O Ξένος: Η ειλικρίνεια στο εδώλιο

Ο Νένος: Η ειλικρινής στο έδωλο

Πολλές φορές η ανθρώπινη ύπαρξη, μετέωρη ανάμεσα στη φθορά και την αναζήτηση νοήματος, έρχεται αντιμέτωπη με τα όρια της ελευθερίας, της μοναξιάς και των κοινωνικών συμβάσεων.

Ο Φρανσουά Οζόν αναλαμβάνει το ρίσκο να μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη τον «Ξένο», το εμβληματικό κείμενο του γαλλικού υπαρξισμού [L’Étranger]. Η ταινία, δομημένη σε δύο σαφώς διακριτά μέρη, ακολουθεί με θρησκευτική ευλάβεια τη γεωμετρία του βιβλίου, μετατρέποντας το Αλγέρι του 1938 σε ένα σκηνικό όπου δοκιμάζονται τα όρια της ανθρώπινης ειλικρίνειας και των κοινωνικών συμβάσεων.

Το πρώτο μέρος εστιάζει στην καθημερινότητα του Μερσό (Μπενζαμέν Βουαζέν) Η αφήγηση εκκινεί με τη διαβόητη φράση «Σήμερα πέθανε η μητέρα μου ή μήπως χτες ή προχθές;». Ο Οζόν επιλέγει να αποτυπώσει την κηδεία χωρίς κανένα μελοδραματικό εύρημα, υπογραμμίζοντας την απόλυτη απάθεια του ήρωα. Αυτή η συναισθηματική αποστασιοποίηση συνεχίζεται και στην πόλη, η ερωτική σχέση με τη Μαρί (Ρεμπέκα Μαρντέ) και η φιλία με τον περιθωριακό Ρεϊμόν (Πιέρ Λοτέν) βιώνονται ως απλά περιστατικά, χωρίς ηθική ιεράρχηση. Η κορύφωση έρχεται στην παραλία, όπου ο ήλιος μετατρέπεται σε κινηματογραφικό χαρακτήρα. Ο Οζόν χρησιμοποιεί το εκτυφλωτικό φως για να οπτικοποιήσει το «Παράλογο».

Το δεύτερο μέρος μετατοπίζει το κέντρο βάρους από το έγκλημα στην κοινωνική υποκρισία. Κατά τη διάρκεια της δίκης, ο δικαστικός μηχανισμός και η αποικιοκρατική αστική τάξη δεν δικάζουν την πράξη του φόνου, αλλά την άρνηση του Μερσό να συμμορφωθεί με τα κοινωνικά τελετουργικά. Το γεγονός ότι δεν έκλαψε στην κηδεία της μητέρας του μετατρέπεται στο απόλυτο τεκμήριο της ενοχής του. Ο Οζόν αναδεικνύει τον Μερσό ως έναν «μάρτυρα της αλήθειας», έναν άνθρωπο που αρνείται να πει το παραμικρό ψέμα για να σώσει το τομάρι του. Η τελική του σύγκρουση με τον ιερέα (Ντενίς Λαβάν) σφραγίζει το φιλοσοφικό μανιφέστο της ταινίας. Αντιμέτωπος με τη λαιμητόμο, ο ήρωας αποδέχεται την «τρυφερή αδιαφορία του κόσμου», βρίσκοντας μια παράδοξη λύτρωση στην απόλυτη μοναξιά του.

Σκηνοθετικά, ο Οζόν παίρνει μια καθοριστική απόφαση, επιλέγει το ασπρόμαυρο κάδρο. Αυτή η αισθητική επιλογή απογυμνώνει το έργο από τον εξωτισμό του μεσογειακού τοπίου, εστιάζοντας στις σκιές του ανθρώπινου προσώπου και στην ηθική γκρίζα ζώνη του ήρωα. Το αποτέλεσμα είναι ένα κομψό, εσωστρεφές δικαστικό και ψυχολογικό δράμα, που καταφέρνει να μεταφράσει τη λογοτεχνική σιωπή του Καμύ σε καθαρή, υποβλητική κινηματογραφική γλώσσα.

Η κινηματογραφική προσέγγιση του Οζόν στον «Ξένο» χαρακτηρίζεται από μια αυστηρή, αφαιρετική γεωμετρία που επιχειρεί να μεταφράσει τη φιλοσοφική λιτότητα του Καμύ σε εικόνα. Η χρήση του ασπρόμαυρου φιλμ απογυμνώνει το αποικιακό Αλγέρι από τον αναμενόμενο μεσογειακό εξωτισμό, μετατρέποντας το φυσικό τοπίο σε έναν εσωτερικό, ψυχολογικό χώρο. Το εκτυφλωτικό φως του ήλιου δεν λειτουργεί ως στοιχείο ομορφιάς, αλλά ως μια απειλητική, σχεδόν μεταφυσική δύναμη που τυφλώνει τον ήρωα. Σκηνοθετικά, ο Οζόν υιοθετεί μια ψυχρή, εγκεφαλική mise-en-scène. Τα κάδρα του είναι στατικά και ισορροπημένα, αντανακλώντας την εσωτερική νεκρή ζώνη και την απάθεια του Μερσώ. Η κάμερα τηρεί μια αποστασιοποιημένη, σχεδόν κλινική στάση απέναντι στα δρώμενα, αποφεύγοντας τους εύκολους συναισθηματισμούς ή τα δραματικά κοντινά πλάνα που θα εκβίαζαν τη συμπάθεια του θεατή. Στο δεύτερο μέρος, η προσέγγιση μεταβάλλεται σε ένα κλειστοφοβικό δικαστικό δράμα. Οι σκιές επιμηκύνονται, υπογραμμίζοντας το σκοτάδι ενός συστήματος που γραφειοκρατικοποιεί την ύπαρξη. Αντί να προσφέρει μια κλασική κινηματογραφική αφήγηση, ο Οζόν παραδίδει μια οπτική πραγματεία, όπου κάθε πλάνο λειτουργεί ως ένας αυστηρός, ακαδημαϊκός σχολιασμός πάνω στην έννοια του Παραλόγου. Ο Μπενζαμέν Βουαζέν (Μερσό) προσφέρει μια εσωτερική ερμηνεία και αποδίδει την αδιαφάνεια και τη σιωπηλή αντίσταση του ήρωα χωρίς υπερβολές.

Συμπερασματικά, ο «Ξένος» του Φρανσουά Οζόν αποτελεί μια εξαιρετικά κομψή, αλλά ταυτόχρονα μετέωρη κινηματογραφική δοκιμή. Από τη μία πλευρά, η επιλογή του ασπρόμαυρου κάδρου και η γεωμετρική ακρίβεια της σκηνοθεσίας αναδεικνύουν με σεβασμό τη φιλοσοφική ραχοκοκαλιά του Αλμπέρ Καμύ, μετατρέποντας τον Μερσό σε έναν γοητευτικό μάρτυρα της υπαρξιακής αλήθειας. Από την άλλη, η υπερβολικά εγκεφαλική προσέγγιση και η προσπάθεια πολιτικοποίησης του αποικιακού πλαισίου στερούν από το έργο τη βάναυση, ωμή του δύναμη, για να γίνει αριστούργημα. Ο Ξένος του Καμύ  είναι βέβαιος ότι το παράλογο  που γεννιέται από τη σύγκρουση ανάμεσα στην ανθρώπινη ανάγκη για νόημα και στη σιωπηλή αδιαφορία του κόσμου απέναντι στις προσδοκίες μας, είναι καθοριστικός παράγοντας στον βίου μας και φλέγονται κάτω από τον καυτό ήλιο της ταινίας.

Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη

Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.

Viber: +306909196125