Δεν θα γιορτάσουμε την Κατερίνα

Του Κωνσταντίνου Μάγνη, Διευθυντής Σύνταξης της εφημερίδας «Πελοπόννησος».

Είμαστε σε αυτούς που τους έπεσε το ακουστικό από το χέρι μαθαίνοντας ότι έφυγε από τη ζωή η Κατερίνα Λειβαδά, το κορίτσι που αγάπησε η Πάτρα από τις ερμηνείες της σε κωμωδίες και άλλα έργα που παρουσίασε το σχήμα των «Ρεφενέ». Εκείνη η σχεδόν γκροτέσκα μορφή που συνδύαζε μεσογειακό μπρίο με σπάνια αίσθηση κωμικότητας και αυτοσαρκασμό, και όλα αυτά σερβιρισμένα στο πλατό μιας ιδιαίτερης φωνής που ερχόταν από τα βάθη της λαϊκής παράδοσης. Ενας πραγματικός ντελάλης της σκηνής, που δοκιμάστηκε και σαν ντελάλης στο Καρναβάλι, άλλωστε της άρεσε να λειτουργεί και στην παρέα σαν τέτοιος, αν είχε διάθεση, γιατί κάποιες φορές κλεινόταν και μάζευε, όπως όλοι οι γνήσιοι κωμικοί.

Αλλά κοίτα: παρασυρθήκαμε και γράφουμε για την εκδοχή του ανθρώπου όπως την προσλάβαμε εμείς, μετατοπίζοντας το κέντρο βάρος από το πραγματικό μέγεθος και περιεχόμενο της προσωπικότητας στη δική μας εμπειρική περιοχή.
Αυτό κάνουμε όταν χάνεται ένας άνθρωπος. Πώς το κάνουμε, πώς το φέρνουμε, το θέμα μας γίνεται ο εαυτός μας και οι διασταυρώσεις μας μαζί του, οι κοινές μας περιοχές, και όχι η βαθύτερη αλήθεια του ανθρώπου που φεύγει. Αλλά πόσους συμβαίνει να γνωρίζεις πραγματικά; Αυτός είναι και ο λόγος που σε αιφνιδιάζει το άκουσμα της απώλειας: Αν ήσουνα όντως κοντά, θα ήσουν ενήμερος και υποψιασμένος. Ηταν λοιπόν η Κατερίνα ασθενής βαριά; Η ψευδαίσθησή μας ότι οι νέοι άνθρωποι οφείλουν να είναι υγιείς και να περνάνε ομαλά τα ηλιακά στάδια από την ωριμότητα στη φυσιολογική φθορά της τρίτης ηλικίας, μας περιβάλλει με ένα εύθραυστο αφήγημα, που όταν θρυμματίζεται, ο ήχος του ακούγεται τρομακτικός μαζί με μια χλεύη απόκοσμη, διαβολική. Αλλά έστω, τουλάχιστον οι κωμικοί, αυτοί κι αν επιβάλλεται να είναι άτρωτοι, αγέραστοι, απρόσβλητοι από νοσήματα και λύπες, αρυτίδιαστοι και αειφόροι. Αν τύχεις και πέσεις πάνω τους, απαιτείς ένα
χωρατό, ένα ανέκδοτο, μια μίμηση, ένα νεύμα αστείο, ένα μπουρδούκλωμα, κι αυτοί σε απογοητεύουν με κακοκεφιά, με θλίψη και με θάνατο.

Η Κατερίνα αγαπιόταν απ’ τον κόσμο. Μόλις τη μάθαμε, ο κόσμος γελούσε άμα τη
εμφανίσει της επί σκηνής. Εκείνη το ήξερε και φρόντιζε να αποζημιώνει την αναμονή αυτή με ένα σκέρτσο εκτός κειμένου, έναν μορφασμό ή έναν φθόγγο από αυτούς που λύνουν το γέλιο του κοινού. Επαιζε με μια υποκριτική γνήσια λαϊκή, είχε το ένστικτο ή την κεραία που σου επιτρέπει να πιάνεις τον σφυγμό του ανθρώπου, να ξέρεις με τι γελάει, με τι πονάει, τι αναγνωρίζει, τι αποστρέφεται. Δεν ήταν τυχαίο που σε μια επαγγελματική παράσταση, για έναν ρόλο ενός φανταστικού γελωτοποιού, οι σκηνοθέτες αποτάθηκαν κατ’ ευθείαν στην Κατερίνα, σε μια παράσταση που έκλεινε με το γέλιο της, ένα γέλιο που εκκινούσε από την πάνω πόλη κελαριστό, για να καταλήξει στη θέα του ηλιοβασιλέματος σπαρακτικό, σαν
κλάμα.

Είχε ταλέντο και ψυχή, είχε την αντίδραση που κάνει το τσακμάκι. Αν είχε η Πάτρα μια σκηνή που να μπορούσε να στηρίξει σταθερά τους καλλιτέχνες της σκηνής, της
σκηνοθεσίας, του ντεκόρ, του κοστουμιού, του φωτισμού, της μουσικής, δεν θα ξεθύμαιναν οι φλέβες των ικανών του θεάματος, ξοδεμένες σε αλλότριους βιοπορισμούς. Αλλά αυτά είναι ανεπίκαιρα και άσχετα μπροστά στο φοβερό γεγονός της πρόωρης εξόδου. Η Κατερίνα φεύγει χωρίς υπόκλιση, το γέλιο κόβεται και όλα παγώνουν. Δεν είναι αστείο πράγμα η ζωή, γι’ αυτό και επινοήσαμε το αστείο σαν ένα μέσο άμυνας, που βέβαια καμία βοήθεια δεν σου δίνει όταν το λιοντάρι πλησιάζει.

Ακολουθείστε τις ειδήσεις του pelop.gr στο

Γράψτε το σχόλιό σας

Παρακολουθήστε τα σχόλια
Να ειδοποιηθώ όταν
guest
0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ