Γεράσιμος Ντάβαρης: «Αυτά που κάποτε γίνονταν πίσω από κλειστές πόρτες, σήμερα είναι σε κοινή θέα»
Ο Γεράσιμος Ντάβαρης σκηνοθετεί και παίζει στις «Δάφνες και Πικροδάφνες», που ανεβαίνουν από τις 10 Οκτωβρίου στο Μηχανουργείο, και μιλά για μια παλιά Ελλάδα που παραμένει ανησυχητικά γνώριμη, για την πολιτική ως σχέση με την εξουσία, το πικρό γέλιο και τους τέσσερις κομματάρχες που «ρίχνουν άδεια για να πιάσουν γεμάτα»
Οι «Δάφνες και Πικροδάφνες» γράφτηκαν σε μια άλλη Ελλάδα. Τουλάχιστον ημερολογιακά. Στο έργο των Δημήτρη Κεχαΐδη και Ελένης Χαβιαρά, τέσσερις άνδρες κλείνονται ένα χειμωνιάτικο βράδυ σε ένα επαρχιακό σαλόνι, παραμονές εκλογών, και αρχίζουν να μετρούν ψήφους, επιρροές, χάρες, μυστικά και συσχετισμούς. Στην αρχή μοιάζουν σχεδόν γραφικοί. Μέχρι τη στιγμή που οι συμμαχίες αλλάζουν, τα κρυμμένα χαρτιά ανοίγουν και το πολιτικό παιχνίδι αποκαλύπτει τον πραγματικό του μηχανισμό.
Ο Γεράσιμος Ντάβαρης επιστρέφει στο κείμενο χωρίς να επιχειρεί να το μεταφέρει τεχνητά στο σήμερα. Δεν του αλλάζει εποχή, γλώσσα ή συμπεριφορές. Ακριβώς το αντίθετο: ποντάρει στην απόσταση του 1979 για να γίνει πιο καθαρή η ομοιότητα με όσα συμβαίνουν σήμερα.
Σκηνοθετεί την παράσταση και βρίσκεται ταυτόχρονα πάνω στη σκηνή μαζί με τους Σπύρο Κανελλάκη, Βαγγέλη Μιχάλη και Ηρακλή Τζαβέλλα. Λίγες ημέρες πριν από την πρεμιέρα της 10ης Οκτωβρίου στον Πολυχώρο Πολιτισμού Μηχανουργείο, μιλά για την πολιτική χωρίς ιδεολογία, τους ανθρώπους που «ρίχνουν άδεια για να πιάσουν γεμάτα», τη Νόρα που δεν εμφανίζεται ποτέ αλλά κινεί το παιχνίδι και εκείνο το γέλιο που ξεκινά εύκολα και καταλήγει πικρό.
Όταν ξαναπιάσατε τις «Δάφνες και Πικροδάφνες» μετά από χρόνια, τι ήταν αυτό που σας ξάφνιασε περισσότερο;
Η αλήθεια είναι ότι το κείμενο το ήξερα από παλιά. Ήξερα ποιο είναι το περιεχόμενό του, τι ακριβώς στηλιτεύει και διακωμωδεί. Η μεγάλη έκπληξη ήρθε όταν το ξαναέπιασα στα χέρια μου ύστερα από χρόνια και διαπίστωσα πόσο λίγο έχουν αλλάξει, στην ουσία τους, οι πολιτικές πρακτικές που εμφανίστηκαν στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης και μας έφεραν μέχρι το σημείο όπου βρισκόμαστε σήμερα.
Θα μπορούσε κανείς να το χαρακτηρίσει άχρονο;
Όχι, άχρονο δεν είναι. Το κείμενο είναι εποχής. Ο λόγος του και η ατμόσφαιρά του είναι εποχής.
Αυτό όμως λειτουργεί υπέρ του. Πολλές φορές, όταν ένα κείμενο μιλά ευθέως για το σήμερα και ο θεατής αναγνωρίζει αμέσως την εποχή του, δημιουργεί άμυνες. Κομπιάζει. Ξέρει από την πρώτη στιγμή ότι αυτό που βλέπει τον αφορά άμεσα και φτιάχνει ένα είδος προστασίας.
Όταν τον στέλνεις πίσω στον χρόνο, κάθεται πιο άνετα. Έχει την αίσθηση ότι «αυτό συνέβαινε κάποτε». Έτσι περνούν πολύ πιο εύκολα κάποια πράγματα. Η κατραπακιά έρχεται εκεί που δεν την περιμένεις.
Έχουμε τέσσερις άνδρες που μιλούν ασταμάτητα για πολιτική. Στην πραγματικότητα όμως μιλούν για επιρροή, χάρες, εξυπηρετήσεις και προσωπική επιβίωση. Είναι τελικά ένα έργο για τη σχέση του ανθρώπου με την εξουσία;
Νομίζω ότι η πολιτική είναι ανθρώπινη σχέση με την εξουσία. Δεν είναι διαφορετικά πράγματα. Οι ανθρώπινες σχέσεις είναι πολιτικές και η πολιτική είναι ανθρώπινη σχέση. Είναι αλληλένδετα.
Η προσπάθεια ενός ολόκληρου συστήματος να αποσυνδέσει την πολιτική από τις διαπροσωπικές, κοινωνικές και οικογενειακές μας σχέσεις μάς έχει οδηγήσει σε έναν ακραίο ατομικισμό. Έχουμε αποκτήσει την αίσθηση ότι η πολιτική είναι κάτι έξω και πέρα από εμάς, ότι σχεδιάζεται χωρίς εμάς, πίσω από κλειστές πόρτες, σε ψηλά κτίρια και τελευταίους ορόφους.
Υπάρχει μια πολύ σκληρή ιεράρχηση ακόμη και στο επίπεδο των αποφάσεων, η οποία δεν περιέχει τον λαό. Αυτό πλέον δύσκολα μπορεί να χαρακτηριστεί δημοκρατία.

Το εύκολο θα ήταν να δούμε αυτούς τους τέσσερις κομματάρχες σαν γραφικές φιγούρες μιας παλιάς Ελλάδας. Σκηνοθετικά φοβηθήκατε αυτή την παγίδα;
Δεν προσπάθησα να την αποφύγω. Δεν τη θεωρώ παγίδα, τη θεωρώ εργαλείο.
Είναι τόσο χοντροκομμένες, λόγω εποχής, οι συμπεριφορές τους και ταυτόχρονα τόσο οικείες, ώστε αν επιχειρήσεις να τις «μαλακώσεις» χάνεις ακριβώς την αίσθηση ότι τα πράγματα δεν έχουν αλλάξει.
Είχα τον πειρασμό να ξεχρονίσω το έργο. Είναι πολύ διαδεδομένο πλέον: παίρνουμε ένα έργο, το μεταφέρουμε στο σήμερα, αλλάζουμε σκηνικά, συμπεριφορές, πολλές φορές πειράζουμε και το κείμενο.
Δεν το έκανα. Το κείμενο έμεινε όπως είναι. Ακριβώς για να γίνει εντονότερη η αίσθηση ότι από το 1979, όταν γράφτηκε, μέχρι σήμερα η ουσία όχι μόνο δεν έχει αλλάξει, αλλά πολλές φορές δεν έχει αλλάξει ούτε η συμπεριφορά ούτε ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιείται ο λόγος.
Η κατασκευή του έργου θυμίζει λίγο παρτίδα πόκερ. Όλοι μπλοφάρουν, όλοι έχουν κάτι κρυμμένο και κάθε νέα πληροφορία αλλάζει τις συμμαχίες. Πώς μεταφέρεται αυτό στη σκηνή χωρίς να χαθεί μέσα στον πολύ λόγο;
Σκηνικά λειτουργεί σαν ένα διαρκές πινγκ πονγκ αντεγκλήσεων, αντρικών πειραγμάτων και μπλόφας.
Ο καθένας πετάει πάνω στο τραπέζι αυτό που θα ήθελε να έχει, παρότι εκείνη τη στιγμή δεν το έχει ακόμη εξασφαλίσει. Ρίχνουν διαρκώς άδεια για να πιάσουν γεμάτα. Παίρνουν μια πληροφορία και, ανάλογα με αυτήν, διαμορφώνουν το επόμενο βήμα τους.
Αυτό δημιουργεί από μόνο του την αίσθηση ότι δεν υπάρχει πραγματικά σχεδιαζόμενη πολιτική. Υπάρχει μια χαοτική, στιγμιαία διαδικασία όπου το μόνο που τους απασχολεί είναι ο προσωπικός συσχετισμός δυνάμεων.
Ακόμη και ο πιο ιδεαλιστής χαρακτήρας του έργου, γιατί υπάρχει ένας που κουβαλά κάποια στοιχεία ιδεαλισμού, στο τέλος παρασύρεται από αυτό το κύμα των συγκρούσεων και αναγκάζεται να ενσωματωθεί στη διαδικασία.
Άρα έχουν πραγματικές πολιτικές πεποιθήσεις;
Οι πεποιθήσεις και ο πολιτικός χώρος που εκπροσωπούν μεταφράζονται ως ιδεολογία, αλλά από κάτω υπάρχει ένα κενό γράμμα. Πρόκειται ουσιαστικά για ένα πλέγμα εξυπηρέτησης προσωπικών συμφερόντων.
Ξεκινά από τα υψηλά κλιμάκια, κατεβαίνει προς τους κομματάρχες και από εκεί διακλαδώνεται προς τα λαϊκά στρώματα.
Δεν υπάρχει ιδεολογία. Χρησιμοποιείται η πατρίδα, χρησιμοποιείται η σημαία, χρησιμοποιούνται οι πόλεμοι, χρησιμοποιούνται οι ήρωες. Όλα γίνονται πράγματα προς χρήση, μόνο και μόνο για να δημιουργηθούν εντυπώσεις με τελικό αποτέλεσμα το προσωπικό όφελος.
Ούτε καν οι ίδιοι οι υποψήφιοι δεν τους ενδιαφέρουν πραγματικά. Τους εργαλειοποιούν κι αυτούς.
Το έργο όμως είναι κωμωδία. Το γέλιο πού το τοποθετείτε; Θέλετε ο θεατής να γελάσει μαζί τους, να γελάσει εις βάρος τους ή κάποια στιγμή να συνειδητοποιήσει ότι γελά με κάτι που αναγνωρίζει πολύ καλά;
Είναι όλα μαζί. Ο θεατής γελάει μαζί τους, αλλά γελάει και εις βάρος τους.
Υπάρχει ένας σχεδόν εφηβικός παρορμητισμός στη συμπεριφορά τους. Στην ουσία είναι ανώριμοι άνθρωποι, άνθρωποι του καφενείου – χωρίς να θέλω να στιγματίσω το καφενείο.
Περιμένεις, όμως, από ανθρώπους που υποτίθεται ότι θέλουν να πάρουν τα ηνία της χώρας στα χέρια τους να έχουν μια άλλη ποιότητα.
Το γέλιο προκύπτει και από την αναγνώριση. Όλοι βλέπουμε μέσα τους κομμάτια του εαυτού μας ή συμπεριφορές που γνωρίζουμε. Από εκεί έρχεται και ο κλαυσίγελος, το πικρό γέλιο για την πορεία που μας έφερε μέχρι εδώ.
Υπάρχουν στιγμές που η υπερβολή σε κάνει να γελάς, αλλά το ίδιο γέλιο μπορεί λίγο μετά να σου αφήσει ένα ρίγος.
Σε αυτό το παιχνίδι υπάρχει και ένας πέμπτος χαρακτήρας, η Νόρα. Δεν εμφανίζεται ποτέ, αλλά κρατά ίσως το ισχυρότερο χαρτί. Τι αντιπροσωπεύει για εσάς;
Η Νόρα έχει πολλές πλευρές. Εκπροσωπεί την οικογενειοκρατία σε ένα υψηλότερο κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο, αλλά και εκείνους τους «μαριονετίστες» που παίζουν το παιχνίδι από πίσω, σε δεύτερο πλάνο.
Παράλληλα είναι μια γυναίκα γύρω από την οποία έχουν δημιουργηθεί σκάνδαλα, κάτι που στο συγκεκριμένο πλαίσιο ανήκει αρκετά στην εποχή του έργου.
Το σημαντικό όμως είναι άλλο: το πρόσωπο για το οποίο μιλούν διαρκώς, χωρίς να εμφανίζεται ποτέ, είναι γυναίκα. Για ένα έργο του 1979 αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Θα έλεγα ότι σε έναν βαθμό είναι και πρωτοποριακό.
Είναι από τις λίγες περιπτώσεις όπου η εξουσία αποκτά πραγματικά θηλυκό πρόσωπο.

Στο έργο υπάρχουν παλιές φωτογραφίες, μυστικά και ντοκουμέντα ικανά να καταστρέψουν έναν πολιτικό αν βγουν από το συρτάρι. Αν γραφόταν σήμερα, θα υπήρχε ακόμη το συρτάρι;
Όχι. Σίγουρα θα υπήρχε ένα κινητό τηλέφωνο.
Δεν ξέρω μάλιστα κατά πόσο η πληροφορία θα έμενε καν κρυμμένη. Σήμερα είναι τόσο εύκολη η διάδοσή της, ώστε πολλοί θα έμπαιναν στον πειρασμό να μη βάλουν τίποτα στο συρτάρι.
Αυτό που έχει επίσης ενδιαφέρον είναι ότι, όταν στο έργο διαμορφώνεται όλο αυτό το έδαφος των εκβιασμών, αντιλαμβάνεσαι πόσο κοντά βρίσκεται σε αυτά που συμβαίνουν σήμερα και βλέπουμε καθημερινά στα μέσα ενημέρωσης.
Αυτά που κάποτε γίνονταν πίσω από κλειστές πόρτες, πλέον είναι στο φως. Είναι σε κοινή θέα.
Σκηνοθετείτε και παίζετε στην ίδια παράσταση. Σε ένα έργο όπου οι ισορροπίες μεταξύ των τεσσάρων ηθοποιών χρειάζονται μεγάλη ακρίβεια, πόσο δύσκολο είναι να βρίσκεστε μέσα στο παιχνίδι και ταυτόχρονα να το κοιτάζετε απ’ έξω;
Έχει δυσκολίες. Η αλήθεια είναι ότι το έχω συνηθίσει, γιατί το κάνω χρόνια.
Το έμαθα και από τον Γιώργο Κιμούλη όταν ήμουν στη σχολή του. Με έπαιρνε από πολύ νωρίς στις παραστάσεις του, δούλευα μαζί του και παρακολουθούσα πώς μπορεί κάποιος να σκηνοθετεί και ταυτόχρονα να παίζει. Ο ίδιος το κάνει συστηματικά.
Δεν είναι εύκολο και εξαρτάται πάντοτε από το έργο. Πέρυσι, στον «Δράκο», ήταν πολύ πιο εύκολο. Φέτος, επειδή έχουμε εντελώς διαφορετικό είδος θεάτρου, οι δυσκολίες είναι μεγαλύτερες.
Υπάρχουν πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα. Προσωπικά αφήνω συχνά τους υπόλοιπους να ολοκληρώσουν τη δουλειά τους και μπαίνω εγώ αργότερα, ώστε να μπορώ να λειτουργήσω πιο καθαρά ως ηθοποιός. Η ομάδα είναι πολύ καλή και αυτό βοηθά σημαντικά.
Ο Κεχαΐδης και η Χαβιαρά έχουν γράψει έναν λόγο που μοιάζει να γεννιέται εκείνη τη στιγμή, παρότι είναι εξαιρετικά δουλεμένος. Ζητήσατε από τους ηθοποιούς απόλυτη ακρίβεια ή την αίσθηση ότι οι λέξεις τούς ξεφεύγουν;
Στα συγκεκριμένα κείμενα καλό είναι να μην ξεφεύγουν οι λέξεις, γιατί μετά δημιουργείται χάος.
Ο λαϊκός τους λόγος έχει πολλές αλλαγές, επαναλήψεις, διαφορετικούς ρυθμούς. Αν κάποιος δεν έχει ακρίβεια και μεθοδικότητα μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα μέσα στην παράσταση.
Η βασική οδηγία είναι να είμαστε συνεπείς στο κείμενο και στον λόγο, ακριβώς για να βγαίνει το ιδιαίτερο χρώμα του.
Αν αρχίσουμε να προσθέτουμε σύγχρονες εκφράσεις, το πράγμα αλλοιώνεται.
Αν ένας θεατής βγει από το Μηχανουργείο και πει «ευτυχώς, αυτά ανήκουν σε μια άλλη Ελλάδα», θα θεωρήσετε ότι η παράσταση απέτυχε;
Όχι. Αν είναι μόνο ένας! (γέλια)
Θεωρώ πάντως ότι είναι πολύ δύσκολο, βλέποντας αυτό το κείμενο, να πει κάποιος πως πρόκειται για μια άλλη Ελλάδα.
Το λέω με λύπη. Έχουμε φτάσει σε μια τόσο ακραία συνθήκη και πλέον έχουν βγει όλα στην επιφάνεια. Δεν υπάρχει σχεδόν τίποτα κρυφό.
Πρέπει πραγματικά να είναι κάποιος στην κοσμάρα του για να βγει και να πει: «εντάξει, αυτά τελείωσαν, όλα καλά».

ΙΝΦΟ
«Δάφνες και Πικροδάφνες» στο Μηχανουργείο
Πρεμιέρα: Σάββατο 10 Οκτωβρίου
Παραστάσεις έως: Κυριακή 1 Νοεμβρίου
Πέμπτη – Παρασκευή: 21.15
Σάββατο: 21.00
Κυριακή: 20.00
Πολυχώρος Πολιτισμού Μηχανουργείο, Ευμήλου 2-4, πίσω από τον Ιερό Ναό Αγίου Ανδρέα.
Εισιτήρια: 14 ευρώ κανονικό, 12 ευρώ μειωμένο, 10 ευρώ για οργανωμένους συλλόγους και ομάδες άνω των 10 ατόμων.
Πληροφορίες – κρατήσεις: 6937492516
Σκηνοθεσία: Γεράσιμος Ντάβαρης
Σκηνικά – κοστούμια: Μόνικα Λίλλη
Βοηθός σκηνοθέτη: Αντριάνα Μαγιάκη
Φωτισμοί: Κωνσταντίνος Θεοδωρόπουλος
Ηχητική επένδυση: Γεράσιμος Ντάβαρης
Παίζουν: Σπύρος Κανελλάκης, Βαγγέλης Μιχάλης, Γεράσιμος Ντάβαρης, Ηρακλής Τζαβέλλας
Παραγωγή: ΑΝΤΙΜΕΤΡΟ ΑΜΚΕ
Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη
Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.
Ακολουθήστε μας για όλες τις ειδήσεις στο Bing News και το Google News
