Οι ποδοσφαιριστές που μεγάλωσαν μαζί μας και η λύπη που δεν αφορά μόνο τη μπάλα
Ο θάνατος του Τάκη Γκώνια, λίγες εβδομάδες μετά τις απώλειες του Παρασκευά Άντζα και του Μάριου Οικονόμου, άγγιξε ακόμη και ανθρώπους που δεν παρακολουθούσαν φανατικά ποδόσφαιρο. Κάποια πρόσωπα ανήκουν σε μια κοινή μνήμη εποχής, πέρα από ομάδες, συστήματα και οπαδικές ταυτότητες.
Ο θάνατος του Τάκη Γκώνια σε ηλικία 54 ετών ήρθε να προστεθεί σε μια σειρά πρόσφατων απωλειών που έχουν βαρύνει το ελληνικό ποδόσφαιρο. Πριν από λίγες εβδομάδες είχε φύγει από τη ζωή ο Παρασκευάς Άντζας στα 49 του, ενώ την 1η Ιουνίου είχε γίνει γνωστός ο θάνατος του Μάριου Οικονόμου, επίσης σε πολύ νεαρή ηλικία. Τρεις άνθρωποι που, με διαφορετικές διαδρομές και διαφορετικό αποτύπωμα, ανήκαν σε εκείνο το ποδόσφαιρο που πολλοί θυμούνται ακόμη ως μέρος της καθημερινής τους εικόνας.
Το παράξενο είναι ότι τέτοιες απώλειες δεν αγγίζουν μόνο όσους παρακολουθούσαν φανατικά μπάλα. Δεν χρειάζεται να θυμάται κανείς συστήματα, ντέρμπι, μεταγραφές ή στατιστικά για να νιώσει έναν κόμπο. Μερικά ονόματα είχαν μπει στη ζωή μας με άλλους τρόπους: από την τηλεόραση που έπαιζε στο σαλόνι, από τα αθλητικά δελτία, από τα πρωτοσέλιδα στα περίπτερα, από τις Κυριακές με στιγμιότυπα, από κουβέντες σε σπίτια, καφενεία, σχολεία και παρέες.
Για πολλά χρόνια το ποδόσφαιρο ήταν ένα από τα σταθερά φόντα της ελληνικής καθημερινότητας. Ακόμη και όποιος δεν είχε ομάδα, ήξερε πρόσωπα. Άκουγε ονόματα. Έβλεπε στιγμιότυπα χωρίς απαραίτητα να τα επιλέγει. Μάθαινε ποιος πήρε πρωτάθλημα επειδή το έλεγαν όλοι γύρω του. Καταλάβαινε πότε είχε ντέρμπι από τη φασαρία στην πολυκατοικία, από τα κορναρίσματα, από τις κουβέντες της Δευτέρας.
Διαβάστε επίσης: Σοκ στο ελληνικό ποδόσφαιρο, έφυγε από τη ζωή ο Τάκης Γκώνιας
Οι παίκτες εκείνης της εποχής δεν ήταν μόνο αθλητές μέσα στο γήπεδο. Ήταν φιγούρες μιας τηλεοπτικής και κοινωνικής μνήμης. Το όνομά τους περνούσε από το στόμα ανθρώπων που μπορεί να μην είχαν κανένα άλλο κοινό μεταξύ τους. Ο πατέρας, ο θείος, ο γείτονας, ο συμμαθητής, ο συνάδελφος, ο ταξιτζής, ο περιπτεράς. Το ποδόσφαιρο λειτουργούσε σαν ένας δημόσιος θόρυβος που έμπαινε στα σπίτια χωρίς να ζητήσει άδεια.
Γι’ αυτό και όταν χάνονται πρόσωπα που ανήκαν σε εκείνον τον θόρυβο, η λύπη δεν είναι πάντα αθλητική. Είναι χρονική. Θυμίζει σε πολλούς όχι μόνο ποιοι ήταν εκείνοι, αλλά πού βρίσκονταν οι ίδιοι όταν τους άκουγαν.
Οι θάνατοι παλαίμαχων ποδοσφαιριστών έχουν μια ιδιότυπη σκληρότητα. Το μυαλό δυσκολεύεται να συμφιλιώσει την εικόνα του νέου αθλητή με την είδηση της απώλειας. Τους θυμόμαστε δυνατούς, γρήγορους, σε ένταση, μέσα σε ένα σώμα που φαινόταν φτιαγμένο για κίνηση. Η είδηση του θανάτου τους μοιάζει να ακυρώνει απότομα αυτή την εικόνα.
Εκεί βρίσκεται ένα μεγάλο μέρος της συγκίνησης. Δεν χάνεται μόνο ένας άνθρωπος του ποδοσφαίρου. Κουνιέται μια παλιά βεβαιότητα: ότι οι άνθρωποι που θυμόμαστε νέους έμειναν κάπως εκεί, παγωμένοι μέσα στην εποχή τους. Όταν μαθαίνουμε ότι έφυγαν τόσο νωρίς, ο χρόνος γίνεται απότομα πιο συγκεκριμένος. Δεν αφορά πια γενικά τους άλλους. Περνάει και από εμάς.
Αυτό εξηγεί γιατί επηρεάζονται και άνθρωποι που δεν είχαν παρακολουθήσει την καριέρα τους με λεπτομέρεια. Ο Γκώνιας, ο Άντζας, ο Οικονόμου δεν είναι μόνο βιογραφικά αθλητών. Είναι κομμάτια μιας συλλογικής εικόνας που συνδέεται με δεκαετίες, τηλεοπτικές συνήθειες, γήπεδα, φωνές σχολιαστών, ένθετα εφημερίδων, κουβέντες που γίνονταν χωρίς social media και χωρίς ατελείωτα notifications.
Το ποδόσφαιρο στην Ελλάδα υπήρξε πάντα φορτισμένο, συχνά υπερβολικό, πολλές φορές τοξικό. Οι απώλειες, όμως, έχουν έναν τρόπο να χαμηλώνουν για λίγο την ένταση. Μπροστά στον θάνατο, ακόμη και άνθρωποι που συνήθως μιλούν με οπαδικά αντανακλαστικά αφήνουν χώρο για κάτι πιο απλό: «τον θυμάμαι».
Αυτή η φράση έχει αξία. Δεν σημαίνει απαραίτητα θαυμασμό. Μπορεί να σημαίνει αναγνώριση. Μπορεί να σημαίνει ότι ένα πρόσωπο υπήρξε παρόν σε μια εποχή της ζωής μας, έστω και περιφερειακά. Μπορεί να σημαίνει ότι ο χρόνος πέρασε πιο γρήγορα από όσο νομίζαμε.
Κάπως έτσι, η λύπη ξεπερνά το γήπεδο. Δεν χρειάζεται να έχεις φωνάξει το όνομα ενός παίκτη για να σε αγγίξει η απώλειά του. Αρκεί να ήταν μέρος ενός κόσμου που κάποτε έμοιαζε αυτονόητος.
Η ποπ κουλτούρα δεν είναι μόνο τραγούδια, σειρές και ταινίες. Είναι και οι αθλητές που έμπαιναν στα σπίτια μας κάθε εβδομάδα. Οι φανέλες, οι ατάκες των σπίκερ, οι φωτογραφίες στις εφημερίδες, τα στιγμιότυπα που έβλεπες ακόμη κι αν δεν σε ένοιαζαν πολύ. Για μια ολόκληρη γενιά, το ελληνικό ποδόσφαιρο υπήρξε άτυπο αρχείο χρόνου.
Γι’ αυτό οι πρόσφατες απώλειες βαραίνουν περισσότερο από όσο θα περίμενε κανείς. Δεν μας θυμίζουν μόνο ότι έφυγαν άνθρωποι. Μας θυμίζουν ότι φεύγει, λίγο λίγο, και ένας κόσμος από τον οποίο περάσαμε όλοι με κάποιον τρόπο. Άλλος ως φίλαθλος, άλλος ως παιδί που έβλεπε αγώνες επειδή έπαιζαν στο σπίτι, άλλος ως άνθρωπος που απλώς αναγνώριζε τα ονόματα.
Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη
Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.
Ακολουθήστε μας για όλες τις ειδήσεις στο Bing News και το Google News
