Μίλτος Νίκας: Το «συγγνώμη» που λειτούργησε σαν κάθαρση

Η συγκεκριμένη παράσταση είναι σαν ένα άτυπο μνημόσυνο για τις ψυχές όλων αυτών των ανθρώπων που έζησαν στην πόλη μας

Μίλτος Νίκας: Το «συγγνώμη» που λειτούργησε σαν κάθαρση

Η παράσταση «100 χρόνια τρέλας», που ανέβηκε από το ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας δεν αποτελεί απλώς μια θεατρική αφήγηση, αλλά ένα βαθιά ανθρώπινο και συγκινητικό ταξίδι στη μνήμη, την ταυτότητα και τη συλλογική συνείδηση της πόλης. Μέσα από ιστορίες εμπνευσμένες από το έργο του Νίκου Πολίτη, αναδύονται πρόσωπα που σημάδεψαν την καθημερινότητά μας— άνθρωποι που χαρακτηρίστηκαν ως «τρελοί», αλλά στην πραγματικότητα υπήρξαν φορείς ιδιαιτερότητας, ευαισθησίας και συχνά κοινωνικής παρεξήγησης.

Ο συμπολίτης ηθοποιός και σκηνοθέτης Μίλτος Νίκας με τη σύμπραξη των ηθοποιών Διονύση Βούλτσου, Βασίλη Κόκκαλη και Κατερίνας Κολλυροπούλου προσεγγίζει την έννοια της «τρέλας» όχι ως παθολογία, αλλά ως κοινωνική «κατασκευή», «φωτίζοντας» τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στο διαφορετικό και το αποδεκτό. Με ευρηματικά μέσα και ένα αφαιρετικό σκηνικό ύφος, οι ηθοποιοί μεταμορφώνονται και δίνουν σώμα και φωνή σε αυτές τις ξεχασμένες φιγούρες, ζωντανεύοντας τις ιστορίες τους με ευαισθησία και σεβασμό. Παράλληλα, το έργο λειτουργεί ως καθρέφτης της κοινωνίας. Από τον «ντόρο» μιας άλλης εποχής έως τη σύγχρονη περιθωριοποίηση και την αποστασιοποίηση, τίθεται ένα διαχρονικό ερώτημα: πόσο έτοιμοι είμαστε να αποδεχτούμε τον «άλλον»; Η παράσταση μοιάζει με ένα άτυπο μνημόσυνο, μας λέει ο σκηνοθέτης μια πράξη μνήμης και αναγνώρισης, που κορυφώνεται σε ένα συμβολικό «συγγνώμη» προς όλους εκείνους που δεν ακούστηκαν ποτέ και καταλήγει ότι το θέατρο καλείται να αφυπνίσει, να συγκινήσει και να προβληματίσει σε μια εποχή όπου η ενσυναίσθηση δοκιμάζεται.

Η παράσταση «100 χρόνια τρέλας», που ανέβηκε από το ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας δεν αποτελεί απλώς μια θεατρική αφήγηση, αλλά ένα βαθιά ανθρώπινο και συγκινητικό ταξίδι στη μνήμη, την ταυτότητα και τη συλλογική συνείδηση της πόλης. Μέσα από ιστορίες εμπνευσμένες από το έργο του Νίκου Πολίτη, αναδύονται πρόσωπα που σημάδεψαν την καθημερινότητά μας— άνθρωποι που χαρακτηρίστηκαν ως «τρελοί», αλλά στην πραγματικότητα υπήρξαν φορείς ιδιαιτερότητας, ευαισθησίας και συχνά κοινωνικής παρεξήγησης.

Ο συμπολίτης ηθοποιός και σκηνοθέτης Μίλτος Νίκας με τη σύμπραξη των ηθοποιών Διονύση Βούλτσου, Βασίλη Κόκκαλη και Κατερίνας Κολλυροπούλου προσεγγίζει την έννοια της «τρέλας» όχι ως παθολογία, αλλά ως κοινωνική «κατασκευή», «φωτίζοντας» τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στο διαφορετικό και το αποδεκτό. Με ευρηματικά μέσα και ένα αφαιρετικό σκηνικό ύφος, οι ηθοποιοί μεταμορφώνονται και δίνουν σώμα και φωνή σε αυτές τις ξεχασμένες φιγούρες, ζωντανεύοντας τις ιστορίες τους με ευαισθησία και σεβασμό. Παράλληλα, το έργο λειτουργεί ως καθρέφτης της κοινωνίας. Από τον «ντόρο» μιας άλλης εποχής έως τη σύγχρονη περιθωριοποίηση και την αποστασιοποίηση, τίθεται ένα διαχρονικό ερώτημα: πόσο έτοιμοι είμαστε να αποδεχτούμε τον «άλλον»; Η παράσταση μοιάζει με ένα άτυπο μνημόσυνο, μας λέει ο σκηνοθέτης μια πράξη μνήμης και αναγνώρισης, που κορυφώνεται σε ένα συμβολικό «συγγνώμη» προς όλους εκείνους που δεν ακούστηκαν ποτέ και καταλήγει ότι το θέατρο καλείται να αφυπνίσει, να συγκινήσει και να προβληματίσει σε μια εποχή όπου η ενσυναίσθηση δοκιμάζεται.

-Τι σας ενέπνευσε να σκηνοθετήσετε την παράσταση «100 χρόνια τρέλας»;
Οταν πρωτοδιάβασα το βιβλίο του Νίκου Πολίτη, με εντυπωσίασαν τόσο πολύ οι ιστορίες του. Είδα τους ανθρώπους να ζωντανεύουν σε εικόνες, γεγονός που πυροδότησε αμέσως τη φαντασία μου και κράτησα στο μυαλό ότι αυτό το υλικό θα γινόταν ένα πολύ ωραίο θεατρικό. Κάποιες από αυτές τις ιστορίες έπρεπε να ειπωθούν, όχι μόνο για τη ζωντάνια τους και το ενδιαφέρον που είχαν, αλλά και γι’ αυτούς τους ανθρώπους που η πόλη τούς είχε φερθεί με αυτό τον τρόπο.

-Πώς προσεγγίσατε καλλιτεχνικά την έννοια της «τρέλας» μέσα στο έργο;
Οι περισσότεροι απ’ αυτούς του ανθρώπους δεν ήταν τρελοί. Απλώς, όπως λέει και το βιβλίο, είχαν έμμονες ιδέες και οι πατρινοί ενίσχυαν και πυροδοτούσαν αυτές τις ιδέες. Στην αρχή οι τρεις ηθοποιοί ως γιατροί-ψυχίατροι μας γνωστοποιούν τα αποτελέσματά τους σε σχέση με το τι είναι ντόρος και τι συνέβαινε στην Πάτρα εκείνη την εποχή. Σιγά-σιγά χρησιμοποιώ το σχήμα «θέατρο» μέσα στο θέατρο και οι ηθοποιοί από ψυχίατροι γίνονται τα πρόσωπα, έτσι ζωντανεύουν τις ιστορίες και σωματικά.

-Ποια είναι η σχέση της παράστασης με την ιστορία και την ταυτότητα της Πάτρας;
Εχει να κάνει με το ντόρο, μία «κλειστή» κοινωνία που λόγω εποχής, δεν είχε πολλές διαφυγές κι έτσι είχε βρει αυτό το «παιχνίδι» που σιγοντάρει την «τρέλα» του καθενός. Εγώ σαν μικρό παιδί, πρόλαβα τέτοιες περιπτώσεις τον «Βασίλα», τον «Στρατηγό», το «Μπομέκ». Θυμάμαι τού φώναζες και αυτός απαντούσε: «Ω λαλα» και αυτό σταμάταγε εκεί και ο κόσμος χασκογελούσε. Πάντα τους είχε μία συμπάθεια, μία αγάπη, αλλά δεν είχε την αγριότητα να γίνει πιο σκληρό και πιο επώδυνο για τα πρόσωπα που το ζούσαν.

-Τι συμβολίζουν για εσάς οι «τρελοί της Πάτρας;»
Η συγκεκριμένη παράσταση είναι σαν ένα άτυπο μνημόσυνο για τις ψυχές όλων αυτών των ανθρώπων που έζησαν στην πόλη μας. Το να βγαίνει ένα πρόσωπο από τη λήθη είναι πάρα πολύ σημαντικό. Οφειλε η πόλη αυτή να τους τιμήσει και ειδικά, όταν διοργανώνεται από το ΔΗΠΕΘΕ της Πάτρας. Γι’ αυτό και στο τέλος της παράστασης έβαλα αυτό το «Συγγνώμη», γιατί ένα «συγγνώμη» δεν είπανε σε αυτούς τους ανθρώπους.

-Πόσο δύσκολο ήταν για τους ηθοποιούς να μπουν σε τόσο ακραίες ψυχολογικές καταστάσεις; Υπήρξαν όρια που δεν έπρεπε να ξεπεραστούν;
Αυτοι οι τρεις άνθρωποι είναι εξαιρετικοί ηθοποιοί και δεν δυσκολευτήκαμε να βγάλουμε αυτό που ο κόσμος είδε. Το πλαίσιο και το περίγραμμα ήταν σαφές μέσα στο οποίο εργαστήκαμε. Με το ταλέντο και την εξαιρετική μεταξύ τους συνεργασία, αλλά και τη «χημεία» που είχαν πάνω στη σκηνή, δεν δυσκολευτήκαμε. Ολοι κάπως συγχρονιστήκαμε σε αυτό που είχαμε να κάνουμε.

-Ποιες ήταν οι μεγαλύτερες προκλήσεις που αντιμετωπίσατε κατά τη σκηνοθεσία;
Πρόκληση ήταν όλη η σκηνοθεσία. Το ότι δεν δυσκολευτήκαμε, δεν αναιρεί την δυσκολία της «κατασκευής». Κάποιες σκηνοθεσίες, παρά τη δυσκολία τους και το στοίχημα που έχει καθεμία, κυλούν μέσα από την εργασία και την καθημερινή προσπάθεια, με αποτέλεσμα όλα αυτά τα πρόσωπα, οι ιστορίες τους και οι αλλαγές τους να γίνουν κατανοητές. Η επιλογή μου να γίνουν όλα αυτά μ’ έναν αφαιρετικό τρόπο, όπως οι τρεις πάγκοι που ο καθένας κουβαλούσε, έκανε να αλλάζουν οι κόσμοι και οι χώροι μ’ ένα τόσο απλό υλικό. Αυτό ήταν το πολύ ενδιαφέρον στοιχείο.

-Οι «τρελοί της Πάτρας» είναι για εσάς περιθωριακοί ή καθρέφτης μίας κοινωνίας που αρνείται να δει τον εαυτό της;
Είναι πολλοί παράγοντες. Οταν βλέπουμε κάτι από απόσταση, όπως μία παράσταση, παρατηρούμε πιο εύκολα και μπορούμε να δούμε στοιχεία που μας «αγγίζουν» και μας ενδιαφέρουν. Εμείς φτιάχνουμε ένα χώρο μέσα στον οποίο μπορεί να λειτουργήσει ελεύθερα η φαντασία του θεατή κι ο καθένας να εισπράξει και να συνδεθεί με ό,τι αυτός θέλει να συνδεθεί. Είναι σαν ένα παιχνίδι «κρυμμένου θησαυρού» και εντέχνως αφήνεις τα σημάδια για να τα ανακαλύψει ο κάθε θεατής και να βρει αυτός τη θέση του μέσα στο έργο. Το ότι σήμερα δεν υπάρχει ντόρος, αλλά υπάρχει μία εξίσου σκληρή κατάσταση, που είναι η περιθωριοποίηση –έχω αρχίσει να παρατηρώ κι εγώ τέτοιες περιπτώσεις μέσα στην πόλη– ενώ κάποτε γινόταν σούσουρο, τώρα προσποιούμαστε ότι δεν έγινε κάτι, αποστρέφουμε το βλέμμα μας και η ενσυναίσθηση έχει ατονίσει για τον διπλανό μας. Εχουμε γίνει πολύ πιο μοναχικοί και σκληροί, γιατί απορροφούμαστε από τα δικά μας προβλήματα που τα βλέπουμε πολύ σημαντικά για να ασχοληθούμε και να μπούμε στη θέση του άλλου, προσφέροντάς του μία ματιά ή ένα καλό λόγο που θα μπορούσε να τον «μαλακώσει».

-Πιστεύετε ότι το θέατρο μπορεί να λειτουργήσει ως καθρέφτης της κοινωνικής «τρέλας» της εποχής μας;
Και ναι και όχι. Εχει να κάνει με τον άνθρωπο που είναι κάτω, τον θεατή δηλαδή. Το θέατρο πάντα είχε αυτή την ικανότητα. Το θέμα είναι η δική μας πνευματική διαύγεια πόσο εξασκημένη είναι, ώστε να εισπράττει αυτά τα μηνύματα. Καταρχήν για να τα εισπράξει, πρέπει να έρθει στο θέατρο και να παιδευτεί, εφόσον ο ίδιος το επιθυμεί.

-Πώς ανταποκρίθηκε το κοινό της Πάτρας στην παράσταση;
Κάθε κείμενο για να είναι σημαντικό επιδέχεται πολλές αναγνώσεις, δηλαδή όσο πιο σημαντικό κι ενδιαφέρον είναι το κείμενο τόσες αναγνώσεις μπορεί να πάρει και να δώσει στο θεατή να το «διαβάσει», να τον «αγγίξει» ποικιλοτρόπως, ανάλογα με την κατάσταση που βρίσκεται εκείνη την ημέρα.

-Τι εισπράξατε τελικά από το ανέβασμα του έργου «100 χρόνια τρέλας»;
Αυτό που εισπράξαμε από τις παραστάσεις μας ήταν η εξαιρετική προσοχή του κοινού στις ιστορίες που τους καθήλωσαν και η συγκίνησή τους στο φινάλε, με την αναφορά των προσώπων. Η προσδοκία μας ήταν ο θεατής να φύγει έχοντας προσέξει πια αυτούς τους ανθρώπους. Το λυτρωτικό «συγγνώμη» στο τέλος λειτούργησε σαν κάθαρση, ακόμη και για εκείνους που γέλασαν με τις ιστορίες τους, που είχαν στηθεί με ένα αστείο και χιουμοριστικό τρόπο. Ακόμη και το γέλιο είναι ένα είδος ενοχής.

Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη

Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.

Viber: +306909196125