Γιατί το βουνό μεγαλώνει: Η φοροδιαφυγή έγινε φορο-αδυναμία

Η ψηφιακή εποπτεία έκανε τις συναλλαγές περισσότερο ορατές. Η είσπραξη, όμως, απαιτεί μια οικονομία με επαρκή ρευστότητα.

Γιατί το βουνό μεγαλώνει: Η φοροδιαφυγή έγινε φορο-αδυναμία

Σπάνια μια οικονομική πολιτική επενδύει τόσα σε έναν στόχο και βλέπει το αντίθετο αποτέλεσμα. Εδώ και χρόνια, η φορολογική αρχή αναπτύσσει ένα ισχυρό ψηφιακό οπλοστάσιο: myDATA, διασύνδεση ταμειακών με POS, ηλεκτρονικά βιβλία, ψηφιακό πελατολόγιο, υποχρεωτική ηλεκτρονική τιμολόγηση και διασταυρώσεις δεδομένων.

Ο στόχος είναι σαφής: περισσότερη διαφάνεια, περιορισμός της φοροδιαφυγής και αύξηση της εισπραξιμότητας. Η ψηφιοποίηση έχει πράγματι κλείσει πολλά κενά. Παράλληλα, όμως, το βουνό των ληξιπρόθεσμων οφειλών παραμένει.

Στην αρχή του 2026, οι φορολογούμενοι με ληξιπρόθεσμα χρέη προς το Δημόσιο ξεπέρσαν τα 4,8 εκατομμύρια. Τα νέα ληξιπρόθεσμα χρέη του πρώτου τριμήνου ξεπέρασαν τα 3 δισ. ευρώ. Την ίδια περίοδο, οι εισπράξεις από ληξιπρόθεσμες οφειλές έφτασαν περίπου τα 1,78 δισ. ευρώ. Η εισπρακτική προσπάθεια αποδίδει, αλλά το απόθεμα των χρεών παραμένει εξαιρετικά υψηλό.

Πώς εξηγείται το παράδοξο; Η απάντηση βρίσκεται σε τέσσερις δομικές αιτίες: βεβαίωση χωρίς αντίστοιχη είσπραξη, χρονική ασυμφωνία φόρων και ταμειακών ροών, άνιση πίεση στους ίδιους φορολογουμένους και μια χιονοστιβάδα οφειλών που αποδυναμώνει τη φορολογική βάση του αύριο.

Πρώτη αιτία: Τα μέτρα καταγράφουν, η ρευστότητα πληρώνει

Η τεχνολογική φαρέτρα της φορολογικής διοίκησης αντιμετωπίζει κυρίως το πρόβλημα της απόκρυψης. Φέρνει στο φως συναλλαγές που παλαιότερα έμεναν αόρατες, επιτρέπει ταχύτερες διασταυρώσεις και δημιουργεί ακριβέστερη φορολογική εικόνα. Αυτό αποτελεί πραγματικό επίτευγμα. Η βεβαίωση, όμως, απέχει από την είσπραξη.

Όταν το κράτος βεβαιώνει φόρο σε μια επιχείρηση χωρίς διαθέσιμο ταμείο, το ποσό εμφανίζεται ως δημόσιο έσοδο, αλλά σύντομα μπορεί να μετατραπεί σε ληξιπρόθεσμη οφειλή. Το αόρατο γίνεται ορατό, χωρίς να γίνεται αυτομάτως εισπράξιμο. Σε αυτό το σημείο, η φοροδιαφυγή συναντά τη φορο-αδυναμία. Η πρώτη αφορά την απόκρυψη μιας φορολογητέας ύλης. Η δεύτερη αφορά την αδυναμία εμπρόθεσμης πληρωμής μιας υποχρέωσης που έχει ήδη καταγραφεί.

Η διάκριση έχει σημασία. Το πρώτο πρόβλημα χρειάζεται έλεγχο. Το δεύτερο χρειάζεται ροή.

Δεύτερη αιτία: Ο φόρος προηγείται συχνά της είσπραξης

Κάθε λογιστήριο γνωρίζει τη χρονική ασυμφωνία. Στο κανονικό καθεστώς ΦΠΑ, μια επιχείρηση μπορεί να κληθεί να αποδώσει τον φόρο ενός τιμολογίου πριν εισπράξει την απαίτησή της. Το τιμολόγιο μπορεί να εξοφληθεί σε 90, 120 ή 180 ημέρες. Η φορολογική προθεσμία, όμως, ακολουθεί το δικό της ημερολόγιο.

Αντίστοιχα, η προκαταβολή φόρου επιβαρύνει τη σημερινή ρευστότητα έναντι της φορολογικής υποχρέωσης της επόμενης χρήσης. Οι ασφαλιστικές εισφορές και οι λοιπές πάγιες υποχρεώσεις συνεχίζουν επίσης να τρέχουν ανεξάρτητα από τον χρόνο είσπραξης των πελατών. Το κράτος ζητά ρευστό σε συγκεκριμένες ημερομηνίες από μια οικονομία που συχνά πληρώνεται με μεγάλη καθυστέρηση. Παράλληλα, πολλές μικρομεσαίες επιχειρήσεις αποκτούν τραπεζική χρηματοδότηση μόνο με εμπράγματες εξασφαλίσεις ή προσωπικές εγγυήσεις.

Η εξίσωση χρειάζεται κάτι περισσότερο από αυστηρότερο έλεγχο. Χρειάζεται έναν μηχανισμό που γεφυρώνει τον χρόνο ανάμεσα στην έκδοση και την είσπραξη.

Τρίτη αιτία: Η πίεση συγκεντρώνεται στους ίδιους

Υπάρχει και μια κρίσιμη ασυμμετρία. Ο ψηφιακός κλοιός λειτουργεί αποτελεσματικότερα γύρω από τον εμφανή, εντοπίσιμο και ενεργό επαγγελματία. Εκείνον που εκδίδει παραστατικά, διατηρεί τραπεζικούς λογαριασμούς, απασχολεί προσωπικό και συνεχίζει να δραστηριοποιείται. Αντίθετα, μια εταιρεία που κλείνει, αδρανοποιείται ή αφήνει πίσω της ελάχιστη περιουσία προσφέρει πολύ μικρότερες δυνατότητες είσπραξης. Το ύψος των οφειλών που έχουν χαρακτηριστεί ανεπίδεκτες είσπραξης αποτυπώνει ακριβώς αυτή τη δυσκολία.

Έτσι, το κράτος αντλεί περισσότερα από τη φορολογική βάση που παραμένει ορατή και ενεργή. Ο συνεπής επαγγελματίας αισθάνεται ότι η δική του συνέπεια καλύπτει σταδιακά και το κενό όσων αποχώρησαν από το σύστημα αφήνοντας χρέη. Αυτό αποτελεί και ζήτημα εμπιστοσύνης. Η φορολογική συμμόρφωση χρειάζεται κανόνες, αλλά χρειάζεται επίσης την πεποίθηση ότι το βάρος κατανέμεται δίκαια.

Τέταρτη αιτία: Η οφειλή γεννά νέα οφειλή

Η τελευταία αιτία λειτουργεί σαν χιονοστιβάδα. Μια κατά βάση βιώσιμη επιχείρηση καθυστερεί μία φορολογική δόση λόγω προσωρινής στενότητας. Στη συνέχεια προστίθενται τόκοι και προσαυξήσεις. Αν ακολουθήσει δέσμευση λογαριασμού ή άλλο μέτρο είσπραξης, η επιχείρηση χάνει ένα μέρος της δυνατότητας να λειτουργήσει. Οι πληρωμές προς προμηθευτές καθυστερούν. Οι νέες παραγγελίες περιορίζονται. Ο τζίρος υποχωρεί. Μαζί του μειώνονται και οι φόροι που θα μπορούσε να αποδώσει η ίδια επιχείρηση στο μέλλον.

Ένα μέτρο που επιδιώκει το σημερινό έσοδο μπορεί, όταν εφαρμόζεται χωρίς διάκριση στη δυνατότητα πληρωμής, να αποδυναμώσει την πηγή των αυριανών εσόδων. Είναι η δημοσιονομική εκδοχή του να θυσιάζεις την κότα για το σημερινό αυγό. Η αποτελεσματική πολιτική είσπραξης χρειάζεται, επομένως, να ξεχωρίζει τον στρατηγικό κακοπληρωτή από τη βιώσιμη επιχείρηση που αντιμετωπίζει προσωρινό ταμειακό κενό.

Η καλύτερη εισπρακτική πολιτική

Η συζήτηση για τα ληξιπρόθεσμα χρέη επικεντρώνεται συνήθως στα μέτρα αναγκαστικής είσπραξης. Όμως, η αποτελεσματικότερη εισπρακτική πολιτική αρχίζει νωρίτερα: πριν η φορολογική υποχρέωση μετατραπεί σε ληξιπρόθεσμη οφειλή.

Ένας μηχανισμός όπως ο ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ, που μπορεί να πληρώνει ένα τιμολόγιο σε ώρες αντί για μήνες, αλλάζει τη χρονική σειρά του προβλήματος. Η επιχείρηση αποκτά ρευστότητα πριν έρθει η ώρα να αποδώσει τον φόρο. Έτσι, ο ΦΠΑ βρίσκει εγκαίρως τον δρόμο προς τα δημόσια ταμεία, επειδή ο επιχειρηματίας έχει ήδη εισπράξει την αξία της συναλλαγής.

Παράλληλα, οι αυτόνομοι λογαριασμοί με προγραμματιζόμενο χρήμα μπορούν να διαχωρίζουν τον φόρο αυτόματα στην πηγή, σε κάθε είσπραξη. Ο ΦΠΑ κατευθύνεται απευθείας στον προορισμό του, αντί να ενσωματώνεται προσωρινά στη διαθέσιμη ρευστότητα της επιχείρησης. Με αυτόν τον σχεδιασμό, το σύστημα περιορίζει από την αρχή τη δημιουργία νέων ληξιπρόθεσμων οφειλών.

Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η αξιακή χρηματοδότηση. Προσφέρει στις βιώσιμες επιχειρήσεις πρόσβαση σε κεφάλαιο με βάση τις πραγματικές οικονομικές ροές και την παραγωγική τους δυναμική. Τις βοηθά, επομένως, να συνεχίσουν να λειτουργούν, να επενδύουν και να εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους.

Η φορολογική συνέπεια απαιτεί αποτελεσματικούς ελέγχους και σαφείς κανόνες. Απαιτεί, όμως, και μια οικονομία που διαθέτει επαρκή ρευστότητα. Γιατί ένα βουνό χρεών χαμηλώνει δύσκολα μόνο με φτυάρια, χρειάζεται πρώτα να σταματήσει το χιόνι που το ψηλώνει.

Χρήστος Ι. Γρηγοράτος,
Accountsaints, Λογιστής – Φοροτεχνικός, Μέλος ΟΕΕ

Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη

Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.

Viber: +306909196125

Από το Δίκτυο