Πυρετώδες παιχνίδι κομματικής εξουσίας
Της Χριστίνας Κόκκοτα
«Κρατάω στα χέρια μου όλη την Τρίπολη, ιδιωτικές παρελάσεις, δεξιώσεις, επίσημα γεύματα, τριακοσίους φακέλους αντεθνικής συμπεριφοράς…», λέει με περισσή αλλά ανόητη περηφάνεια ο αιθεροβάμων Κώστας, ένας από τους ήρωες στο έργο «Δάφνες και Πικροδάφνες» λίγο πριν αναχωρήσει για την Αθήνα, προκειμένου να δημοσιεύσει το «πόνημά» του, ένα τεράστιο αρχείο φωτογραφιών, στις εφημερίδες.
Το 1979, πέντε χρόνια μετά την πτώση της τελευταίας εφτάχρονης δικτατορίας στον τόπο μας, που ρίχνει βαριά τη σκιά της στη ζωή και τη δραματουργία εκείνης της εποχής, το γνωστό συγγραφικό δίδυμο των Δημήτρη Κεχαΐδη – Ελένης Χαβιαρά γράφει τη συναρπαστική πολιτική κωμωδία «Δάφνες και Πικροδάφνες», που έμελλε να αποτελέσει έργο-σταθμό του νεοελληνικού θεάτρου και να επηρεάσει μια ολόκληρη γενιά νέων θεατρικών δημιουργών.
Στην ελληνική επαρχία του τέλους της δεκαετίας του ’70, τέσσερες μικροκομματάρχες – ο Κώστας, ο Αλέκος, ο Τάσος και ο Βασίλης – παραγοντίσκοι της κακιάς ώρας, φιλόδοξοι, ημιμαθείς και συνένοχοι στα παιχνίδια εξουσίας, συναντώνται στο σπίτι του πρώτου σε προεκλογικούς καιρούς. Με μικρές διαφοροποιήσεις, πανομοιότυποι όμως ως προς τις προθέσεις και το διαβρωμένο ήθος τους, στην υπηρεσία του κόμματος δοσμένοι, προωθούν ο καθένας τον δικό του άνθρωπο στην κατάκτηση της βουλευτικής έδρας. Είναι το μόνο που ξέρουν να κάνουν, αν και τρέφουν την ψευδαίσθηση ότι διαθέτουν υψηλό βαθμό επιρροής στο κόμμα…
Ο ηλικιακά μεγαλύτερος της ομήγυρης Κώστας είναι αφοσιωμένος στον «αμέμπτου ηθικής και ακεραιότητας» Στρατηγό, με πειθήνιο στο πλευρό του κομματικό όργανο τον Αλέκο που υποστηρίζει τον ίδιο υποψήφιο. Στον αντίποδα των επιλογών του Κώστα ο Τάσος, επαρχιώτης ων, αποβλέπει στην κοινωνική του ανέλιξη στην πρωτεύουσα και τρέμει στην ιδέα μήπως το πλούσιο αρχείο του κομματικού του αντίπαλου αποκαλύψει τις χουντικές δοσοληψίες του δικού του εκλεκτού υποψηφίου. Κλασικός καιροσκόπος ο Βασίλης, μαλαγάνας και λείκτης, ελίσσεται διαρκώς δημιουργώντας νέες συμμαχίες…
Άμοιροι πολιτικάντηδες θεωρούν πως είναι εύκολο να «κρατούν» με τα μυστικά τους ο ένας τον άλλον και αν και επιθυμούν πάνω απ’ όλα τη σκηνή του νικητή, τελικά αρκούνται στο παρασκήνιο. Παίζοντας ένα φαύλο πολιτικό παιχνίδι, που ακολουθεί την τεχνική της πόκας – όπως έχει υποστηρίξει σε κριτική του ο Κώστας Γεωργουσόπουλος – επιλέγουν τελικά τη λύση ενός κομματικού τραστ ώστε να δρέψουν τις δικές τους δάφνες στα τελικά των εκλογικών αποτελεσμάτων.
Με γλώσσα άμεση και ευθύβολη και όχημα τους τέσσερις ήρωές τους – γρανάζια ενός σαθρού πολιτικού συστήματος – οι συγγραφείς αποτυπώνουν με ψυχολογικό ρεαλισμό τους ευτελείς μηχανισμούς άσκησης της εξουσίας που μετέρχονται, όπως εκβιασμούς, προδοσία σχέσεων και αξιών, «εξυπηρετήσεις». Αποκαλύπτεται έτσι στις «Δάφνες και Πικροδάφνες» αφτιασίδωτη και απογυμνωμένη από κάθε ιδεολογικό στολίδι η σκοτεινή πλευρά της ελληνικής πραγματικότητας και η διαφθορά ενός πολιτικού παρελθόντος με φόντο την απριλιανή δικτατορία αλλά και προβάλλεται η παθογένεια του μικροκομματισμού και του παραγοντισμού, η αστάθεια, η ανατρεψιμότητα και το ευμετάβολο ενός φαύλου πολιτικού συστήματος.
Μισό αιώνα περίπου μετά, το έργο διατηρεί τη ζωντάνια και την επικαιρότητά του, εξακολουθώντας να αποτελεί αντικατοπτρισμό των καθηλώσεων και των αδιεξόδων της εγχώριας πολιτικής κατάστασης, σαν να μην άλλαξε τίποτα σε αυτόν τον τόπο.
Με σκηνικό ένα επαρχιακό μικροαστικό σαλόνι και φόντο παλιές φωτογραφίες του ιδιωτικού και του δημόσιου βίου (της Μόνικας Λίλλη) και με ηχοτοπίο τη σχεδόν εμμονική επανάληψη του ρεφρέν «Παιδιά της Ελλάδος Παιδιά», ο Γεράσιμος Ντάβαρης σχεδίασε μια παράσταση σφιχτοδεμένη και καλοδουλεμένη με ρυθμό και σκηνική ενέργεια και απέσπασε ουσιαστικές ερμηνείες, αντάξιες της σημασίας του έργου και προπάντων διαφοροποιημένες παρά τα θεμελιώδη κοινά χαρακτηριστικά των προσώπων. Ο ίδιος στο ρόλο του Κώστα φώτισε φυσικά και αβίαστα την ιδεοληψία, την επιθετικότητα και την ισχυρογνωμοσύνη του κομματάρχη που υποδύθηκε.
Ως Αλέκος ο Βαγγέλης Μιχάλης ανέδειξε πειστικά και ζωηρά τη λογική του πειθήνιου κομματόσκυλου και αυτονομήθηκε ερμηνευτικά από τον ομοϊδεάτη του. Κόντρα στον επαρχιωτισμό του Κώστα και με αέρα πρωτευουσιάνου, ο Τάσος του Σπύρου Κανελλάκη, έπλασε με σκηνική άνεση και ευστροφία τον πολιτικό παράγοντα που προσβλέπει στην κοινωνική του ανέλιξη. Στο ρόλο του Βασίλη, ο Ηρακλής Τζαβέλλας πέτυχε να συναντηθεί μαζί του με χαλαρότητα και ελαφρότητα, προβάλλοντας έτσι ευθύβολα και αποτελεσματικά την ψυχοσυναισθηματική ανωριμότητα του χαρακτήρα.
Μια διαχρονική θεατρική πρόταση, επικαιροποιημένη λόγω της σύγχρονης παρατεταμένης προεκλογικής περιόδου, που ευτύχησε στη σκηνική της πραγμάτωση.
Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη
Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.
Ακολουθήστε μας για όλες τις ειδήσεις στο Bing News και το Google News
