Μαρία Κάλλας: Η ατάκα με τη σαμπάνια που έφτασε ως τα «Φτηνά Τσιγάρα»

Η κόντρα με τη Ρενάτα Τεμπάλντι, η επεισοδιακή «Norma» της Ρώμης, η απόλυση από τη Metropolitan Opera και ο Παζολίνι που την έκανε Μήδεια χωρίς να την αφήσει να τραγουδήσει. Σαράντα εννέα χρόνια μετά τον θάνατό της, η Μαρία Κάλλας παραμένει πολύ περισσότερο από μια μεγάλη φωνή της όπερας: είναι ένα πρόσωπο που πέρασε στη μόδα, στο σινεμά, στις ατάκες και στην pop κουλτούρα

Μαρία Κάλλας: Η ατάκα με τη σαμπάνια που έφτασε ως τα «Φτηνά Τσιγάρα» Η Μαρία Κάλλας στο Concertgebouw του Άμστερνταμ, στις 11 Ιουλίου 1959, μετά το χειροκρότημα του κοινού

Όποιος έχει δει αρκετές φορές τα «Φτηνά Τσιγάρα» του Ρένου Χαραλαμπίδη, πιθανότατα θυμάται τον Κώστα Τσάκωνα να μπερδεύει με απολαυστική σοβαρότητα τα ποτά: «Σαμπάνια με κονιάκ… όχι, σαμπάνια με Coca-Cola». Είναι μία από εκείνες τις μικρές, παράλογες ατάκες που ταιριάζουν απόλυτα στον κόσμο της ταινίας. Μόνο που οι λέξεις αυτές έχουν μια πολύ παλαιότερη και απρόσμενη ιστορία, η οποία οδηγεί κατευθείαν στη Μαρία Κάλλας και σε έναν από τους διασημότερους «πολέμους» της όπερας του 20ού αιώνα.

Το 1958 το TIME ασχολήθηκε με τη Ρενάτα Τεμπάλντι και με την ατελείωτη σύγκρισή της με την Κάλλας. Οι δύο υψίφωνοι είχαν ήδη αποκτήσει φανατικούς υποστηρικτές, ενώ οι εφημερίδες αντιμετώπιζαν την υποτιθέμενη αντιπαλότητά τους περίπου όπως θα αντιμετώπιζαν σήμερα δύο παγκόσμιες pop stars. Η Κάλλας επέμενε ότι οι φωνές και το ρεπερτόριό τους ήταν τόσο διαφορετικά ώστε η σύγκριση δεν είχε ουσιαστικό νόημα και κατέληξε στη φράση που έμεινε: ήταν, είπε, σαν να συγκρίνεις «σαμπάνια με κονιάκ — όχι, σαμπάνια με Coca-Cola».

Το πώς ακριβώς γεννήθηκε το δεύτερο μισό της ατάκας έχει αποκτήσει με τα χρόνια τη δική του μυθολογία. Μεταγενέστερες αφηγήσεις θέλουν κάποιον παρευρισκόμενο να πετά το «Coca-Cola» και τη φράση να καταλήγει τελικά χρεωμένη στην Κάλλας. Η πρωτογενής δημοσίευση του TIME, πάντως, την αποδίδει στην ίδια, οπότε εκεί σταματά η βεβαιότητα. Πολύ πιο ενδιαφέρον είναι ότι σαράντα και πλέον χρόνια αργότερα η ίδια λεκτική ακολουθία μπορούσε να εμφανιστεί σε μια ελληνική cult ταινία και να λειτουργεί ως αυτόνομο αστείο, χωρίς ο θεατής να χρειάζεται να γνωρίζει ούτε την Τεμπάλντι ούτε την ιστορία της όπερας.

Η Κάλλας και η Τεμπάλντι είχαν φανατικούς πριν υπάρξουν τα fandoms

Η αντιπαλότητα των δύο τραγουδιστριών δεν ήταν απλώς κατασκευή χωρίς βάση, αλλά διογκώθηκε εντυπωσιακά από το κοινό και τον Τύπο. Οι φίλοι της όπερας χωρίστηκαν σε στρατόπεδα και κάθε εμφάνιση ή δήλωση γινόταν αφορμή για νέα σύγκριση. Το 1958, μάλιστα, το TIME κατέγραφε επεισόδιο στη Σκάλα κατά το οποίο υποστηρικτές της Τεμπάλντι αποδοκίμαζαν την Κάλλας, με την ένταση να ξεφεύγει τόσο ώστε να αναπτυχθούν ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις στο θέατρο.

Σήμερα αυτή η συμπεριφορά θα περιγραφόταν εύκολα ως «fan war». Στα μέσα του 20ού αιώνα, όμως, αφορούσε δύο γυναίκες που τραγουδούσαν Βέρντι, Πουτσίνι και Μπελίνι. Η Κάλλας είχε καταφέρει κάτι εξαιρετικά σπάνιο: η όπερα δεν αποτελούσε απλώς υψηλή τέχνη, αλλά υλικό για πρωτοσέλιδα, συζητήσεις, κουτσομπολιό και δημόσια πάθη.

Η Μαρία Κάλλας το 1958, τη χρονιά των μεγάλων συγκρούσεων στη Ρώμη και με τη Metropolitan Opera

Η «Norma» που σταμάτησε μετά την πρώτη πράξη

Η πιο εκρηκτική ίσως στιγμή ήρθε στις 2 Ιανουαρίου 1958. Η Κάλλας εμφανίστηκε στην Όπερα της Ρώμης ως Νόρμα, σε μια λαμπερή πρεμιέρα παρουσία του προέδρου της Ιταλικής Δημοκρατίας Τζοβάνι Γκρόνκι και ολόκληρης σχεδόν της κοσμικής Ρώμης. Μετά την πρώτη πράξη ανακοίνωσε ότι δεν μπορούσε να συνεχίσει λόγω ασθένειας. Το ιστορικό αρχείο της ίδιας της Όπερας της Ρώμης επιβεβαιώνει ότι εκείνη τη βραδιά τραγούδησε μόνο την πρώτη πράξη, ενώ η επίσημη ιστοσελίδα της Κάλλας σημειώνει ότι επικαλέστηκε ασθένεια και στη συνέχεια δέχθηκε σκληρή κριτική από τον Τύπο.

Η υπόθεση ξεπέρασε γρήγορα τα όρια μιας ακυρωμένης παράστασης. Έξω από το ξενοδοχείο της συγκεντρώθηκαν διαδηλωτές, εμφανίστηκαν συνθήματα υπέρ της Τεμπάλντι και το θέμα έφτασε ακόμη και στο ιταλικό Κοινοβούλιο, όπου βουλευτής ζήτησε να αποκλειστεί από τα κρατικά επιχορηγούμενα λυρικά θέατρα.

Η φήμη της «δύσκολης ντίβας», που θα την ακολουθούσε για δεκαετίες, βρήκε εκεί μια από τις πιο ισχυρές αφορμές της. Η πραγματικότητα ήταν πιο σύνθετη από τον εύκολο χαρακτηρισμό: η Κάλλας είχε ήδη προειδοποιήσει ότι δεν ήταν καλά, όμως η εικόνα μιας παγκόσμιας σταρ που αφήνει στη μέση μια παράσταση ενώ στην πλατεία βρίσκεται ο πρόεδρος της χώρας ήταν πολύ δυνατή για να χαθεί μέσα στις λεπτομέρειες.

Η Metropolitan Opera την απέλυσε και λίγα χρόνια αργότερα την ήθελε πίσω

Μέσα στην ίδια χρονιά ακολούθησε άλλη μία σύγκρουση, αυτή τη φορά με τον Rudolf Bing, τον ισχυρό γενικό διευθυντή της Metropolitan Opera της Νέας Υόρκης. Για τη σεζόν 1958-1959 η Met σχεδίαζε να παρουσιάσει τον «Macbeth» του Βέρντι με την Κάλλας ως Lady Macbeth. Το συμβόλαιό της, ωστόσο, προέβλεπε ότι θα εναλλασσόταν και σε άλλους απαιτητικούς ρόλους, κάτι που η ίδια θεωρούσε προβληματικό για τη φωνή της.

Οι διαπραγματεύσεις απέτυχαν και στις 6 Νοεμβρίου 1958 ο Bing της έστειλε τηλεγράφημα με το οποίο ακύρωνε το συμβόλαιό της. Η Met αναφέρει σήμερα ότι το σκάνδαλο έγινε πρωτοσέλιδο σε όλο τον κόσμο και απασχόλησε ακόμη και τα τηλεοπτικά δελτία της εποχής.

Η ιστορία έχει μια χαρακτηριστική συνέχεια. Παρά την οξύτητα της σύγκρουσης, ο Bing προσπάθησε αργότερα επανειλημμένα να την ξαναφέρει στη Νέα Υόρκη, γνωρίζοντας ότι η καλλιτεχνική της παρουσία δύσκολα αντικαθίστατο. Το 1965 η Κάλλας επέστρεψε τελικά στη Met ως Τόσκα.

Δεν έγινε διάσημη λόγω των σκανδάλων

Θα ήταν εύκολο να μείνει κανείς στις συγκρούσεις, στις ακυρώσεις και στις καυστικές ατάκες. Η Κάλλας, όμως, δεν απέκτησε τεράστια δημοσιότητα επειδή ήταν απλώς μια ενδιαφέρουσα προσωπικότητα. Το αντίθετο συνέβη: κάθε της κίνηση αποκτούσε βάρος επειδή είχε ήδη αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπιζόταν η λυρική ερμηνεία.

Η ίδια η Metropolitan Opera αναγνωρίζει ότι η έντονη μουσικότητα και η δραματική της δύναμη αποκάλυψαν ξανά τη θεατρική ουσία έργων που για χρόνια αντιμετωπίζονταν κυρίως ως φωνητικές επιδείξεις. Η Σκάλα του Μιλάνου έχτισε γύρω της νέες παραγωγές σπάνιων ή παραμελημένων έργων, από τη «Μήδεια» και την «Anna Bolena» έως τη «La Vestale» και τη «La Sonnambula», συνεργαζόμενη με μαέστρους και σκηνοθέτες όπως ο Leonard Bernstein, ο Herbert von Karajan και ο Luchino Visconti.

Η Κάλλας έφερε ξανά στο κέντρο το δράμα. Δεν αρκούσε να ακουστεί σωστά η παρτιτούρα· ο χαρακτήρας έπρεπε να υπάρχει πάνω στη σκηνή. Αυτή η προσέγγιση είναι ένας από τους λόγους που η επιρροή της επέζησε πολύ περισσότερο από τα πρωτοσέλιδα για τη συμπεριφορά της.

Ο Παζολίνι πήρε τη διασημότερη φωνή και δεν τη χρησιμοποίησε

Το 1969 ο Πιερ Πάολο Παζολίνι έκανε μαζί της μια επιλογή που εξακολουθεί να μοιάζει παράτολμη. Της έδωσε τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην κινηματογραφική «Μήδεια» του Ευριπίδη, χωρίς να της ζητήσει να τραγουδήσει. Η επίσημη ιστοσελίδα της Κάλλας καταγράφει την έναρξη των γυρισμάτων στις 5 Ιουνίου 1969 και χαρακτηρίζει ρητά την ταινία «μη οπερατική».

Η επιλογή είχε ιδιαίτερη σημασία, επειδή η Κάλλας είχε ήδη ταυτιστεί με τη «Μήδεια» του Κερουμπίνι στη σκηνή. Ο Παζολίνι, όμως, ενδιαφερόταν για κάτι άλλο: για το πρόσωπο, την κίνηση και την παρουσία της. Η πιο διάσημη λυρική φωνή του κόσμου έπρεπε αυτή τη φορά να λειτουργήσει χωρίς το βασικό της όπλο.

Το αποτέλεσμα ενισχύει μια πλευρά της Κάλλας που συχνά χάνεται μέσα στους χαρακτηρισμούς για τη φωνή της. Ήταν σπουδαία θεατρική ερμηνεύτρια και η εικόνα της είχε ήδη αποκτήσει δύναμη ανεξάρτητη από το τραγούδι.

Η Μαρία Κάλλας κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου στο Schiphol, στις 9 Ιουλίου 1959

Πολύ πριν από το Instagram, είχε ήδη κατασκευαστεί μια εικόνα που αναγνωριζόταν παντού

Η εξωτερική της μεταμόρφωση στη δεκαετία του ’50 συνέβαλε επίσης στην κατασκευή αυτής της εικόνας. Η σχέση της με τη σχεδιάστρια Biki, οι αυστηρές γραμμές, τα φορέματα, τα κοσμήματα και το χαρακτηριστικό μακιγιάζ έκαναν την Κάλλας αντικείμενο φωτογράφισης και εκτός θεάτρου. Αρχειακό υλικό του Publifoto την καταγράφει ήδη το 1958 στο ατελιέ της Biki στο Μιλάνο να δοκιμάζει τα ρούχα που σχεδιάζονταν για εκείνη.

Δεν ήταν απλώς μια λυρική τραγουδίστρια που φωτογραφιζόταν επειδή ήταν διάσημη. Η ίδια η εικόνα της έγινε μέρος του μύθου: τα μάτια, το προφίλ, τα κοσμήματα, τα καπέλα, η στάση του σώματος. Γι’ αυτό και δεκαετίες αργότερα μια φωτογραφία της αναγνωρίζεται ακόμη και από ανθρώπους που δεν έχουν ακούσει ποτέ ολόκληρη «Norma».

Στις 16 Σεπτεμβρίου 1977 η Μαρία Κάλλας πέθανε στο διαμέρισμά της στο Παρίσι, σε ηλικία 53 ετών. Η επίσημη ιστοσελίδα της αναφέρει ότι το πιστοποιητικό θανάτου κατέγραψε καρδιακή προσβολή, χωρίς να έχει πραγματοποιηθεί νεκροψία πριν από την αποτέφρωση.

Σαράντα εννέα χρόνια αργότερα, όμως, το ενδιαφέρον δεν βρίσκεται μόνο στο τι τραγούδησε ή στις λεπτομέρειες της προσωπικής της ζωής. Βρίσκεται και στον τρόπο με τον οποίο η Κάλλας ξέφυγε από το κοινό της όπερας και εγκαταστάθηκε σε μια πολύ ευρύτερη πολιτισμική μνήμη. Η διαδρομή μιας ατάκας από μια σύγκριση με τη Ρενάτα Τεμπάλντι μέχρι έναν σουρεαλιστικό διάλογο στα «Φτηνά Τσιγάρα» είναι μικρή λεπτομέρεια, αλλά εξαιρετικά εύγλωττη: η «Divina» έγινε μέρος της pop κουλτούρας χωρίς ποτέ να χρειαστεί να γίνει pop star.

Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη

Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.

Viber: +306909196125