Η Λίνα Νικολακοπούλου στο pelop: «Ένα άρτιο κατασκεύασμα δεν θα ταΐσει κανέναν»
Η Λίνα Νικολακοπούλου μιλά στο pelop.gr για την αλήθεια της δημιουργίας και το συλλογικό «εμείς» που αναγνωρίζει στα Τέμπη. Με αφορμή την παράσταση «Για τη γλυκιά Λευτεριά» στην Πάτρα, επιστρέφει στα τραγούδια της Κατοχής και στους δικούς της στίχους που πέρασαν στην καθημερινή γλώσσα.

«Το κριτήριο είναι να είναι ζωντανός οργανισμός αυτός που έχεις. Να μην είναι μια κατασκευή». Η Λίνα Νικολακοπούλου μιλά για τη δημιουργία με την ίδια απαίτηση που θέτει στον καλλιτέχνη: «Να μη γράψει κάτι που δεν πιστεύει». Στη συνέντευξή της στην «Πελοπόννησο» η συζήτηση περνά από την ιστορία της Πάτρας και τη λογοκρισία στο συλλογικό αίσθημα των Τεμπών και στη ζωή που αποκτούν οι στίχοι όταν γίνονται λόγια του κόσμου.
Αφορμή είναι η παράσταση «Για τη γλυκιά Λευτεριά», την Παρασκευή 2 Οκτωβρίου, στις 20.30, στην Αχαΐα Κλάους, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων για τα 82 χρόνια από την Απελευθέρωση της Πάτρας. Η Λίνα Νικολακοπούλου έχει την καλλιτεχνική και σκηνοθετική επιμέλεια και συμμετέχει στην αφήγηση μαζί με τον Βασίλη Κόκαλη.
Η Απελευθέρωση ως ζωντανή μνήμη
Η αφήγηση της παράστασης φτάνει από την Κατοχή έως τον Εμφύλιο. Στο ερώτημα πώς μιλά κανείς για τη χαρά της Απελευθέρωσης γνωρίζοντας όσα ακολούθησαν, η Νικολακοπούλου ξεκινά από τη νίκη και τους ανθρώπους στους οποίους ανήκε.
«Οι δύο αυτές αναφορές έχουν μέσα τους μια μεγάλη νίκη. Το κέντρο του ενδιαφέροντός μας είναι η πόλη της Πάτρας». Θυμίζει την πείνα και τη στέρηση της Κατοχής, αλλά και όσους αγόραζαν σπίτια και περιουσίες την ώρα που ο πολύς κόσμος έμενε στο έλεος αυτής της δεινής συνθήκης.
«Κάθε γενιά που έρχεται πρέπει να συνειδητοποιεί τι ήταν αυτό. Ότι ακριβώς από αυτή τη γλυκιά γεύση μετά επακολούθησε πάλι μια άλλη δεινή συνθήκη για τον κόσμο, που ήταν η αντιπαλότητα για το σε ποιον ανήκει αυτή η ελευθερία. Ενώ ουσιαστικά ανήκε στον λαό, δηλαδή στους ανθρώπους που αψήφησαν τα πάντα και βοήθησαν και τον ΕΛΑΣ και τις συμμαχικές δυνάμεις».
Στην προετοιμασία της παράστασης διάβασε για τις μάχες από τις 2 έως τις 4 Οκτωβρίου του 1944 και στάθηκε στις λεπτομέρειες του σχεδιασμού και στην ανισότητα του οπλισμού.
«Τι σχεδιασμό εκπληκτικό είχαν κάνει και πώς ήταν δυσανάλογες οι δυνάμεις των οπλικών συστημάτων των δικών μας σε σχέση με τους Γερμανούς, που είχαν μαζέψει από όλη την Πελοπόννησο όλμους και πολυβόλα. Με συγκινεί πάρα πολύ να βλέπω πού ήταν παραταγμένοι, ακόμα και ένα σώμα χωροφυλάκων μαζί με τους Βρετανούς, τους συμμάχους και τον ΕΛΑΣ. Οι λεπτομέρειες: σε ποιους δρόμους ήταν, πάνω σε ποια εκκλησία είχαν βάλει το πολυβόλο, ότι είχαν και τη μέριμνα, με το που κατέλαβαν μια περιοχή, να ελευθερώσουν και τους πολιτικούς κρατουμένους».
«Βλέπει κανείς μια αυτοθυσία, ένα δώσιμο και μια ψυχή η οποία αναζωογονεί και τώρα που το ακούς. Συγκινείται και καμαρώνει κανείς την ευφυΐα, τον στρατιωτικό σχεδιασμό, αλλά κυρίως την ψυχή. Γιατί αυτά δεν γίνονται, με τη λογική δεν γίνονται. Να πας εναντίον ενός τριπλά οπλισμένου τάγματος των ναζί και των γερμανοτσολιάδων μαζί. Για μένα η αφορμή για τέτοια πράγματα, εκδηλώσεις τιμής, δεν είναι σκέτη τιμή. Είναι σχεδόν ζωντανή μνήμη αυτό».
Διαβάστε επίσης: Τριήμερες τιμές για την απελευθέρωση της Πάτρας από τα ναζιστικά στρατεύματα – Ποιες εκδηλώσεις θα γίνουν
Η έρευνα αυτή έγινε και ένας τρόπος να πλησιάσει περισσότερο την πόλη.
«Εγώ το λέω τώρα σαν ένας άνθρωπος που αγαπάει πώς έχει εκφραστεί η ιστορία ή η ζωή μας μέσα από το τραγούδι. Μ’ αρέσει το ότι πληροφορήθηκα άλλα πράγματα, μου έγιναν πιο ξεκάθαρα τα ιστορικά γεγονότα. Αποκτάει κανείς καλύτερη σχέση με μια πόλη, με όλα αυτά που έγιναν για να είναι αυτή η πόλη ελεύθερη αυτή τη στιγμή».
Η συζήτηση φτάνει στον διχασμό, στις προθέσεις των ανθρώπων και στα διαφορετικά οράματα για το αύριο.
«Ποιος έχει ποια πρόθεση, τι όραμα έχει για το αύριο. Πάντως έχει γίνει μια μεγάλη διαδρομή από τότε μέχρι σήμερα στην ψυχολογία των Ελλήνων και ελπίζω όλοι να τα βλέπουμε τώρα πιο ξεκάθαρα τα πράγματα και να μην είμαστε εύκολα θύματα σε διχαστικές τάσεις. Αλλά είναι κάτι που είναι μέσα στην ανθρώπινη φύση αυτό».
Στο ίδιο ιστορικό υλικό βρίσκει τους ρεμπέτες, «πολύ κοντά στην ανάσα του κόσμου». «Συγκινείται κανείς να δει και πόσοι ρεμπέτες, ενώ υπήρχε λογοκρισία, έγραψαν μέσα στη φτώχεια και στην πείνα, έθιξαν αυτά τα θέματα. Το να ενισχυθεί το κουράγιο των παιδιών που πήγαιναν στρατιώτες στην πρώτη γραμμή του πολέμου, μετά να θίξουν αυτό που γινόταν, ότι σφάζανε έναν γάιδαρο και τον πουλούσαν για μοσχάρι. Την πείνα τους, τα λεφτά που έγραψε ο Μάρκος, τα “Ματσάκια πεντοχίλιαρα”, δηλαδή τα υποτιμημένα πληθωριστικά χρήματα. Είναι συγκινητικό να δει κανείς και από την τέχνη του τραγουδιού και ειδικά των ανθρώπων που τότε ήταν πολύ κοντά στην ανάσα του κόσμου, που ήταν οι ρεμπέτες».
«Και είναι ευκαιρία, γιατί και αυτά τα τραγούδια, μη νομίζετε, μία φορά τον χρόνο τα ακούμε. Είναι ωραίο το ότι οι τραγουδιστές μας και οι μουσικοί μας εμένα μου έλεγαν: “Δεν τα ξέραμε αυτά, τι ωραία μελωδία, τι ωραία λόγια”. Κάτι καινούργιο αναδύεται».
Η σταγόνα καρδιάς και τα λόγια της λογοκρισίας
Τι μπορεί να διασώσει ένα τραγούδι από μια εποχή, πέρα από τις ημερομηνίες και τα επίσημα γεγονότα;
«Το τραγούδι έχει μέσα μια σταγόνα καρδιάς. Έχει συναισθήματα». Φέρνει ως παράδειγμα το τραγούδι με τον ουρανό γεμάτο ατσάλι και τη γη που αγκομαχάει, και παραθέτει: «Ο αδερφός τον αδερφό μας βάλαν και χτυπάει».
«Μέσα σε τέσσερις γραμμές, σαν να είναι επίκαιρα, είναι ένα μικρό ντοκιμαντέρ. Έχει αυτό το χάρισμα το τρίλεπτο ενός τραγουδιού: να είναι πυκνό και να λέει πράγματα. Και επειδή σώζεται αυτό στη μνήμη μας μέσω της μελωδίας, είναι πολύ ισχυρό όπλο το τραγούδι. Γιατί ο άλλος το παίρνει στο στόμα και το σφυρίζει. Δεν είναι ότι θυμάμαι κάτι που διάβασα».
«Έχει μία συνεχή ζωή το τραγούδι. Συνεχίζει η ζωή. Και η ιστορία να μείνει πίσω, το τραγούδι συνεχίζει. Και αυτό είναι το σπουδαίο και εδώ, γιατί είναι ωραίες μελωδίες. Έχουν καημό, έχουν χαρά. Προσπαθούν να δώσουν τη χαρά ότι θα νικήσουμε, ότι η ζωή συνεχίζει. Ότι εγώ σου στέλνω τώρα ένα γράμμα από το μέτωπο, αλλά θα γυρίσω να σε πάρω. Έχει όλα αυτά τα ανθρώπινα που δεν παύουν να μας συγκινούν σε κάθε καιρό».
Ο υπαινιγμός στα τραγούδια της Κατοχής και του Εμφυλίου ήταν και τρόπος να περάσουν οι λέξεις μέσα από τη λογοκρισία. «Υπήρχε λογοκρισία. Οι άνθρωποι σπάγανε το κεφάλι τους πώς να το πούνε σαν παραβολή. Από τη στιγμή που υπήρχε λογοκρισία και διώξεις, πώς θα το πεις ακριβώς κάτι; Δεν μπορείς να το πεις. Κάτω από αυτό που θα έμοιαζε ένα ερωτικό τραγούδι, ό,τι περιμένει κανείς είναι ελευθερία. “Μην απελπίζεσαι και δεν θ’ αργήσει κοντά σου να ’ρθει μια χαραυγή”. Ένας ευφυής ή ιδιοφυής σχεδόν τρόπος να πεις κάτι για να το καταλάβει ο κόσμος και να εμψυχωθεί».
«Είναι η πολιτική γλώσσα που είναι έξω από κάθε συμφέρον. Είναι δηλαδή αναπνοή του κόσμου. Το “Κάποια μάνα αναστενάζει”, το παιδί της να γυρίσει. Μια και μιλάμε για Εμφύλιο και μετά για διώξεις, όταν έλεγες ξενιτιά, τότε εννοούσες αυτό: ότι δεν ήταν μαζί σου, ήταν σ’ ένα ξερονήσι».
Οι λέξεις «πατρίδα», «ελευθερία», «αντίσταση» μας φέρνουν στην ειλικρίνεια με την οποία μπορεί να τις χρησιμοποιήσει σήμερα ένας δημιουργός. «Για μένα ο κάθε καλλιτέχνης, αν μιλάμε για δημιουργία, πρέπει να μετρήσει τι είναι αληθινό μέσα του. Να μη γράψει κάτι που δεν πιστεύει. Αν δεν πιστεύει κάτι και αν έχουν αδυνατίσει όλα αυτά μέσα του, να μη γράψει τίποτα».
Συνεχίζοντας η Λίνα Νικολακοπούλου, αναφέρεται σε πρόσφατους στίχους της που μελοποίησε ο Σταύρος Ξαρχάκος. «Εγώ έγραψα πρόσφατα και το μελοποίησε ο Σταύρος Ξαρχάκος κάτι το οποίο έτσι το νιώθω. Λέω: “Αυτά σου γράφω σήμερα, αγάπη μου Ελλάδα / Και μη ρωτάς τι προσπαθώ και μη ρωτάς τι ελπίζω”. Αυτό πάει να πει ότι είναι ένα βίωμα που έχω. Δεν βλέπω να είναι και κατανοητό το τι προσπαθώ εγώ να κάνω αυτή τη στιγμή μέσα σε έναν κυκεώνα αλλαγών, αλλαγών ζωής, νοήματος ζωής. Προσπαθεί και η Ελλάδα μέσα εκεί να τρέξει και να προλάβει τις εξελίξεις της ψηφιακής εποχής. Αλλά σημασία έχει ο δημιουργός να αφουγκράζεται τον εσωτερικό του κόσμο και να πει με αλήθεια αυτό που νιώθει».
«Όλες αυτές οι έννοιες, οι μεγάλες, σε περίοδο ειρήνης δεν είναι εύκολο να τις ανακαλέσεις. Δεν είναι εύκολο να φέρεις μέσα σου τη λέξη ελευθερία. Πρέπει να κατανοήσεις αυτή τη στιγμή για σένα τι είναι το ανελεύθερο. Τι είναι αυτό που νιώθεις ότι δεν σου δημιουργεί την ελευθερία. Το να εκφραστείς, το να βρεις δουλειά. Σε κάθε καιρό αυτές οι λέξεις πρέπει να ιδωθούν με τη συνθήκη που τις περιβάλλει».
Μιλώντας για τα έργα που έχουν πνοή, αναφέρεται τόσο στον άνθρωπο του λόγου, ποιητή ή στιχουργό, όσο και στον μουσουργό, τον συνθέτη. «Οτιδήποτε έχει πνοή, σε κάθε καιρό είναι κάτι το οποίο ελευθερώνει μέσα στον άνθρωπο συναισθήματα, μνήμες. Μετράει σε μεγαλύτερη διάσταση τα πράγματα και όχι αν έχουμε 2026. Κάτι μπορεί να γραφτεί και να είναι παντοτινό. Και να βοηθάει τον άνθρωπο να κρατηθεί σε έναν καιρό δύσκολο».
Το «Δυνατά, δυνατά» είναι ένα δικό της παράδειγμα αυτής της συνέχειας. «Όταν έγραψα το “Δυνατά, δυνατά”, αυτό είναι μέχρι τώρα κάτι που όταν θέλουμε ή να ευχηθούμε το “Δυνατά, δυνατά” μέσα μας ή να πούμε ότι “μα γίνανε όλα αυτά που δεν πιστεύαμε, έχουν συμβεί”. Έχει μια διπλή χρήση. Άρα βλέπετε ότι και στο σύγχρονο τραγούδι γράφονται συλλογικά αισθήματα. Αυτό είναι που μας ενδιαφέρει. Να μην περιοριζόμαστε μόνο σε έναν ερωτικό λόγο, σε ένα απλό χιουμοριστικό συμβάν, αλλά να μπορούμε να ανοίγουμε τον φακό μας και να πιάνουμε μια μεγαλύτερη εικόνα. Και τώρα, επειδή είμαστε εξατομικευμένοι και κλεισμένοι και ο καθένας ενημερώνεται ατομικά και ό,τι είναι το γούστο του, αυτό που χρειάζεται είναι ένα συλλογικό σήμα».
Το «εμείς» των Τεμπών και οι σύμμαχοι της δημιουργίας
Στην παρατήρησή μας ότι οι σημερινές διαφορετικές πραγματικότητες δυσκολεύονται να συναντηθούν σε ένα κοινό «εμείς», η Νικολακοπούλου απαντά με τα Τέμπη.
«Πάντως εγώ ένα κοινό “εμείς” το βλέπω να υπάρχει. Το έχω δει σε σχεδόν αρχαίες τραγωδίες, όπως ήταν τα Τέμπη». Αναφέρεται στον κόσμο που κατεβαίνει στον δρόμο και συνεχίζει: «Ένα βαθύ συλλογικό αίσθημα είναι αδιατάραχτο. Το θέμα είναι με ποιον τρόπο θα το κινητοποιήσεις».
«Τι είναι αυτό που θα γράψεις και θα δει ο άλλος: “Κι εγώ έτσι νιώθω, κι εγώ έτσι νιώθω, κι εγώ έτσι νιώθω”. Αυτά μέσα υπάρχουν. Εξωτερικά αυτή τη στιγμή δεν υπάρχουν τα κανάλια που μπορούν αυτό να το διοχετεύσουν. Αλλά γι’ αυτό λέμε ότι είναι πολύτιμος ο ρόλος του δημιουργού, γιατί ένας μπορεί να το πιάσει, να το κάνει τραγούδι και ο κόσμος να ταυτιστεί με αυτό. Θέλει λίγο να βγούμε έξω από ένα σκεπτικό ενός μάρκετινγκ ή μιας νοοτροπίας ζωής που είναι απλά τεχνοκρατική».
Η συζήτηση περνά στις δυσκολίες που συναντά σήμερα ένα καινούργιο έργο για να φτάσει στο κοινό. «Η δημιουργία δεν είναι στην καλύτερή της κατάσταση τα τελευταία χρόνια. Όλα είναι δύσκολα. Αν γράψεις κάτι, πού θα το πας, ποιος θα το πει, ποιο ραδιόφωνο θα το παίξει; Όλα αυτά είναι πολύ διαταραγμένα. Αλλά ο κόσμος όσο πιο ζωντανά αντιλαμβάνεται κάτι, τόσο μεγαλύτερο χώρο ανοίγει η δημιουργία. Γιατί αν γράψεις κάτι και το αγκαλιάσει ο κόσμος, αμέσως είναι σαν να έχεις συμμάχους. Βοηθάνε».
«Αυτή η αλληλεπίδραση της δημιουργίας και του κοινού αισθήματος είναι ένας τρόπος που ανοίγει η κλειστή ή εμποδισμένη οδός, η δημιουργική. Και το θέατρο παίζει ρόλο σε αυτό και η λογοτεχνία. Δυσκολευόμαστε να βρούμε το ένα μεγάλο που είναι ομπρέλα για όλα. Αλλά επιμέρους παρουσίες, προσπάθειες γίνονται πολλές».
Τη ρωτάμε ποια γλώσσα θα αισθανόταν την ανάγκη να ανατρέψει αν ξεκινούσε σήμερα. Επιστρέφει στις πηγές της έμπνευσης.
«Από δύο και τρεις μεριές εμπνέεται ο άνθρωπος που έχει γεννηθεί σε κάθε εποχή. Είναι από τη ζωντανή ιστορία, δηλαδή τι γεγονότα συμβαίνουν γύρω του. Και ένα δεύτερο, από την υπόλοιπη δημιουργία, από την ποίηση, από τη λογοτεχνία. Και κοιτάς να πάρεις από αυτές τις πηγές και να το μετασχηματίσεις».
Στον μετασχηματισμό αυτόν μπαίνουν η προσωπική φιλοσοφία, η ματιά και η αναζήτηση του δημιουργού. «Κάθε νέος άνθρωπος πρέπει να σπάσει στερεότυπα. Ό,τι βρει γύρω του και του μοιάζει ψεύτικο ή κατασκευή, θα προσπαθήσει αυτό να το ανατρέψει. Να πει κάτι που να δούμε τα πράγματα με μια άλλη ματιά. Άρα σε κάθε δεκαετία, εικοσαετία υπάρχουν τέτοια πρόσωπα, τα οποία έρχονται και έχουν το ταλέντο αυτό και κάτι θέλουν να πούνε. Αν γυρίσουμε την ιστορία πίσω, θα δούμε ποιοι άνθρωποι πήραν τη σκυτάλη πότε. Το ελληνικό τραγούδι, μια και μιλάμε γι’ αυτό, δεν σταμάτησε ποτέ. Ο ένας έδινε τη σκυτάλη στον άλλο. Το δημοτικό τραγούδι μέχρι σήμερα δεν σταμάτησε».
«Είναι πολύ σημαντικό κάποιος να εμπνέει. Ένας άνθρωπος που θα γράψει έτσι, θα τραγουδήσει έτσι, θα μελοποιήσει έτσι, να εμπνέει. Τα νέα παιδιά να πούνε μέσα τους, κάτι να ξυπνήσει μέσα τους και να πούνε: “Θέλω να προσπαθήσω κι εγώ να γράψω, θέλω να προσπαθήσω να εκφραστώ”. Οι περισσότεροι Έλληνες γράφουμε. Οι περισσότεροι Έλληνες θέλουμε, ακόμα και για τη δική μας ευχαρίστηση, να μάθουμε να γράφουμε καλύτερα. Άλλοι γράφουν μουσική, άλλοι ζωγραφίζουν. Έχουμε καλλιτεχνία μέσα μας. Αλλά είναι απαραίτητοι, όπως είδαμε και στα προηγούμενα χρόνια, οι άνθρωποι που θα δώσουν έργο σε αυτό».
«Θα δώσουν μια λαμπρότητα, μια ζωή. Γιατί έτσι η επόμενη γενιά λέει: “Κι εγώ θέλω να εκφραστώ, κι εγώ θέλω να φτάσω να δημιουργήσω”. Είναι απαραίτητο και όχι μόνο από μια διάσταση. Μόνο το εμπορικό ή το κινητικό σωματικά. Εμείς έχουμε ένα πολύχρωμο τραγούδι. Καλό είναι κάθε πλευρά του να συνεχίζει να έχει ζωή».
Η αλλαγή των μέσων φέρνει και άλλους όρους στη διαδρομή του δημιουργού. «Είναι δύσκολο γιατί είναι διαλυμένα όλα αυτά. Αντί να υπάρχει αυτό που εμείς είχαμε τότε, ο υλικός φορέας, είτε βινύλιο ήταν αυτό είτε κασέτα, είτε CD, τώρα είναι άυλο, είναι ψηφιακά τα πράγματα. Οπότε πρέπει να νικήσει κανείς από εκεί μέσα. Να νικήσει από το άυλο».
Όταν μιλάμε για τη δυσκολία να ξεχωρίσει κάποιος μέσα σε αυτή την τεράστια θάλασσα, η ίδια επιλέγει μια μεγαλύτερη λέξη.
«Είναι ωκεανός. Είναι σαν τότε που ξεκίναγε από ένα χωριό ένα νέο παιδί να πάει στην Αμερική για να ζήσει, στην Αυστραλία. Πήγαινε στο πουθενά και όμως τα κατάφερε».
Οι στίχοι που περνούν στη ζωή
Πολλοί στίχοι της έχουν αποσπαστεί από τα τραγούδια και έχουν περάσει στην καθημερινή γλώσσα. Στην ερώτηση αν αυτή η οικειότητα είναι νίκη ή μπορεί να γίνει φθορά, η απάντηση είναι άμεση.
«Όχι, δεν υπάρχει φθορά. Θα σας πω κάτι. Με τον ίδιο τρόπο στα Αναφιώτικα, στην Πλάκα, βλέπαμε να υπάρχουν κομμάτια μάρμαρο σαν υπέρθυρα στα σπιτάκια που έφτιαξαν οι νησιώτες αργότερα. Ένα πράγμα το οποίο παραμένει για κάποιο λόγο ανθεκτικό, ισχυρό, από εκεί που ανήκε μόνο στο τραγούδι, μετά μπορεί να γίνει κάτι σαν παροιμία. Πάντως παραμένει για κοινή χρήση και για σημείο αναφοράς».
«Δεν έχει σημασία αν ξεχαστεί ποιος το έχει πει. Η ομορφιά είναι ότι ρέει μέσα στο ζωντανό ποτάμι της ζωής. Είναι εκεί. Είτε σαν ολόκληρο σύνολο εννοιών και εικόνων είτε σαν μεμονωμένος στίχος, μας λέει ότι κάτι ισχυρό έχει μέσα. Κάτι έχει πει που ο κόσμος συνεχίζει. Το “Είμαστε ακόμα ζωντανοί” ή το “Θα φανεί στο χειροκρότημα”».
Προσθέτουμε τη «Σωτηρία της ψυχής» και εκείνη συνεχίζει με έναν στίχο που έχει για την ίδια ξεχωριστή σημασία. «Είναι πολλά τα οποία κάτι βοηθούν. Η χαρά μου μεγάλη είναι όταν λέγανε “Στο βάθος το ζηλεύουμε αυτό που ρεζιλεύουμε”. Αυτό είναι σαν παροιμία. Και βοηθάει να στηρίξεις τον εαυτό σου κάποια στιγμή». Αναφέρεται στις στιγμές που ένας άνθρωπος αντιμετωπίζει αρνητική κρίση και συνεχίζει: «Εμένα μου αρέσει να ξεκόβονται ζωντανά κομμάτια. Γιατί από τα δημοτικά τραγούδια το έχουμε αυτό. Μέχρι τώρα έτσι έχουμε πορευτεί. Οπότε δεν φοβάμαι καθόλου τη φθορά. Το μόνο που μας ένοιαζε είναι να μπορούσαν να παίζονται πολλά διαφορετικά τραγούδια, για να έχουν τη δυνατότητα να τα ακούσουν ολόκληρα. Αλλά δεν παθαίνει τίποτα το να αποσπαστεί ένα κομμάτι από εκεί».
Από τη ζωή των στίχων η κουβέντα φτάνει στη μαστοριά, στη γνώση της τέχνης και στον κίνδυνο να γραφτεί κάτι άψογο που δεν έχει ζωή. Η Νικολακοπούλου ξεκαθαρίζει το δικό της κριτήριο.
«Το κριτήριο δεν είναι ο κίνδυνος και το ακίνδυνο. Το κριτήριο είναι να είναι ζωντανός οργανισμός αυτός που έχεις. Να μην είναι μια κατασκευή. Να πεις “Αδιόρθωτα τα μάτια κι οι καρδιές”, δεν έχει βαθμό επικινδυνότητας, αλλά είναι πολύτιμο. Να καταλάβω ότι είναι πολύ δύσκολο να διορθωθώ. Γιατί και ο Μάλαμας, “άλλα θέλω κι άλλα κάνω”. Είναι ωραίο να δώσεις ένα εργαλείο για να καταλάβει κανείς τον εαυτό του».
«Η μέριμνα είναι να πεις όσο πιο καθαρά γίνεται αυτό που θέλεις να πεις. Και μετά να δεις αν έχει ζωή μέσα του αυτό. Αν ρέει αίμα μέσα του. Γιατί ένα άρτιο κατασκεύασμα δεν θα ταΐσει κανέναν, δεν θα ωφελήσει κανέναν. Μπορεί να εντυπωσιάσει για λίγο, αλλά δεν θα ταΐσει».
Στο τέλος επιστρέφουμε στην παράσταση. Αν ο θεατής φύγει συγκινημένος, αλλά με τις ίδιες βεβαιότητες με τις οποίες ήρθε, θα θεωρήσει ότι η βραδιά πέτυχε;
«Κάθε φορά δεν μπορούμε να ξέρουμε ποτέ τι φτάνει κάτω. Αν καταφέρεις έναν νεότερο άνθρωπο κάτι να του κινήσει το ενδιαφέρον, κάτι να τον κάνει να σκεφτεί, ή στον μεγάλο άνθρωπο να του δικαιώσει μια ηρωική στάση ζωής. Δηλαδή ότι παρόλο που είδε ότι πολλά πράγματα είναι πουλημένα ή χαμένο το παιχνίδι, αυτός κρατήθηκε γιατί πιστεύει σε κάτι. Συντροφεύεις τη μεριά της καρδιάς εκείνης και κάτι νιώθει από αυτά».
«Εγώ είμαι σίγουρη ότι ο καθένας θα νιώσει κάτι άλλο. Άλλη στιγμή, για άλλο λόγο θα συγκινηθεί ένας, σε άλλη στιγμή και για άλλο λόγο άλλος. Πάντως δεν θα φύγουν όπως ήρθαν. Και κάτι θα έχει αλλάξει».
Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη
Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.
Ακολουθήστε μας για όλες τις ειδήσεις στο Bing News και το Google News