Monster: Η Λίζι Μπόρντεν και η «γυναικεία οργή» που έγινε θέαμα στο Netflix
Η πρώτη σεζόν της ανθολογίας με γυναίκα στο κέντρο θέλει να διορθώσει την εμμονή της με τους άνδρες εγκληματίες. Η υπόσχεση, όμως, σκοντάφτει στο αίμα, στο σεξ και στην αυθαίρετη συμπλήρωση των κενών μιας ανεξιχνίαστης υπόθεσης

Η Λίζι Μπόρντεν έφτασε στο Netflix στις 17 Σεπτεμβρίου, κρατώντας το τσεκούρι με το οποίο η αμερικανική λαϊκή κουλτούρα την έχει καταδικάσει εδώ και περισσότερο από έναν αιώνα. Το Monster: The Lizzie Borden Story, τέταρτο κεφάλαιο της επιτυχημένης ανθολογίας των Ράιαν Μέρφι και Ίαν Μπρέναν, παρουσιάζεται ως η σεζόν που βάζει επιτέλους μια γυναίκα στο κέντρο και κοιτάζει κατάματα τη «γυναικεία οργή».
Αυτή είναι και η πιο ενδιαφέρουσα υπόσχεση της σειράς. Όχι η λύση ενός εγκλήματος του 1892, την οποία δεν διαθέτει ούτε η Ιστορία, αλλά η πιθανότητα να εξεταστεί πώς μια γυναίκα μετατράπηκε σε τέρας από τον Τύπο, τη δικαιοσύνη και τη μαζική φαντασία. Το ερώτημα είναι αν το Monster εξετάζει πραγματικά αυτόν τον μηχανισμό ή αν απλώς του προσφέρει οκτώ καινούργιες ώρες θεάματος.
Η «διόρθωση» μετά τους άνδρες του Monster
Ο Ίαν Μπρέναν παραδέχθηκε ότι η σειρά είχε εστιάσει υπερβολικά στους άνδρες. Προηγήθηκαν οι σεζόν για τον Τζέφρι Ντάμερ, τους αδελφούς Μενέντεζ και τον Εντ Γκιν. Τώρα, όπως είπε στο People, θεωρούσε ότι είχε έρθει η στιγμή να εξεταστεί η ιδέα της γυναικείας οργής.
Η επιλογή της Μπόρντεν δεν είναι τυχαία. Στις 4 Αυγούστου 1892, ο πατέρας της, Άντριου, και η μητριά της, Άμπι, βρέθηκαν δολοφονημένοι μέσα στο σπίτι τους στο Φολ Ρίβερ της Μασαχουσέτης. Η Λίζι κατηγορήθηκε για τους φόνους, δικάστηκε το 1893 και αθωώθηκε. Η υπόθεση έμεινε ανεξιχνίαστη, αλλά η δημόσια ετυμηγορία αποδείχθηκε πολύ πιο ανθεκτική από τη δικαστική.
Η νέα σειρά, με την Έλα Μπίτι στον κεντρικό ρόλο, επιχειρεί να διαβάσει τη Λίζι ως μια γυναίκα παγιδευμένη σε ένα σπίτι ταπείνωσης, αυστηρών περιορισμών και καταπίεσης. Ο σκηνοθέτης Μαξ Γουίνκλερ και οι δημιουργοί μίλησαν για τα στενά όρια που επέβαλλε η κοινωνία στις γυναίκες της δεκαετίας του 1890, ενώ η παρουσίαση της σειράς από το Reuters υπογραμμίζει ακριβώς αυτή την πρόθεση.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν η καταπίεση μεταφράζεται σε εύκολο ψυχολογικό άλλοθι. Ο Μπρέναν μιλά για τη συμπάθεια που ένιωσε για τη Λίζι και για το πόσο κατανοητή τού φάνηκε η πράξη που πιστεύει ότι διέπραξε. Πρόκειται, όμως, για πεποίθηση του δημιουργού και όχι για ιστορικό δεδομένο. Η Μπόρντεν δεν καταδικάστηκε ποτέ και κανένα νέο στοιχείο δεν έχει λύσει την υπόθεση.
Όταν η ιστορία υποχωρεί μπροστά στο θέαμα
Η μυθοπλασία έχει δικαίωμα να γεμίζει τα κενά. Το ζήτημα είναι τι επιλέγει να βάλει μέσα σε αυτά. Στο Monster, η οικιακή καταπίεση, η έμμηνος ρύση, η σεξουαλική επιθυμία, τα δηλητήρια και οι αποκεφαλισμοί συνωστίζονται σε μια αφήγηση που θέλει ταυτόχρονα να είναι γοτθικό μελόδραμα, ψυχολογικό πορτρέτο και αιματοβαμμένο θέαμα.
Η πρώτη σκληρή κριτική ήρθε από τη Λούσι Μάνγκαν. Στον Guardian περιγράφει μια στιλάτη παραγωγή με ενέργεια και πολύ καλές ερμηνείες, ξεχωρίζοντας ιδιαίτερα τη Ρεμπέκα Χολ στον ρόλο της Άμπι Μπόρντεν. Θεωρεί, ωστόσο, ότι η εμμονή της σειράς με το γυναικείο σώμα, το αίμα και το σεξ υποκαθιστά την ιστορική έρευνα και αποδυναμώνει όσα θα μπορούσε να πει για την εποχή και τις προκαταλήψεις της.
Αυτή η ένσταση αποκτά μεγαλύτερο βάρος στην ιστορία της Μπρίτζετ Σάλιβαν, της Ιρλανδής οικιακής βοηθού που βρισκόταν στο σπίτι την ημέρα των φόνων. Η σειρά την παρουσιάζει ως ερωμένη και συνεργό της Λίζι. Δεν υπάρχει ιστορική απόδειξη ούτε για ερωτική σχέση ούτε για κοινό σχέδιο δολοφονίας. Η έρευνα του Entertainment Weekly επισημαίνει ότι η συγκεκριμένη εκδοχή ανήκει στη μυθοπλασία και όχι στο διαθέσιμο αρχείο.
Δεν είναι η ελευθερία της δραματοποίησης που ενοχλεί από μόνη της. Είναι η ευκολία με την οποία μια πραγματική γυναίκα, για την οποία γνωρίζουμε λίγα, αποκτά σεξουαλικότητα, κίνητρο και συνενοχή ώστε η σειρά να έχει την ένταση που χρειάζεται. Το ιστορικό κενό παύει να αντιμετωπίζεται ως αβεβαιότητα και γίνεται ελεύθερος χώρος για περιεχόμενο.
Τρεις γυναίκες κάτω από την ίδια εμπορική ετικέτα
Το Monster δεν περιορίζεται στη Λίζι Μπόρντεν. Εντάσσει στην ίδια σεζόν την Ελίζαμπετ Μπάτορι, την Ουγγαρέζα κόμισσα γύρω από την οποία χτίστηκε ο μύθος της «Ματωμένης Κόμισσας», και την Αϊλίν Γουόρνος, η οποία εκτελέστηκε το 2002 για δολοφονίες ανδρών στη Φλόριντα. Τη δεύτερη υποδύεται η Σάρα Πόλσον.
Η σύνδεση θέλει να δείξει ότι η γυναικεία οργή διατρέχει την Ιστορία. Ταυτόχρονα, όμως, συμπιέζει τρεις ριζικά διαφορετικές γυναίκες, εποχές και υποθέσεις σε μία ελκυστική θεματική ετικέτα. Η οργή γίνεται είδος, όπως το true crime έγινε κατηγορία περιεχομένου: εύκολα αναγνωρίσιμη, έτοιμη για προώθηση και αρκετά αόριστη ώστε να χωρά τα πάντα.
Εδώ βρίσκεται η βασική αντίφαση της τέταρτης σεζόν. Το Monster δηλώνει ότι αλλάζει βλέμμα επειδή αλλάζει φύλο ο κεντρικός χαρακτήρας. Δεν είναι βέβαιο ότι αλλάζει και ο τρόπος με τον οποίο κοιτάζει. Η σειρά μπορεί να μιλά για μια γυναίκα που ασφυκτιά μέσα στο βλέμμα των ανδρών της εποχής της και, την ίδια στιγμή, να μετατρέπει το σώμα, τη σεξουαλικότητα και την υποτιθέμενη βία της σε καινούργιο θέαμα.
Η Λίζι Μπόρντεν δεν χρειάζεται άλλη μία καταδίκη μεταμφιεσμένη σε ψυχολογική εξήγηση. Η πραγματική της ιστορία είναι ισχυρή επειδή παραμένει ανοιχτή: μια γυναίκα κατηγορήθηκε, αθωώθηκε και παρ’ όλα αυτά πέρασε στην Ιστορία ως ένοχη. Αν το Monster κλείνει αυτή την αβεβαιότητα για να υπηρετήσει τη δική του εκδοχή της «γυναικείας οργής», τότε αλλάζει το πρόσωπο στην αφίσα, όχι τη λογική του true crime.
Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη
Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.
Ακολουθήστε μας για όλες τις ειδήσεις στο Bing News και το Google News