Hokum: Στάχτες και σκιές

Υπάρχουν ταινίες τρόμου που επενδύουν στο ξάφνιασμα και υπάρχουν κι εκείνες που, πιο ύπουλα, επιλέγουν να σε τυλίξουν αργά μέσα σε μια αίσθηση ανησυχίας, σχεδόν υπαρξιακής. Το Hokum του Ντέμιαν ΜακΚάρθι ανήκει στη δεύτερη κατηγορία, μια ιστορία που ξεκινά ως προσωπικό πένθος και σταδιακά μετατρέπεται σε εφιαλτική κατάβαση στη μνήμη, την ενοχή και το άγνωστο.

Hokum: Στάχτες και σκιές

Η ενοχή δεν είναι μόνο πράξη, αλλά συνείδηση, μια εσωτερική φωνή που επιμένει, μετατρέποντας το παρελθόν σε παρόν και αρνούμενη τη λύτρωση χωρίς κατανόηση.

Υπάρχουν ταινίες τρόμου που επενδύουν στο ξάφνιασμα και υπάρχουν κι εκείνες που, πιο ύπουλα, επιλέγουν να σε τυλίξουν αργά μέσα σε μια αίσθηση ανησυχίας, σχεδόν υπαρξιακής. Το Hokum του Ντέμιαν ΜακΚάρθι ανήκει στη δεύτερη κατηγορία, μια ιστορία που ξεκινά ως προσωπικό πένθος και σταδιακά μετατρέπεται σε εφιαλτική κατάβαση στη μνήμη, την ενοχή και το άγνωστο.

Στον πυρήνα της αφήγησης βρίσκεται ο Ομ Μπάουμαν, ένας συγγραφέας παγιδευμένος δημιουργικά και συναισθηματικά. Η αδυναμία του να ολοκληρώσει τον επίλογο της τριλογίας του λειτουργεί όχι απλώς ως αφηγηματικό εργαλείο, αλλά ως καθρέφτης της εσωτερικής του αδράνειας. Ο θάνατος των γονιών του, αντί να προσφέρει κάθαρση, μοιάζει να βαραίνει περισσότερο πάνω του  και η απόφασή του να ταξιδέψει στην Ιρλανδία για να σκορπίσει τις στάχτες τους δεν είναι μια πράξη αποχαιρετισμού, αλλά μια απελπισμένη αναζήτηση νοήματος.

Το απομονωμένο ξενοδοχείο Bilberry Woods δεν λειτουργεί απλώς ως σκηνικό, είναι σχεδόν ένας ζωντανός οργανισμός. Οι χώροι του αποπνέουν μια παράξενη οικειότητα, σαν να έχουν απορροφήσει τις μνήμες όσων πέρασαν από εκεί. Ο ΜακΚάρθι χτίζει προσεκτικά αυτή την αίσθηση, τίποτα δεν είναι άμεσα τρομακτικό, κι όμως όλα φαίνονται ελαφρώς εκτός θέσης. Το προσωπικό του ξενοδοχείου, φιγούρες που κινούνται ανάμεσα στο καθημερινό και το αλλόκοτο, ενισχύει αυτή την αμφισημία. Δεν είναι ξεκάθαρα απειλητικοί, αλλά ούτε και πραγματικά καθησυχαστικοί.

Ο Ομ, ως χαρακτήρας, δεν διεκδικεί εύκολα τη συμπάθεια του θεατή. Είναι απόμακρος, συχνά αγενής, σχεδόν εχθρικός. Κι όμως, μέσα από μικρές ρωγμές, μια στιγμή κατανόησης με τη Φιόνα, μια σιωπηλή παρατήρηση, μια σκηνή μνήμης, αποκαλύπτεται η εύθραυστη πλευρά του. Αυτή η αντίφαση είναι που τον καθιστά ενδιαφέροντα, ένας άνθρωπος που δεν ξέρει πώς να πενθήσει και, γι’ αυτό, καταφεύγει στην αποξένωση.

Η συνάντησή του με τον Τζέρι (Ντέιβιντ Γουίλμοτ), μια σχεδόν σουρεαλιστική φιγούρα που περιφέρεται στο περιθώριο της ιστορίας, λειτουργεί σαν καταλύτης. Ο Τζέρι μοιάζει να ανήκει σε έναν διαφορετικό κόσμο ή ίσως να βλέπει τον ίδιο κόσμο με έναν τρόπο που ο Ομ δεν μπορεί ακόμη να αντέξει. Μέσα από αυτή τη συνάντηση, η ταινία αρχίζει να γλιστρά από τον ρεαλισμό σε κάτι πιο ονειρικό, σχεδόν παραισθησιογόνο.

Η σκηνοθετική ματιά του ΜακΚάρθι στο Hokum απομακρύνεται από τον συμβατικό τρόμο και επενδύει σε μια υποδόρια ένταση που χτίζεται αργά, σχεδόν υπνωτιστικά. Η κάμερα κινείται μεθοδικά, συχνά παρατηρητικά, σαν να αφουγκράζεται τον χώρο πριν αποκαλύψει το παραμικρό. Τα κάδρα είναι προσεκτικά συντεθειμένα, με έμφαση στο βάθος και στις σκιές, δημιουργώντας μια αίσθηση ότι κάτι παραμονεύει εκτός οπτικού πεδίου. Η χρήση του ήχου ή η απουσίας του εντείνει την αποξένωση, μετατρέποντας τη σιωπή σε ενεργό αφηγηματικό στοιχείο.

Το στοιχειωμένο στοιχείο της ιστορίας δεν αντιμετωπίζεται ως απλή απειλή, αλλά ως προέκταση του εσωτερικού κόσμου του ήρωα. Τα φαντάσματα, κυριολεκτικά ή μεταφορικά, δεν έρχονται για να τρομάξουν, αλλά για να επιμείνουν. Να υπενθυμίσουν. Να απαιτήσουν αντιμετώπιση.

Εκεί ακριβώς βρίσκεται και η μεγαλύτερη δύναμη, αλλά και η αδυναμία του Hokum. Η φιλοδοξία του να συνδυάσει ψυχολογικό δράμα και υπαρξιακό τρόμο είναι εμφανής και συχνά επιτυχημένη σε επίπεδο ατμόσφαιρας. Ωστόσο, η ίδια η ιστορία δείχνει να διστάζει να δώσει ξεκάθαρες απαντήσεις ή να κορυφώσει ουσιαστικά τις ιδέες της. Αντί για λύση, προσφέρει μια αίσθηση εκκρεμότητας.

Και ίσως αυτό να είναι τελικά το πιο ειλικρινές της στοιχείο, όπως και ο Ομ, έτσι και η ταινία παραμένει παγιδευμένη ανάμεσα στο παρελθόν και την ανάγκη για ένα τέλος που δεν έρχεται ποτέ ολοκληρωτικά και μένει η εκκρεμότητα που γίνεται η μόνιμη αναβολή του νοήματος, μια ύπαρξη που αιωρείται ανάμεσα σε αρχή και τέλος, χωρίς ποτέ να κατοικεί ολοκληρωτικά σε κανένα.

Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη

Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.

Viber: +306909196125