. Αυτό δεν είναι ρεαλιστικό.
Το ζητούμενο είναι να μάθουμε να ζούμε χωρίς να παραδίδουμε κάθε μέρα μας στον φόβο.
Η υγιής επαγρύπνηση μπορεί να μας προστατεύσει. Το ανεξέλεγκτο άγχος, όμως, μας εξαντλεί πριν ακόμη υπάρξει πραγματικός κίνδυνος.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:
- Ιταλία: 25χρονος με συμπτώματα χανταϊού μετά από πτήση της KLM
- Ολλανδία: Σε καραντίνα 12 εργαζόμενοι νοσοκομείου για ελλιπή μέτρα ασφαλείας για τον χανταϊό
- Χανταϊός στο MV Hondius: Νέα κρούσματα μετά την απομάκρυνση των τελευταίων επιβατών
Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη
Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.
Ακολουθήστε μας για όλες τις ειδήσεις στο Bing News και το Google News
