Γιάννης Μαστρογεωργίου: «Όπλο μας το ελληνικό ταλέντο» – Ο Ειδικός Γραμματέας Μακροπρόθεσμου Σχεδιασμού στην «Π»
Από την Τεχνητή Νοημοσύνη και την ψηφιακή μετάβαση, μέχρι την αντιμετώπιση κρίσεων και δημογραφικών προκλήσεων, η Γραμματεία σχεδιάζει με ορίζοντα δεκαετιών, ενισχύοντας την ανθεκτικότητα της χώρας και αξιοποιώντας το ελληνικό επιστημονικό ταλέντο. Στόχος: μια Ελλάδα έτοιμη για το 2040, ενεργή και καινοτόμος.

Η Ελλάδα του αύριο δεν μπορεί να προσεγγιστεί με μικροπολιτικές και βραχυπρόθεσμες αποφάσεις. Στη συνέντευξη που παραχώρησε στην εφημερίδα «Πελοπόννησος», ο Γιάννης Μαστρογεωργίου, Ειδικός Γραμματέας Μακροπρόθεσμου Σχεδιασμού της ελληνικής κυβέρνησης, εξηγεί πώς η δυναμική μονάδα που ηγείται επιχειρεί να προετοιμάσει τη χώρα για ένα μέλλον αβέβαιο και πολυδιάστατο.,
Από την Τεχνητή Νοημοσύνη και την ψηφιακή μετάβαση, μέχρι την αντιμετώπιση κρίσεων και δημογραφικών προκλήσεων, η Γραμματεία σχεδιάζει με ορίζοντα δεκαετιών, ενισχύοντας την ανθεκτικότητα της χώρας και αξιοποιώντας το ελληνικό επιστημονικό ταλέντο. Στόχος: μια Ελλάδα έτοιμη για το 2040, ενεργή και καινοτόμος.
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΥΣ ΘΕΟΔΩΡΟ ΛΟΥΛΟΥΔΗ ΚΑΙ ΣΩΤΗΡΗ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ
Κύριε Μαστρογεωργίου, έχετε έναν πολύ ειδικό ρόλο στην κυβέρνηση και ο κόσμος ενδεχομένως δεν έχει στο μυαλό του τι κάνετε. Θέλετε να μας εξηγήσετε;
Ο μακροπρόθεσμος σχεδιασμός στην πολιτική – και ιδιαίτερα στην Ελλάδα – μοιάζει συχνά με μια δύσκολη εξίσωση. Ωστόσο, εδώ και τέσσερα χρόνια λειτουργεί στην ελληνική κυβέρνηση μια πρότυπη μονάδα που ασχολείται ακριβώς με αυτόν τον σκοπό, την παραγωγή δημόσιας πολιτικής με ορίζοντα το μέλλον. Η δημιουργία της έγινε συνειδητά με απόφαση του Πρωθυπουργού για δύο βασικούς λόγους.
Πρώτον, η σύσταση της Γραμματείας συνέπεσε με το τέλος της υγειονομικής κρίσης του κορονοϊού και λίγο πριν την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία. Εκείνη την περίοδο έγινε σαφές, τόσο στην Ευρωπαϊκή Ένωση όσο και στην Ελλάδα, ότι το μέλλον δεν εξελίσσεται πλέον γραμμικά. Συχνά τα γεγονότα που θεωρούμε πιθανότερα δεν συμβαίνουν, ενώ εμφανίζονται καταστάσεις που δεν έχουμε προβλέψει ή για τις οποίες δεν έχουμε προετοιμαστεί.
Σε έναν κόσμο που χαρακτηρίζεται από μεταβλητότητα, αβεβαιότητα, πολυπλοκότητα και ασάφεια – αυτό που διεθνώς περιγράφεται ως VUCA – είναι αναγκαίο να υπάρχει προετοιμασία για διαφορετικά σενάρια. Εμείς συνηθίζουμε να το αποδίδουμε με τον όρο «ΜΑΠΑ»: μεταβαλλόμενος, αβέβαιος, πολυπαραγοντικός και ασαφής κόσμος.
Σήμερα ζούμε σε μια περίοδο αλλεπάλληλων κρίσεων. Κάποιοι μιλούν για «polycrisis», δηλαδή πολλαπλές ταυτόχρονες κρίσεις, ενώ άλλοι για «permacrisis», μια κατάσταση μόνιμης κρίσης. Σε αυτό το περιβάλλον είναι απαραίτητος ο μακροπρόθεσμος σχεδιασμός: να κοιτάμε όχι μόνο το αύριο αλλά και το μεθαύριο, να επεξεργαζόμαστε εναλλακτικά σενάρια και να ενισχύουμε την ανθεκτικότητα της Ελλάδας και της Ευρώπης. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, πιστεύω ότι η μικρή αυτή μονάδα έχει ήδη επιτελέσει σημαντικό έργο.
Σε ποιο πεδίο έχετε παρέμβει και έχει φέρει αποτέλεσμα; Επίσης, τα τελευταία χρόνια έχουμε μια ραγδαία εξέλιξη στην τεχνολογία που βοηθά στις προβλέψεις αλλά έχουμε και τις απρόβλεπτες εξελίξεις από την εκλογή Τραμπ κι έπειτα. Μπορεί να γίνει πιστευτό ότι οι σχεδιασμοί και οι μελέτες θα έρθουν σε εφαρμογή;
Καταρχάς θα ήθελα να επισημάνω ότι δεν χρησιμοποιούμε τον όρο «πρόβλεψη» για το μέλλον. Το μέλλον δεν μπορεί να προβλεφθεί και κανείς δεν διαθέτει μια «γυάλινη σφαίρα» για να γνωρίζει τι θα συμβεί. Επομένως, αυτό δεν είναι ούτε ο στόχος ούτε η δουλειά μας.
Αυτό που κάνουμε είναι να προετοιμαζόμαστε μέσα από εναλλακτικά σενάρια, ώστε όταν προκύψουν εξελίξεις να είμαστε έτοιμοι να ανταποκριθούμε. Στόχος μας είναι να διαμορφώνουμε τις κατάλληλες συνθήκες και να εκπαιδεύουμε τη διοίκηση στο πώς θα διαχειρίζεται τόσο τις κρίσεις όσο και τις ευκαιρίες που εμφανίζονται.
Και είναι σημαντικό να τονιστεί ότι δεν μιλάμε μόνο για κρίσεις. Υπάρχουν και μεγάλες ευκαιρίες που ανοίγονται μπροστά μας. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Τεχνητή Νοημοσύνη. Ως Ειδική Γραμματεία Μακροπρόθεσμου Σχεδιασμού αναλάβαμε την εκπόνηση της Εθνικής Στρατηγικής για την Τεχνητή Νοημοσύνη, ακριβώς επειδή πρόκειται για μια εξέλιξη που ήδη επηρεάζει την κοινωνία και θα έχει ακόμη μεγαλύτερο αντίκτυπο τα επόμενα χρόνια.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη θα επηρεάσει οριζόντια και κάθετα πολλούς τομείς της οικονομίας και της καθημερινότητας, από την εργασία μέχρι τη λειτουργία των θεσμών. Για τον λόγο αυτό απαιτείται ένας σαφής, μελλοντοστραφής και μακροπρόθεσμος σχεδιασμός, τον οποίο εκπονήσαμε με τη συμβολή διακεκριμένων επιστημόνων.
Πείτε μας δύο λόγια για το μέλλον της Ελλάδας στην Τεχνητή Νοημοσύνη. Ποιος είναι ο σχεδιασμός; Επιπλέον, τι έχει παράξει η Ειδική Γραμματεία και χρησιμοποιήθηκε από το 2022 κι έπειτα;
Πέρα από το Εθνικό Σχέδιο για την Τεχνητή Νοημοσύνη, το οποίο παρουσιάσαμε το 2024 και ήδη αρχίζει να υλοποιείται, έχουμε αναπτύξει και μια σειρά από πρωτοβουλίες που αξιοποιούνται στη δημόσια διοίκηση. Μεταξύ αυτών είναι μελέτες για την αντιμετώπιση των ψευδών ειδήσεων, ένα ζήτημα που αφορά άμεσα και τον δημοσιογραφικό κόσμο, καθώς πρόκειται για μια σημαντική απειλή για τη δημόσια σφαίρα και τη δημοκρατική λειτουργία της κοινωνίας.
Παράλληλα, έχουμε εκπονήσει κείμενα πολιτικής που έχουν διαχυθεί οριζόντια στη δημόσια διοίκηση σχετικά με τις δεξιότητες που θα χρειαστεί ο εργαζόμενος του μέλλοντος, ώστε να μπορέσει να ανταποκριθεί στις προκλήσεις που φέρνουν η τεχνολογία και οι αλλαγές στην αγορά εργασίας. Ιδιαίτερη σημασία δίνουμε και στην εκπαίδευση, γι’ αυτό και υλοποιούμε προγράμματα foresight και μακροπρόθεσμου σχεδιασμού στην Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης.
Στο ίδιο πλαίσιο, ξεκινήσαμε συνεργασία με την Ελληνική Αστυνομία, προκειμένου να μπορεί να εντοπίζει έγκαιρα τις νέες τάσεις και τα λεγόμενα «ασθενή σήματα» που προκύπτουν στο κοινωνικό και τεχνολογικό περιβάλλον. Στόχος είναι οι δημόσιοι θεσμοί να μην ακολουθούν απλώς τις εξελίξεις, αλλά να μπορούν να τις αντιλαμβάνονται εγκαίρως και να προσαρμόζονται σε αυτές.
Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι αυξανόμενο ενδιαφέρον δείχνει και ο ιδιωτικός τομέας. Πολλοί κλάδοι και επιχειρήσεις απευθύνονται στη Γραμματεία, ζητώντας να αξιοποιήσουν την τεχνογνωσία που έχει αναπτυχθεί, ώστε να προετοιμαστούν καλύτερα για τις αλλαγές και τις προκλήσεις που φέρνει το μέλλον.
Τεχνητή νοημοσύνη. Πως σχεδιάζουμε, που θέλουμε να είμαστε σε πόσα χρόνια; Γενικά πως πηγαίνουμε ως χώρα;
Καταρχάς είναι σημαντικό να γνωρίζουν οι πολίτες ότι η Ελλάδα διαθέτει πλέον μια συγκροτημένη και συγκεκριμένη εθνική στρατηγική για την Τεχνητή Νοημοσύνη. Πρόκειται για μια φιλόδοξη και αρκετά εμπροσθοβαρή στρατηγική, που δείχνει ότι η χώρα έχει κάνει σημαντικά βήματα τα τελευταία χρόνια στην ψηφιακή της μετάβαση. Ιδιαίτερα την περίοδο 2019-2023, και με αφορμή την πανδημία, η Ελλάδα πραγματοποίησε σημαντικά άλματα στον ψηφιακό μετασχηματισμό.
Ήδη, από τις προτάσεις που είχαν κατατεθεί στο πλαίσιο της στρατηγικής, τρεις από τις έξι βασικές έχουν αρχίσει να υλοποιούνται μέσα σε περίπου 18 μήνες. Αυτό σημαίνει ότι η χώρα δεν παρακολουθεί πλέον απλώς τις τεχνολογικές εξελίξεις, όπως συνέβαινε σε προηγούμενες περιόδους, αλλά επιδιώκει να συμμετέχει ενεργά στη διαμόρφωσή τους.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η συμμετοχή της Ελλάδας στο ευρωπαϊκό πρόγραμμα δημιουργίας των πρώτων «AI Factories». Η χώρα συμμετέχει, μαζί με άλλες έξι ευρωπαϊκές χώρες, στην ανάπτυξη ενός τέτοιου οικοσυστήματος. Δεν πρόκειται για φυσικά εργοστάσια, αλλά για δομές που θα υποστηρίζουν την ανάπτυξη αλγορίθμων και εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης, κυρίως για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Οι τομείς στους οποίους θα δοθεί έμφαση περιλαμβάνουν τη βιωσιμότητα, το κλίμα, την ενέργεια, την υγεία, αλλά και τη γλώσσα και τον ελληνικό πολιτισμό. Στόχος είναι να αναπτυχθούν συστήματα τεχνητής νοημοσύνης που θα αξιοποιούν τον ιδιαίτερο πλούτο της ελληνικής γλώσσας και θα στηρίζουν την καινοτομία στην οικονομία. Στο πλαίσιο αυτό δημιουργείται και το ελληνικό AI Factory «Φάρος», το οποίο φιλοδοξεί να αποτελέσει ένα από τα πιο δυναμικά κέντρα ανάπτυξης τεχνητής νοημοσύνης στη χώρα, με δυνατότητες συμμετοχής και για ελληνικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Αρα στις θεαματικές εξελίξεις, εμείς απαντάμε με την «ελληνική συμμετοχή»; Με την ελληνική εξειδίκευση στα όσα συναρπαστικά ζούμε;
Η βασική ελληνική εξειδίκευση στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης ξεκινά από το ανθρώπινο δυναμικό. Η χώρα διαθέτει εξαιρετικά ποιοτικό επιστημονικό ταλέντο, με Έλληνες ερευνητές, ακαδημαϊκούς και επιστήμονες που δραστηριοποιούνται διεθνώς σε όλο το φάσμα της τεχνητής νοημοσύνης.
Από κορυφαίους επιστήμονες της πληροφορικής και των υπολογιστών, όπως ο Κωστής Δασκαλάκης, με τον οποίο συνεργαστήκαμε για την εκπόνηση της Εθνικής Στρατηγικής, μέχρι ειδικούς που ασχολούνται με τα νομικά και ρυθμιστικά ζητήματα της τεχνητής νοημοσύνης και τον τρόπο με τον οποίο ενσωματώνεται στην κοινωνία.
Αυτό είναι το μεγάλο μας όπλο: Το ανθρώπινο ελληνικό ταλέντο.
Αυτοί οι άνθρωποι όμως είναι μονάδες που συνήθως αξιοποιούνται από εταιρείες. Υπάρχει σχεδιασμός να το εκμεταλλευτούμε;
Υπάρχουν πολλοί εξειδικευμένοι Έλληνες επιστήμονες του εξωτερικού που σταδιακά επιστρέφουν στη χώρα για να συμβάλουν στην ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο Θάνος Παπαδημητρίου, ο οποίος επέστρεψε από το εξωτερικό για να αναλάβει πρόεδρος του ελληνικού AI Factory «Φάρος».
Το επόμενο βήμα, κατά την άποψή μου, είναι η δημιουργία ενός κέντρου αριστείας για την τεχνητή νοημοσύνη στην Ελλάδα, το οποίο θα λειτουργήσει ως «μαγνήτης» για Έλληνες επιστήμονες που δραστηριοποιούνται στο εξωτερικό και θα τους δώσει κίνητρο να επιστρέψουν και να προσφέρουν τη γνώση και την εμπειρία τους στη χώρα.
Παράλληλα, η τεχνητή νοημοσύνη δίνει τη δυνατότητα σε πολλούς επιστήμονες να εργάζονται για τη χώρα τους από οποιοδήποτε σημείο του κόσμου. Ακόμη και όσοι επιλέξουν να παραμείνουν στο εξωτερικό για προσωπικούς ή οικογενειακούς λόγους μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά στην ελληνική προσπάθεια, κάτι που είναι εξίσου σημαντικό και αναγκαίο.
Ένα από τα προβλήματα που υπάρχουν είναι ότι ψάχνουμε εργατικό δυναμικό αλλά ταυτόχρονα υπάρχει ανεργία και λείπουν μοντέρνες δεξιότητες. Τι είδους δεξιότητες θα προτείνατε στον κόσμο να αποκτήσει;
Υπάρχουν δύο βασικές προτεραιότητες για να προετοιμαστούμε για τον ψηφιακό κόσμο και την τεχνητή νοημοσύνη. Πρώτον, όλοι χρειαζόμαστε διαρκή δια βίου μάθηση και αναβάθμιση δεξιοτήτων (re-skilling, up-skilling) ώστε να κατανοούμε και να χειριζόμαστε σωστά την τεχνολογία, αποφεύγοντας τις παγίδες που δημιουργεί, όπως η τάση να ανθρωπομορφούμε τα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα.
Δεύτερον, πρέπει να ενισχύσουμε τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά που μας διαφοροποιούν από τη μηχανή: δημιουργικότητα, φαντασία, ανθρώπινες σχέσεις, διάλογο και κατανόηση του προβλήματος του άλλου. Αυτά δεν μπορούν να αναπληρωθούν από έναν αλγόριθμο και πρέπει να καλλιεργούνται από τη βρεφική ηλικία και καθ’ όλη τη ζωή.
Η τεχνητή νοημοσύνη εξελίσσεται ταχύτατα και, μέσα στην επόμενη δεκαετία, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να φτάσουμε σε AGI – τεχνητή νοημοσύνη εφάμιλλη του ανθρώπινου επιπέδου. Σε ένα τέτοιο μέλλον, η μηχανή θα μπορεί να εκτελεί πολλές εργασίες πιο γρήγορα και αποτελεσματικά από εμάς, θέτοντας το βασικό ερώτημα: «Τι θα κάνουμε εμείς;». Αυτό αφορά όλους – νέους, οικογένειες και ενήλικες – και θέτει την πρόκληση για τον τρόπο που θα παραμείνουμε ενεργοί, δημιουργικοί και ουσιαστικά ανθρώπινοι στην ψηφιακή εποχή.
Δυτική Ελλάδα. Στοιχεία δείχνουν ότι βρίσκεται χαμηλά στο ΑΕΠ τόσο της Ελλάδας αλλά και της ΕΕ. Παρόλα αυτά στην περιοχή έχουν διατεθεί δις ευρώ όλα αυτά τα χρόνια. Τι δεν πήγε καλά;
Το τι δεν πήγε καλά στην Δυτική Ελλάδα το ξέρετε καλύτερα εσείς που το βιώνετε καθημερινά. Η χώρα βρέθηκε το 2011 σε κατάσταση χρεοκοπίας και περίπου 500.000 Έλληνες υψηλού επιπέδου έφυγαν στο εξωτερικό. Κάποιοι επιστρέφουν σήμερα, άλλοι μπορούν να συνεισφέρουν από μακριά, για να ξαναχτίσουμε μια Ελλάδα με καλύτερους θεσμούς, δομές και προτεραιότητες.
Στην Πάτρα, πόλη που επισκέπτομαι τακτικά, βλέπω υποδομές και ισχυρή ακαδημαϊκή βάση στα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα, αλλά η περιοχή ψάχνει ακόμη τον βηματισμό της. Είναι σημαντικό να αποφασιστεί ποιο μοντέλο ανάπτυξης θέλουμε για αυτήν και τις πόλεις γενικότερα, καθώς δημογραφικές αλλαγές, κλιματική κρίση και κοινωνικές ανακατατάξεις θα αλλάξουν τη γεωγραφία του πληθυσμού.
Παράδειγμα είναι η Αθήνα: αν συνεχιστεί η αύξηση θερμοκρασιών, πολλοί θα μετακινηθούν σε ορεινότερες περιοχές για δροσιά. Τέτοιες μετατοπίσεις επηρεάζουν το παραγωγικό και τουριστικό μοντέλο της χώρας και πρέπει να ληφθούν υπόψη στον σχεδιασμό.
Ένα ρεαλιστικό σενάριο για τη Δυτική Ελλάδα και την Πάτρα για τις επόμενες 1-2 δεκαετίες;
Από μένα μην περιμένετε συγκεκριμένη πρόταση για την Πάτρα· δεν μπορώ να δώσω ρεαλιστική απάντηση από την Αθήνα. Αυτό που μπορώ να επισημάνω με βεβαιότητα είναι το εξαιρετικό ανθρώπινο ταλέντο που υπάρχει στα πανεπιστήμια, τα ερευνητικά κέντρα και το οικοσύστημα καινοτομίας της πόλης. Οι κάτοικοι και οι τοπικοί φορείς πρέπει να βρουν τον τρόπο να το αξιοποιήσουν.
Παράδειγμα είναι η πρόσφατη συνεργασία με το ΕΛΚΑΚ, το ελληνικό Κέντρο Πραγματικής Καινοτομίας, που αν συνδεθεί παραγωγικά με τα δυνατά σημεία της Πάτρας, μπορεί να φέρει πολύ θετικά αποτελέσματα για την περιοχή.
Μας είπατε πως δεν κάνετε προβλέψεις, όμως στην ειδική γραμματεία σχεδιάζεται. Πως σχεδιάζετε την Ελλάδα του 2040; Που πάμε;
Η Ελλάδα το 2040 πρέπει να έχει θάρρος και παρουσία σε όλα τα διεθνή φόρα, ενεργειακή και τεχνολογική αυτονομία, να παράγει ταλέντο και γνώση, και να βρει τη θέση της στην υψηλή τεχνολογία. Στόχος είναι να επενδύσει στο ανθρώπινο κεφάλαιο και να γίνει μια χώρα που νοιάζεται για το τι κάνει, αφήνοντας το αποτύπωμά της μέσω του πλούσιου ανθρώπινου ταλέντου της.
Πέρα από τις έκτακτες κρίσεις και τις προκλήσεις, υπάρχουν και οι προκλήσεις μόνιμου χαρακτήρα όπως το δημογραφικό. Θα πρέπει να προετοιμαστούμε για μια «πιο μικρή Ελλάδα» τα επόμενα χρόνια;
Οι δημογραφικές τάσεις δείχνουν ότι τα επόμενα χρόνια η Ελλάδα θα δεχθεί σημαντική πληθυσμιακή πίεση. Πρόκειται για καμπύλες που δεν αναστρέφονται γρήγορα· όπως συμβαίνει και με την κλιματική κρίση, χρειάζεται χρόνος μέχρι να σταθεροποιηθούν και να αλλάξουν πορεία. Για τον λόγο αυτό είναι σημαντικό η χώρα να προετοιμαστεί εγκαίρως και να αξιοποιήσει όσο το δυνατόν καλύτερα το ανθρώπινο δυναμικό που διαθέτει.
Σε αυτό το πλαίσιο, πρέπει να εξεταστεί πώς θα ενισχυθεί η συμμετοχή των γυναικών στην παραγωγική διαδικασία, αλλά και πώς η τεχνολογία μπορεί να καλύψει μέρος του παραγωγικού κενού που ενδέχεται να δημιουργηθεί τα επόμενα 20 έως 30 χρόνια, μέχρι να αρχίσει να αντιστρέφεται η δημογραφική τάση.
Παράλληλα, χρειάζεται να ανοίξει και η συζήτηση για την ενεργό γήρανση. Δεν αφορά μόνο τη μείωση των γεννήσεων, αλλά και το γεγονός ότι το προσδόκιμο ζωής αυξάνεται χάρη στη βελτίωση της υγείας και της ιατρικής. Σήμερα πολλοί άνθρωποι, ακόμη και μετά τα 65, έχουν τη δυνατότητα και τη διάθεση να παραμείνουν ενεργοί. Επομένως, πρέπει να εξεταστούν τρόποι ώστε όσοι το επιθυμούν να συνεχίσουν να προσφέρουν παραγωγικά στην κοινωνία, σε ένα πλαίσιο που θα αξιοποιεί την εμπειρία και τις δυνατότητές τους.
Εκτός από τις πολιτικές υπάρχει και το ζήτημα των πόρων. Αν είχαμε απεριόριστους πόρους, που θα έπρεπε να επενδύσουμε σαν χώρα;
Δεν είμαι βέβαιος ότι η απάντηση που θα δώσω συνδέεται άμεσα με το δημογραφικό ζήτημα, όμως θεωρώ ότι υπάρχει μια βασική εθνική προτεραιότητα που σχετίζεται με το μέλλον της χώρας: η δια βίου μάθηση.
Από την εμπειρία μου και τη συνεχή ενασχόληση με την τεχνολογία και ιδιαίτερα με την τεχνητή νοημοσύνη, γίνεται σαφές ότι οι εξελίξεις προχωρούν με εξαιρετικά γρήγορους ρυθμούς. Για τον λόγο αυτό όλοι, ανεξαρτήτως ηλικίας, φύλου ή εκπαιδευτικού υπόβαθρου, χρειάζεται να μαθαίνουμε συνεχώς και να αναβαθμίζουμε τις γνώσεις και τις δεξιότητές μας.
Η αντίληψη ότι κάποιος «ολοκλήρωσε τις σπουδές του» δεν ανταποκρίνεται πλέον στη σύγχρονη πραγματικότητα. Η γνώση δεν σταματά ποτέ και η εκπαίδευση πρέπει να είναι μια διαρκής διαδικασία. Μόνο έτσι μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τις μεγάλες τεχνολογικές προκλήσεις που διαμορφώνουν το μέλλον.
Η επένδυση στη δια βίου μάθηση αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες για να μπορέσει η κοινωνία να προσαρμοστεί στις αλλαγές και να αξιοποιήσει τις ευκαιρίες που δημιουργεί η νέα εποχή.
Εχουν γίνει άλματα στον ψηφιακό μετασχηματισμό του κράτους, αλλά ορισμένα προβλήματα στην εξυπηρέτηση του πολίτη παραμένουν. Που εντοπίζετε το βασικό πρόβλημα και που πρέπει να ρίξουμε βάρος;
Το συγκεκριμένο ζήτημα ξεφεύγει από το εύρος των αρμοδιοτήτων μου και είναι πιο αρμόδιοι να απαντήσουν οι υπουργοί ή οι γενικοί γραμματείς των αρμόδιων υπουργείων, όπως του Υπουργείου Εσωτερικών ή του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης.
Ωστόσο, στον βαθμό που μπορώ να τοποθετηθώ, θεωρώ ότι η ψηφιακή μετάβαση της χώρας πρέπει οπωσδήποτε να συνεχιστεί. Τα τελευταία χρόνια αποδείχθηκε ότι αποτελεί ένα ισχυρό εργαλείο για την αντιμετώπιση χρόνιων προβλημάτων της δημόσιας διοίκησης, όπως η γραφειοκρατία και οι αργές διαδικασίες που ταλαιπωρούσαν τους πολίτες.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το Κτηματολόγιο, από το οποίο οι περισσότεροι πολίτες έχουν περάσει ή θα χρειαστεί να περάσουν για κάποια υπόθεση. Η ψηφιακή του εξέλιξη δείχνει τι μπορεί να πετύχει μια σοβαρή και οργανωμένη ψηφιακή πολιτική με στόχο την καλύτερη εξυπηρέτηση του πολίτη.
Πριν από λίγα χρόνια τέτοιες δυνατότητες έμοιαζαν σχεδόν με επιστημονική φαντασία. Σήμερα, όμως, αυτό που κάποτε θεωρούσαμε «science fiction» μετατρέπεται σταδιακά σε «science fact», κάτι που αποδεικνύει πόσο γρήγορα αλλάζει η πραγματικότητα γύρω μας.
Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη
Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.
Ακολουθήστε μας για όλες τις ειδήσεις στο Bing News και το Google News