Ο πρώην Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου επί τιμή Γιώργος Μπισμπίκης στην «Π»: «Ο δικαστής κρίνει την πράξη, όχι τον άνθρωπο»
Μια συζήτηση για τη Δικαιοσύνη, την εξουσία, τα δικαιώματα και την ευθύνη όσων καλούνται να κρίνουν ανθρώπους.

Τριάντα δύο χρόνια υπηρεσίας στη Δικαιοσύνη, μέχρι τον βαθμό του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου επί τιμή, αποτελούν μια διαδρομή μέσα από την οποία ο Γιώργος Μπισμπίκης γνώρισε τον νόμο, τους θεσμούς αλλά κυρίως τον άνθρωπο πίσω από κάθε υπόθεση.
Ο Πατρινός δικαστικός λειτουργός, που έχει συνδέσει μεγάλο μέρος της επαγγελματικής του πορείας με την πόλη, μιλά στην «Πελοπόννησο» για τη δύσκολη ισορροπία ανάμεσα στην εφαρμογή του νόμου και την ανθρώπινη διάσταση της δικαστικής κρίσης, για τα προβλήματα της Δικαιοσύνης, την ανεξαρτησία των λειτουργών της, αλλά και για την ανάγκη η κοινωνία να εμπιστεύεται τους θεσμούς.
Μια συζήτηση για τη Δικαιοσύνη, την εξουσία, τα δικαιώματα και την ευθύνη όσων καλούνται να κρίνουν ανθρώπους.
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΥΣ ΘΕΟΔΩΡΟ ΛΟΥΛΟΥΔΗ ΚΑΙ ΓΙΩΡΓΟ ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟ
ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΛΟΥΛΟΥΔΗΣ: Κύριε Μπισμπίκη, υπηρετήσατε τη Δικαιοσύνη για 32 χρόνια. Τι μάθατε μέσα από αυτή τη διαδρομή όχι μόνο για τον νόμο, αλλά κυρίως για τον άνθρωπο;
ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΙΣΜΠΙΚΗΣ: Στη Δικαιοσύνη ερχόμαστε καθημερινά αντιμέτωποι με τον άνθρωπο. Όχι πάντοτε με την καλύτερη πλευρά του, αλλά πολλές φορές με την παραβατική πλευρά του, η οποία μπορεί να έχει σκοτεινές όψεις.
Ο δικαστής, όμως, πρέπει να έχει πάντα έναν βασικό κανόνα: να κρίνει την πράξη και όχι τον άνθρωπο. Δεν κρίνει το φρόνημά του ούτε την προσωπικότητά του. Η προσωπικότητα μπορεί να ληφθεί υπόψη μόνο στο στάδιο της επιμέτρησης της ποινής.
Το πρώτο ερώτημα είναι τι έκανε ο συγκεκριμένος άνθρωπος. Η πράξη είναι αυτή που θα οδηγήσει τον δικαστή στην κρίση για την ενοχή ή την απαλλαγή του.
Είναι μεγάλη ευθύνη να κρίνεις έναν άνθρωπο. Απέναντί σου έχεις έναν πολίτη που βρίσκεται αντιμέτωπος με έναν πολύ ισχυρό κρατικό μηχανισμό. Αυτός ο μηχανισμός γίνεται επικίνδυνος όταν δεν εφαρμόζεται σωστά ο νόμος και ένας άνθρωπος μπορεί να στερηθεί την ελευθερία του χωρίς να είναι πραγματικά ένοχος.
Γι’ αυτό ο δικαστής πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός, να αξιολογεί σωστά τα στοιχεία και να εφαρμόζει τον νόμο με ακρίβεια.
ΘΛ: Αρκεί η νομική γνώση για έναν δικαστή ή χρειάζεται κάτι περισσότερο;
Η καλή γνώση των νομικών είναι απαραίτητη, αλλά δεν αρκεί. Χρειάζεται ευρύτερη παιδεία.
Η ευρύτερη παιδεία βοηθά τον δικαστή να κατανοήσει περισσότερες πλευρές μιας υπόθεσης. Δεν αντιμετωπίζει μόνο ένα νομικό ζήτημα. Αντιμετωπίζει ανθρώπους, με διαφορετικές διαδρομές, διαφορετικά προβλήματα και διαφορετικά χαρακτηριστικά.
Αυτό το τόνιζε και ο καθηγητής Ποινικού Δικαίου Μανολεδάκης. Ένας δικαστής δεν μπορεί να είναι μόνο ένας καλός γνώστης των διατάξεων. Πρέπει να έχει κοινωνική αντίληψη και κατανόηση της ανθρώπινης φύσης.
Η παιδεία είναι άλλωστε η βάση μιας καλύτερης κοινωνίας. Φαίνεται στον τρόπο που συμπεριφερόμαστε καθημερινά, στον δρόμο, στις σχέσεις μας με τους άλλους ανθρώπους.
«Η Δικαιοσύνη χρειάζεται ανεξαρτησία, ποιότητα και κοινωνική σοφία – Η Πάτρα μπορεί να γίνει πραγματικό κόσμημα»
ΘΛ: Τελικά ο άνθρωπος είναι καλός ή κακός; Η παραβατικότητα είναι θέμα χαρακτήρα, επιλογής ή συνθηκών;
Ο δικαστής δεν κάνει ψυχολογικές ερμηνείες. Εξετάζει την πράξη.
Μέσα από την πράξη, βέβαια, μπορεί να φανούν στοιχεία της προσωπικότητας ενός ανθρώπου. Μπορεί να διαπιστώσεις μια πλήρη απουσία σεβασμού προς τον συνάνθρωπο.
Για παράδειγμα, κάποιος που διαπράττει ένα ιδιαίτερα σοβαρό έγκλημα για ιδιοτελή κίνητρα δείχνει ότι δεν υπολογίζει την αξία της ανθρώπινης ζωής. Η ανθρώπινη αξία είναι ένα από τα σημαντικότερα αγαθά που προστατεύει η έννομη τάξη.
Όμως, αν θέλουμε να μιλήσουμε για τη δημιουργία μιας καλύτερης κοινωνίας, η βάση είναι η παιδεία.
Η παιδεία φαίνεται παντού. Στον τρόπο που συμπεριφέρεται κάποιος στον δρόμο, στον τρόπο που αντιμετωπίζει τον άλλο άνθρωπο, στον βαθμό που σέβεται τους κανόνες.
ΘΛ: Ο εισαγγελέας στη συνείδηση πολλών πολιτών είναι ο άνθρωπος που διώκει. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου χρειάζεται να πει «δεν πρέπει να ασκηθεί δίωξη»;
Βεβαίως. Πολλές φορές μια υπόθεση τίθεται στο αρχείο γιατί δεν υπάρχουν τα στοιχεία που απαιτούνται για να στοιχειοθετηθεί αξιόποινη πράξη.
Ο εισαγγελέας στην Ελλάδα δεν είναι απλώς ο κατήγορος. Είναι δικαστικός λειτουργός. Πρέπει να εξετάσει τόσο τα στοιχεία που μπορεί να επιβαρύνουν κάποιον όσο και εκείνα που δεν επαρκούν για να στηρίξουν κατηγορία.
Αν δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις, είναι υποχρεωμένος να θέσει την υπόθεση στο αρχείο.
Μάλιστα, στις σοβαρές υποθέσεις υπάρχει και δεύτερος έλεγχος από τον Εισαγγελέα Εφετών. Επίσης, μια υπόθεση που έχει αρχειοθετηθεί μπορεί να ανασυρθεί αν εμφανιστούν νέα στοιχεία.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ: Όταν μια σοβαρή υπόθεση αρχειοθετείται από έναν εισαγγελέα, είναι αρκετή η κρίση ενός προσώπου;
Στις αυτεπαγγέλτως διωκόμενες πράξεις, όταν μια υπόθεση τίθεται στο αρχείο, υπάρχει η δυνατότητα ελέγχου και από τον Εισαγγελέα Εφετών. Υπάρχει δηλαδή και ένα δεύτερο επίπεδο αξιολόγησης.
Επίσης, μια αρχειοθετημένη υπόθεση μπορεί να ανασυρθεί εφόσον εμφανιστούν νέα στοιχεία. Δεν είναι δεδικασμένο με την κλασική έννοια.
«Ο κρατικός μηχανισμός της Δικαιοσύνης γίνεται επικίνδυνος όταν κάποιος οδηγείται στη φυλακή χωρίς να είναι πραγματικά ένοχος»
ΓΑ: Έχετε επισκεφθεί τις φυλακές του Αγίου Στεφάνου και έχετε δει την έκτιση της ποινής στην πράξη. Πόσο κοντά είναι το σύστημα στον πραγματικό σωφρονισμό;
Υπάρχουν σημαντικές παθογένειες. Ελλείψεις σε υποδομές, προσωπικό και ειδικότητες δημιουργούν ένα δύσκολο πλαίσιο λειτουργίας.
Υπάρχει επίσης το πρόβλημα του υπερπληθυσμού. Θυμάμαι την πρώτη φορά που επιθεώρησα τις φυλακές του Αγίου Στεφάνου. Σε ένα κελί που είχε κατασκευαστεί για τέσσερα άτομα υπήρχαν δέκα.
Κάτω από τέτοιες συνθήκες δυσκολεύεται ο πραγματικός στόχος της ποινής. Ο σκοπός δεν είναι μόνο η τιμωρία. Είναι ο σωφρονισμός και η επανένταξη.
Υπάρχουν κρατούμενοι που προσπαθούν να αλλάξουν, συμμετέχουν σε εκπαιδευτικά προγράμματα, εργάζονται. Δεν είναι όλοι ίδιοι.
Υπάρχουν όμως και άνθρωποι που έχουν ιδρυματοποιηθεί. Έχουν μάθει να ζουν μέσα στη φυλακή και εκεί έχουν βρει μια μορφή ταυτότητας και επιβολής.
ΓΑ: Έχετε επισκεφθεί τις φυλακές του Αγίου Στεφάνου και έχετε δει την έκτιση της ποινής στην πράξη. Πόσο σωφρονιστικό είναι τελικά το σύστημα;
Υπάρχουν παθογένειες που γνωρίζουμε. Ελλείψεις υποδομών, προσωπικού, ειδικοτήτων. Όλα αυτά δημιουργούν ένα ελλειμματικό πλαίσιο λειτουργίας.
Υπάρχει επίσης το πρόβλημα του υπερπληθυσμού.
Θυμάμαι την πρώτη φορά που μπήκα στις φυλακές του Αγίου Στεφάνου. Σε ένα κελί που είχε σχεδιαστεί για τέσσερα άτομα βρίσκονταν δέκα.
Τέτοιες συνθήκες δυσκολεύουν τον ίδιο τον σκοπό της ποινής. Ο Σωφρονιστικός Κώδικας δεν έχει ως στόχο μόνο την τιμωρία. Έχει στόχο τον σωφρονισμό και την επανένταξη.
Υπάρχουν κρατούμενοι που προσπαθούν. Πηγαίνουν σε σχολεία δεύτερης ευκαιρίας, εργάζονται, συνεργάζονται.
Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις ανθρώπων που έχουν ιδρυματοποιηθεί. Έχουν μάθει να ζουν μέσα στη φυλακή και εκεί έχουν αποκτήσει μια μορφή ταυτότητας.
ΓΑ: Ένα άλλο θέμα που έχει απασχολήσει τη δημόσια συζήτηση είναι η ακούσια νοσηλεία. Πού βρίσκεται η ισορροπία ανάμεσα στην προστασία του ανθρώπου και στον περιορισμό της ελευθερίας του;
Η ακούσια νοσηλεία είναι ένα πολύ σοβαρό ζήτημα, γιατί αφορά έναν μεγάλο περιορισμό της προσωπικής ελευθερίας.
Ο εισαγγελέας δεν αποφασίζει αυθαίρετα. Υπάρχει συγκεκριμένη διαδικασία.
Μπορεί να υπάρχουν περιπτώσεις όπου ένας άνθρωπος δεν είναι σε θέση να φροντίσει τον εαυτό του ή υπάρχει κίνδυνος για τον ίδιο ή για τρίτους. Τότε μπορεί να ενεργοποιηθεί η διαδικασία.
Όμως επειδή πρόκειται για σοβαρή επέμβαση στην προσωπικότητα και την αξιοπρέπεια του ανθρώπου, ο νόμος προβλέπει αυστηρές εγγυήσεις.
Ο ασθενής έχει δικαιώματα. Μπορεί να προσφύγει, να εκπροσωπηθεί από δικηγόρο και να έχει τεχνικό σύμβουλο ψυχίατρο.
«Η ευρύτερη παιδεία είναι αυτή που βοηθά τον δικαστή να κατανοήσει τις πολλές πλευρές μιας υπόθεσης»
ΓΑ: Η καθυστέρηση στην απονομή της Δικαιοσύνης παραμένει ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα. Γιατί δεν έχει λυθεί;
Είναι ένα πρόβλημα που υπάρχει εδώ και πολλά χρόνια.
Κατά καιρούς έχουν ψηφιστεί πολλά νομοθετήματα με στόχο την επιτάχυνση της Δικαιοσύνης. Όμως η ταχύτητα δεν μπορεί να είναι ο μοναδικός στόχος.
Δεν πρέπει να κοιτάμε μόνο πόσες αποφάσεις εκδίδονται. Πρέπει να κοιτάμε και την ποιότητά τους.
Ο δικαστής δεν είναι απλός δημόσιος υπάλληλος. Είναι δημόσιος λειτουργός. Η κοινωνία περιμένει από αυτόν μια απόφαση που θα είναι όχι μόνο γρήγορη αλλά και σωστή.
Μια απόφαση που εκδίδεται γρήγορα αλλά δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη μπορεί να αδικήσει ανθρώπους.
ΘΛ: Έχουν υπάρξει περιπτώσεις όπου η προσπάθεια για ταχύτητα οδήγησε σε προβλήματα;
Φυσικά. Θυμάμαι περίπτωση δικαστή σε Τριμελές Πλημμελειοδικείο που ολοκλήρωνε το πινάκιο μέσα σε δύο ώρες.
Δεν μπορείς σε δύο ώρες να εκδικάσεις τριάντα υποθέσεις με την προσοχή που απαιτείται.
Κάποιοι άνθρωποι πιθανόν να μην αντιμετωπίστηκαν όπως έπρεπε. Είτε ήταν κατηγορούμενοι είτε πολιτικώς ενάγοντες. Η Δικαιοσύνη απαιτεί χρόνο, γιατί αφορά ανθρώπους.
ΓΑ: Γιατί τότε υπάρχουν ακόμη πινάκια με 25 ή 30 υποθέσεις μέσα στην ίδια ημέρα;
Γιατί οι υποθέσεις είναι χιλιάδες. Υπάρχει μεγάλο φορτίο.
Υπάρχει επίσης το πρόβλημα των αναβολών. Δεν είναι μόνο ευθύνη των δικαστών.
Μπορεί ένας κατηγορούμενος να ζητήσει αναβολή επειδή ο δικηγόρος του έχει κώλυμα ή υπάρχει άλλο πρόβλημα.
Μια λύση θα μπορούσε να είναι η διακοπή της δίκης αντί της αναβολής, όπου αυτό είναι δυνατό.
Βεβαίως, δεν σημαίνει ότι οι δικαστές δεν έχουν ευθύνη. Υπάρχουν παθογένειες και μέσα στο δικαστικό σώμα. Δεν μπορούμε να τις αγνοούμε.
«Η επιτάχυνση της Δικαιοσύνης δεν μπορεί να είναι ο μοναδικός στόχος. Χρειάζεται και ποιότητα»
ΓΑ: Πολλοί πολίτες εμφανίζονται σήμερα δύσπιστοι απέναντι στη Δικαιοσύνη. Τι απαντάτε;
Το θέμα είναι πως διαμορφώνεται αυτή η έλλειψη εμπιστοσύνης. Όταν μιλάει κάποιος για τους θεσμούς, πρέπει να είναι θεσμικά ώριμος. Η Δικαιοσύνη έχει προβλήματα. Αυτό είναι δεδομένο. Όμως δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι υπάρχουν δικλίδες ασφαλείας.
Υπάρχουν τα ένδικα μέσα, το Εφετείο, ο Άρειος Πάγος.
Ο πολίτης έχει δικαίωμα να κρίνει και να ασκεί κριτική. Πρέπει όμως να το κάνει με επιχειρήματα και όχι χωρίς γνώση της δικογραφίας.
ΘΛ: Πόσο ανεξάρτητος είναι τελικά ένας εισαγγελέας απέναντι στην πολιτική εξουσία;
Οι εισαγγελικοί λειτουργοί έχουν προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία.
Αυτό όμως δεν είναι μόνο θέμα συνταγματικής κατοχύρωσης. Είναι και προσωπική στάση κάθε λειτουργού να προστατεύσει αυτή την ανεξαρτησία.
Στη δική μου πορεία δεν μου συνέβη ποτέ πολιτικός να σηκώσει το τηλέφωνο και να μου πει τι να κάνω σε μια υπόθεση.
Ο καθένας πρέπει να σέβεται τον θεσμικό ρόλο του άλλου.
ΘΛ: Υπάρχει, όμως, η συζήτηση για τον τρόπο επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης.
Έχουν διατυπωθεί πολλές απόψεις. Υπάρχει η άποψη ότι η επιλογή πρέπει να γίνεται από την πολιτική εξουσία, επειδή οι δικαστές δεν έχουν λαϊκή νομιμοποίηση.
Αυτό προσωπικά δεν το καταλάβαινα ποτέ. Κανείς δικαστικός λειτουργός δεν εκλέγεται από τον λαό. Η νομιμοποίησή μας προκύπτει από τον ρόλο που μας δίνει το Σύνταγμα.
Υπάρχει και η άλλη άποψη, ότι αν επιλέγουν οι ίδιοι οι δικαστές μπορεί να δημιουργηθούν εσωτερικές ομάδες ή αντιπαραθέσεις.
Το ζήτημα είναι σύνθετο. Ο επικεφαλής ενός ανώτατου δικαστηρίου δεν χρειάζεται μόνο επιστημονική κατάρτιση. Χρειάζεται και διοικητικές ικανότητες.
«Οι εισαγγελικοί λειτουργοί πρέπει να κλείνουν τα αυτιά τους στις πιέσεις, από όπου κι αν προέρχονται»
ΓΑ: Μετά την αποχώρησή σας από τη Δικαιοσύνη συνεχίζετε τη διδασκαλία. Πώς συνδέεται το Ποινικό Δίκαιο με την Ιατρική;
Δεν είναι τόσο μακριά το ένα από το άλλο. Υπάρχουν ζητήματα όπως η ιατρική αμέλεια, η ιατρική ευθύνη από σφάλματα, αλλά και θέματα βιοηθικής.
Η ευθανασία, η υποβοηθούμενη αναπαραγωγή, οι μεταμοσχεύσεις είναι ζητήματα που έχουν και ποινική διάσταση. Δεν είναι θέματα ξένα προς το Ποινικό Δίκαιο.
ΘΛ: Η ευθανασία θα πρέπει να κατοχυρωθεί ως δικαίωμα και στην Ελλάδα;
Είναι ένα εξαιρετικά δύσκολο ζήτημα. Ακόμη και ανώτατα δικαστήρια που έχουν ασχοληθεί με το θέμα δυσκολεύονται να πάρουν απόλυτη θέση.
Η προσωπική μου στάση είναι ότι εγώ δεν θα το έκανα. Πρέπει να έχεις τεράστιο ψυχικό σθένος για να πάρεις μια τέτοια απόφαση.
Από τη μία πλευρά υπάρχει η συνταγματική προστασία της ανθρώπινης αξίας.
Από την άλλη πλευρά υπάρχει ο άνθρωπος που λέει: «Με καταδικάζετε να υποφέρω για όλη μου τη ζωή». Είναι ένα ζήτημα που χρειάζεται πολύ σοβαρή μελέτη και ενδεχομένως κάποια στιγμή να υπάρξει νομοθετική ρύθμιση.
«Η Πάτρα μπορεί να γίνει πραγματικό κόσμημα, αν στο επίκεντρο βρίσκεται η ίδια η πόλη»
ΘΛ: Κλείνοντας, πώς βλέπετε την Πάτρα;
Την πόλη αυτή, επειδή γεννήθηκα εδώ, την αγαπάω πάρα πολύ. Θα την ήθελα όμως πολύ καλύτερη. Από κάθε άποψη: πνευματικά, αισθητικά, οικονομικά. Η ανάπτυξη δεν είναι μόνο οικονομία. Είναι πολιτισμός, παιδεία, ποιότητα ζωής. Η Πάτρα έχει τεράστια ιστορία και μπορεί να γίνει πραγματικό κόσμημα. Το σημαντικό είναι όσοι έχουν ευθύνη να αφήσουν στην άκρη τις αντιπαραθέσεις και να βάλουν στο επίκεντρο την ίδια την πόλη.
Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη
Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.
Ακολουθήστε μας για όλες τις ειδήσεις στο Bing News και το Google News