Δημογραφικό και ακαδημαϊκός χάρτης. Η χώρα χρειάζεται μια νέα πολιτική συμφωνία για την ανώτατη εκπαίδευση

* Ο Γιώργος Παναγιωτόπουλος είναι Καθηγητής και Αντιπρύτανης του Πανεπιστημίου Πατρών

Δημογραφικό και ακαδημαϊκός χάρτης. Η χώρα χρειάζεται μια νέα πολιτική συμφωνία για την ανώτατη εκπαίδευση

Η 111η Σύνοδος των Πρυτάνεων, που πραγματοποιήθηκε από 1 έως 4 Απριλίου 2026 στην Αθήνα, με την παρουσία της πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου Παιδείας και εκπροσώπων φορέων, ολοκλήρωσε τις εργασίες της με μια ατζέντα που κινήθηκε γύρω από τα γνωστά αλλά κρίσιμα ζητήματα της ανώτατης εκπαίδευσης. Χρηματοδότηση, ελλείψεις προσωπικού, φοιτητική μέριμνα, θεσμικές εκκρεμότητες, λειτουργικότητα των ιδρυμάτων και ευρύτερα θέματα στρατηγικού συντονισμού.

Παρότι ο ακαδημαϊκός χάρτης δεν βρέθηκε στο επίκεντρο των πορισμάτων, ο σχετικός προβληματισμός χαρακτήριζε τις ανεπίσημες συνομιλίες με τρόπο επίμονο και απολύτως εύλογο. Εκεί όπου συνήθως διατυπώνονται οι πιο ειλικρινείς σκέψεις, επανήλθαν ερωτήματα που η χώρα για χρόνια απέφευγε να θέσει με καθαρούς όρους.

Είναι αναγκαία τόσα πανεπιστήμια, τόσες σχολές και τόσα τμήματα όπου ορισμένα μάλιστα με επικαλυπτόμενα αντικείμενα, χωρίς σαφή αποστολή και χωρίς διακριτό ρόλο σε ένα νέο, πιο απαιτητικό περιβάλλον;

Πόσο ακόμη μπορεί να μένει αμετάβλητη η αρχιτεκτονική της ανώτατης εκπαίδευσης, όταν μετασχηματίζεται τόσο γρήγορα το δημογραφικό, κοινωνικό και εκπαιδευτικό περιβάλλον;

Πρόκειται, ασφαλώς, για κάτι πολύ περισσότερο από μια συζήτηση χωροταξικού χαρακτήρα. Είναι ένα κατεξοχήν πολιτικό ζήτημα, επειδή πίσω από κάθε αναφορά σε ιδρύματα, σχολές και τμήματα κρίνεται τελικά το μοντέλο της χώρας που θέλουμε να υπηρετήσουμε.

Για μεγάλο διάστημα η Ελλάδα μπορούσε να αναβάλλει αυτή τη συζήτηση. Η ισχυρή κοινωνική ζήτηση για ακαδημαϊκές σπουδές, η αντίληψη ότι η τριτοβάθμια εκπαίδευση αποτελεί σχεδόν αυτονόητο μηχανισμό κοινωνικής ανόδου αλλά και η λογική της γεωγραφικής διασποράς ως υποκατάστατο περιφερειακής πολιτικής, επέτρεψαν τη συντήρηση ενός συστήματος με πολλές εσωτερικές αντιφάσεις. Σήμερα, όμως, οι συνθήκες έχουν αλλάξει ριζικά. Το δημογραφικό δεν ορίζεται πλέον ως  μελλοντική απειλή. Είναι ήδη ενεργός παράγοντας που πιέζει τη λειτουργία των πανεπιστημίων, μεταβάλλει τις αναπτυξιακές δυνατότητες της περιφέρειας και υποχρεώνει τη χώρα να ξαναδεί με μεγαλύτερη σοβαρότητα επιλογές που διαμορφώθηκαν σε άλλες εποχές.

Τα πρόσφατα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ είναι αποκαλυπτικά. Για το 2024 καταγράφηκαν 68.467 γεννήσεις έναντι 126.916 θανάτων, δηλαδή ένα ανησυχητικό αρνητικό δημογραφικό ισοζύγιο. Αυτό το δεδομένο δεν βαραίνει μόνο το ασφαλιστικό σύστημα ή την αγορά εργασίας. Προδιαγράφει και μια σταδιακή συρρίκνωση του ανθρώπινου δυναμικού από το οποίο θα αντλήσει η χώρα τους αυριανούς φοιτητές, ερευνητές και επιστήμονές της. Ως εκ τούτου, το πανεπιστήμιο του αύριο δεν θα λειτουργήσει μέσα στο ίδιο κοινωνικό υπόστρωμα που γνωρίσαμε τις προηγούμενες δεκαετίες.

Εδώ ακριβώς αναδύεται το πρώτο μεγάλο δίλημμα. Θα μιλήσουμε με ειλικρίνεια για τη βιωσιμότητα του σημερινού ακαδημαϊκού χάρτη ή θα συνεχίσουμε να κρύβουμε το πρόβλημα πίσω από γενικές διακηρύξεις υπέρ του δημόσιου πανεπιστημίου;

Δεν αρκεί να φωνάζει κανείς γενικά υπέρ του δημόσιου πανεπιστημίου, αν στην πράξη υπερασπίζεται αδρανείς δομές, σωρευμένες αδυναμίες και τμήματα χωρίς καθαρό στρατηγικό ρόλο. Αλλά και η αντίθετη λογική, ότι η αγορά θα επιλέξει μόνη της ποιοι επιβιώνουν, είναι εξίσου επικίνδυνη. Η ανώτατη εκπαίδευση δεν είναι απλώς αγορά υπηρεσιών. Είναι εθνική υποδομή γνώσης, κοινωνικής κινητικότητας, περιφερειακής συνοχής και διεθνούς παρουσίας της χώρας. Ένα πραγματικά ισχυρό δημόσιο πανεπιστήμιο δεν είναι εκείνο που συντηρεί απαρέγκλιτα κάθε επιλογή του παρελθόντος αλλά εκείνο που έχει τη δύναμη να επαναπροσδιορίζει τη θέση του όταν οι ιστορικές συνθήκες το απαιτούν.

Προκύπτει όμως και δεύτερο, ίσως δυσκολότερο, δίλημμα. Θα προχωρήσουμε σε μια συντεταγμένη εθνική αναδιάταξη του χάρτη ή θα αφεθούμε σε μια αργή και τελικά επιβαλλομένη από την πραγματικότητα προσαρμογή;  Διότι υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στον στρατηγικό επανασχεδιασμό και στη σιωπηρή και παθητική αποδυνάμωση. Άλλο πράγμα μια πολιτική που θέτει κριτήρια, ιεραρχεί ανάγκες και οικοδομεί συνέργειες και άλλο μια κατάσταση στην οποία τμήματα, σχολές και ιδρύματα φθείρονται σταδιακά, χωρίς καθαρό ορίζοντα και χωρίς αίσθηση ευθύνης. Αν το πολιτικό σύστημα εξακολουθήσει να αναβάλλει την ουσία, οι εξελίξεις θα έρθουν από μόνες τους, μόνο που τότε δεν θα έχουν χαρακτήρα μεταρρύθμισης αλλά αναγκαστικής προσαρμογής.

Σε αυτή τη συζήτηση έχει προστεθεί πλέον και ένας νέος παράγοντας, που μεταβάλλει το πεδίο ακόμη περισσότερο. Η λειτουργία μη κρατικών πανεπιστημίων  διαμορφώνει  ένα νέο τοπίο επιλογών στην ανώτατη εκπαίδευση. Είτε κάποιος βλέπει αυτή την εξέλιξη θετικά είτε αρνητικά, δεν μπορεί να παραβλέψει το προφανές. Το δημόσιο πανεπιστήμιο δεν λειτουργεί πια σε πεδίο αποκλειστικότητας. Καλείται να υπερασπιστεί τον ρόλο του σε ένα περιβάλλον πιο σύνθετο, όπου η ποιότητα, η ταυτότητα, η διεθνής απήχηση και η αξιοπιστία θα βαρύνουν ακόμη περισσότερο.

Αυτό σημαίνει ότι η συζήτηση για τον ακαδημαϊκό χάρτη δεν μπορεί να εξαντλείται σε σενάρια συγχωνεύσεων ή καταργήσεων και ασκήσεις αριθμητικής. Η χώρα χρειάζεται να εξετάσει την ακαδημαϊκή φυσιογνωμία κάθε ιδρύματος, την ερευνητική του δυναμική, τη σύνδεσή του με τις παραγωγικές και κοινωνικές ανάγκες, τη δυνατότητα διεθνοποίησης, τη συμβολή του στην περιφερειακή συνοχή και τη ρεαλιστική προοπτική του σε ένα περιβάλλον που αλλάζει.

Δεν αρκεί να μετράς ιδρύματα, σχολές και τμήματα. Οφείλεις να απαντάς ποιο σκοπό υπηρετούν, ποια θέση καταλαμβάνουν σε ένα μακρόπνοο εθνικό σχεδιασμό και με ποιον τρόπο μπορούν να εξελιχθούν σε ισχυρούς πυλώνες του μέλλοντος.

Για τα περιφερειακά πανεπιστήμια, η συζήτηση αυτή είναι ακόμη πιο κρίσιμη. Και αυτό διότι, σε πολλές περιοχές της χώρας, τα ιδρύματα αποτελούν κέντρα γνώσης, πολιτισμού, έρευνας και οικονομικής ζωής. Οι αποφάσεις λοιπόν δεν επιτρέπεται να είναι προϊόν στιγμιαίων σκοπιμοτήτων ή πρόχειρων περιπτωσιολογικών παρεμβάσεων  όπως έχει συντελεστεί κατά το παρελθόν.  Γι’ αυτό η υπεράσπισή τους δεν μπορεί να γίνεται ούτε με στερεότυπα τοπικής περιχαράκωσης ούτε με μια αφηρημένη ρητορική περί ισομερούς παρουσίας. Η περιφέρεια της χώρας χρειάζεται ισχυρά ακαδημαϊκά κέντρα με διακριτό αποτύπωμα, σύγχρονο επιστημονικό προσανατολισμό και ουσιαστική σχέση με τις ανάγκες του τόπου. Χρειάζεται, κοντολογίς, πανεπιστήμια με λόγο και ουσία ύπαρξης.

Εκεί ακριβώς κρίνεται η πολιτική ωριμότητα της εποχής. Στο αν θα επιλέξουμε τον δύσκολο και αναγκαίο δρόμο του έγκαιρου στρατηγικού σχεδιασμού ή την εύκολη συνήθεια της αναβολής. Και, τελικά, στο αν είμαστε έτοιμοι να ξανασκεφτούμε το πανεπιστήμιο ως μέρος ενός ισχυρού αφηγήματος για το μέλλον της χώρας.

 

* Ο Γιώργος Παναγιωτόπουλος είναι Καθηγητής και Αντιπρύτανης του Πανεπιστημίου Πατρών. Το παρόν άρθρο αποτυπώνει αποκλειστικά προσωπικές απόψεις του συντάκτη, οι οποίες δεν εκφράζουν και δεν αντιπροσωπεύουν, σε καμία περίπτωση, το Πανεπιστήμιο Πατρών.

 

Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη

Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.

Viber: +306909196125