Σοφία Αναστασοπούλου: «Το σώμα είναι όχημα επιστροφής στο πραγματικό βίωμα»

Με αφορμή το βιβλίο «Η λίμνη των κύκνων», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πατάκη στη σειρά «Τρεις λαλούν και δυο χορεύουν», η Σοφία Αναστασοπούλου μιλά για τον χορό, τα παιδιά, την αφήγηση και τη σημασία του σώματος σε μια εποχή όπου όλα μοιάζουν να περνούν μέσα από μια οθόνη.

Σοφία Αναστασοπούλου: «Το σώμα είναι όχημα επιστροφής στο πραγματικό βίωμα»

Μπορεί ένα παιδικό βιβλίο να αφηγηθεί τη «Λίμνη των κύκνων» χωρίς να τη μικρύνει; Μπορεί να συστήσει στα παιδιά ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα έργα του κλασικού μπαλέτου χωρίς να το μετατρέψει σε μάθημα, χωρίς να το φορτώσει με πληροφορίες και χωρίς να κρύψει τα πιο σκοτεινά του σημεία;

Η Σοφία Αναστασοπούλου, που μαζί με την Ελευθερία Κόμη διασκεύασαν τη «Λίμνη των κύκνων» για παιδιά, μιλά για ένα βιβλίο που θέλει να διαβαστεί, να κινηθεί, να παιχτεί, να γίνει σώμα, παιχνίδι, σχέση και φαντασία. Ένα βιβλίο που μπορεί να μεγαλώνει μαζί με το παιδί: στην αρχή μέσα από τις εικόνες, μετά μέσα από την ιστορία, αργότερα μέσα από τις πληροφορίες, τις συνεντεύξεις, τη χορευτική εμπειρία και τη δυνατότητα να φτιάξει κανείς τη δική του μικρή χορογραφία.

Η συζήτηση αποκτά και αφορμή στην Πάτρα, καθώς αύριο, Σάββατο 6 Ιουνίου, στις 11 το πρωί, το βιβλίο παρουσιάζεται διαδραστικά στο Πολύεδρο, σε εκδήλωση των Εκδόσεων Πατάκη, με τη συμμετοχή της Σοφίας Αναστασοπούλου και της Ελευθερίας Κόμη, και με την εικονογράφηση της Άρτεμις Πρόβου να ανοίγει στα παιδιά έναν κόσμο γεμάτο μουσική, κίνηση και παραμύθι.

Στη συνέντευξη που ακολουθεί, η Σοφία Αναστασοπούλου μιλά για τη δική της διαδρομή ανάμεσα στη νομική, τη θεωρία του χορού και τη γραφή, για τη «Λίμνη των κύκνων» ως έργο αγάπης, παγίδευσης και ελευθερίας, για τον τίτλο «Τρεις λαλούν και δυο χορεύουν», καθώς και για την ανάγκη να επιστρέψουν τα παιδιά —και μαζί τους οι μεγάλοι— στο σώμα τους.

Έχετε μια πολύ ιδιαίτερη διαδρομή: νομική, χορός, θεωρία, γραφή. Στο απλό μάτι μοιάζουν ίσως διαφορετικοί κόσμοι. Πώς συνδυάστηκαν όλα αυτά;

Είναι ο τρόπος με τον οποίο διαμορφώθηκε η διαδρομή μου γύρω από τα ενδιαφέροντά μου μέσα στο χρόνο. Πράγματι πάντως, ενώ είμαι πάντα αφοσιωμένη στην νομική, ο χορός είναι η μεγάλη μου αγάπη. Χόρευα πάρα πολύ, σχεδόν μέχρι τα 26-27 μου, σε προεπαγγελματικό επίπεδο. H πρακτική ενασχόληση με τον χορό σε ανώτερο επίπεδο όμως, απαιτεί αποκλειστικότητα, και για μένα απαιτούσε να αλλάξω τελείως διαδρομή, κάτι που στο κρίσιμο χρονικό σημείο τότε δεν έκανα.

Ευτυχώς, μετά το μεταπτυχιακό μου στη Γαλλία συνέχισα με θεωρητικές σπουδές στον χορό, κάτι που επίσης μου ταίριαζε πολύ.

Όταν επέστρεψα στην Ελλάδα, ασκούσα δικηγορία και ταυτόχρονα έγραφα. Για χρόνια ήμουν μόνιμη συνεργάτιδα του περιοδικού Highlights, στο τμήμα του χορού. Ήταν ένα περιοδικό ορόσημο για την τέχνη στη χώρα και η συνεργασία αυτή υπήρξε για μένα πολύ εύφορη. Εξίσου σημαντικές ήταν οι συνεργασίες μου με το Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας και με τη Λυρική ενώ ταυτόχρονα δίδασκα ιστορία χορού στην ανώτερη επαγγελματική σχολή της Σταυρούπολης στη Θεσσαλονίκη.

Παράλληλα, λοιπόν, με τη νομική, είχα μια εξίσου γεμάτη επαγγελματική ζωή με επίκεντρο τη χορογραφική δημιουργία και την προσέγγισή της, ιστορική ή αναλυτική. Μετά, μπήκε στη μέση η ζωή. Έφυγα από την Αθήνα, οι επαγγελματικές υποχρεώσεις εντάθηκαν, ήρθε το παιδί μου. Παρ’ όλα αυτά, το κομμάτι της διδασκαλίας και της μελέτης του χορού το κράτησα.

Πότε γεννήθηκε η ιδέα να γίνει όλο αυτό βιβλίο για παιδιά;

Νομίζω η ιδέα πήρε μορφή σιγά-σιγά μέσα στο χρόνο. Η βασική επιθυμία πίσω από το βιβλίο αυτό, καθώς και πίσω από την ιδέα μιας σειράς που καταπιάνεται με τα σπουδαία χορογραφικά έργα, είναι η σκέψη ότι ο χορός είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα και σύνθετη τέχνη, η ουσία της οποίας παραμένει σχετικά άγνωστη. Αν σκεφτούμε λίγο: γνωρίζουμε ζωγράφους, γλύπτες, μουσικούς, ηθοποιούς. Γνωρίζουμε μουσικά και θεατρικά έργα ή έργα ζωγραφικής και γλυπτικής. Γνωρίζουμε όμως, χορογραφικά έργα; Γνωρίζουμε χορογράφους ή χορευτές; Γνωρίζουμε τις ιστορίες τους; Όχι πραγματικά, όχι ευρέως, ενώ πρόκειται για ιστορίες με ενδιαφέρον ανθρώπινο αλλά και κοινωνικό, γιατί στον χορό καθρεπτίζονται ατόφιες οι κοινωνικές ζυμώσεις.

Θυμάμαι την δική μου έκπληξη όταν ανακάλυψα αυτό το σύμπαν. Χόρευα ήδη αρκετά χρόνια, ήμουν τόσον καιρό μέσα σε σχολές χορούς με πολύ αξιόλογους δασκάλους, σε παραστάσεις έργων ρεπερτορίου, κι όμως, όταν πήγα στο Παρίσι για τις σπουδές μου, ανακάλυψα ότι δεν είχα ακούσει σχεδόν τίποτα για την ιστορία και την ανάλυση των έργων. Ξαφνικά ένας ολόκληρος κόσμος άρχισε να μου αποκαλύπτεται.

Για καιρό, με προβλημάτιζε με ποιο τρόπο η γνωριμία με τα χορογραφικά έργα μπορεί να αγγίξει έναν άνθρωπο που δεν είναι ειδικός. Πώς μπορεί να απολαύσει την ιστορία, να μάθει πράγματα για τη χορογραφία, να στοχαστεί πάνω στην κίνηση και στη σύνθεση μιας παράστασης. Κι ακόμα, πώς μπορεί να γνωρίσει τους ανθρώπους του χορού. Με αυτές τις σκέψεις δούλεψα πάνω στην σύνθεση εργαστηριών ιστορίας χορού και ανάλυσης έργων για ενήλικες και για παιδιά.

Μετά, όταν γεννήθηκε ο γιος μου κι όλα άρχισαν να μπαίνουν και σε μια πιο παιδική κλίμακα, άρχισα να σκέφτομαι πώς θα μπορούσε μια τέτοια προσέγγιση να μετουσιωθεί σε παιδικό βιβλίο. Κατόπιν, ήρθε και η συνεργασία μου με την Ελευθερία Κόμη, με την οποία ήμασταν συμφοιτήτριες και φίλες ήδη πολλά χρόνια. Είναι κι εκείνη βαθιά γνώστρια της τέχνης του χορού και της κίνησης, από πολλές πλευρές: ως χορεύτρια, δασκάλα, κινησιολόγος, ηθοποιός, και περφόρμερ και ταυτόχρονα έχει και συγγραφική διαδρομή. Της άρεσε η ιδέα και έτσι η καθεμία πλούτισε το βιβλίο με τη δική της οπτική.

Σοφία Αναστασοπούλου: «Το σώμα είναι όχημα επιστροφής στο πραγματικό βίωμα»

Η Σοφία Αναστασοπούλου κατά τη διάρκεια εργαστηρίων χορού στην Σχολή Χορού Χορομέλεια

Το πρώτο βιβλίο είναι η «Λίμνη των κύκνων», ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα έργα του κλασικού μπαλέτου. Πώς αποφασίσατε να τη συστήσετε σε παιδιά από 4 ετών, χωρίς να τη “μικρύνετε”, αλλά και χωρίς να μείνει απρόσιτη;

Ήταν ένα έργο πολύ οικείο στην Έρη, από τη χορευτική της ζωή, και σε μένα, από θεωρητικής πλευράς. Είχα ασχοληθεί αρκετά με τη «Λίμνη των κύκνων» για λόγους που έχουν να κάνουν με την ιστορία του χορού. Ο Μαριούς Πετιπά είναι, ας πούμε, ο θεμελιωτής, του κλασικού μπαλέτου. Η «Λίμνη των κύκνων» είναι ένα από τα αριστουργήματά του, ένα έργο που οφείλει σε μεγάλο βαθμό την διαχρονικότητά του στη μουσική του Τσαϊκόφσκι.

Έχει όμως και μια ιδιομορφία: είναι έργο συνεργασίας. Οι παλατιανές πράξεις είναι χορογραφημένες από τον Πετιπά, ενώ οι παραλίμνιες πράξεις από τον Λεβ Ιβάνοφ, που είχε τελείως διαφορετική ιδιοσυγκρασία. Ο Πετιπά ήταν ένας κοσμοπολίτης Γάλλος, μεθοδικός, αυστηρός, οργανωτής της τάξης των πραγμάτων. Ο Ιβάνοφ ήταν μια πιο ελεύθερη καλλιτεχνική φύση, που λάτρευε τη μουσική και κουβαλούσε το βίωμα της αχανούς Ρωσίας. Αν δει κανείς τους σχηματισμούς στις παραλίμνιες πράξεις, είναι σαν κάτι ατέρμονο.

Η αναγνωρισιμότητα του έργου, η οικειότητα που είχαμε εμείς μαζί του αλλά και οι ανάγκες της ηλικίας των παιδιών στα οποία απευθύνεται, μάς ώθησαν να το παρουσιάσουμε με τρόπο που να αναδεικνύει την τρυφερότητά του. Καταρχάς. αποκλίναμε από το χορογραφικό λιμπρέτο. Στην παράσταση, υπάρχουν διάφορες επιπλέον σκηνές που πλουτίζουν το έργο, αλλά αφηγηματικά δεν λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο. Επιλέξαμε, λοιπόν, να κάνουμε μικρές αφαιρέσεις προς όφελος της ουσίας της ιστορίας. Ταυτόχρονα, παίξαμε με την αφήγηση άλλοτε αλλάζοντας το πρόσωπο του αφηγητή, άλλοτε συμπάσχοντας με τους ήρωες. Παράλληλα, φωτίζουμε άλλοτε τα γεγονότα κι άλλοτε τα συναισθήματα και νομίζω ότι αυτή η εναλλαγή απαλαίνει τις δυσκολίες της ιστορίας.

Σοφία Αναστασοπούλου: «Το σώμα είναι όχημα επιστροφής στο πραγματικό βίωμα»

Στο βιβλίο ζητάτε από τα παιδιά όχι μόνο να διαβάσουν, αλλά και να κινηθούν, να φτιάξουν τις δικές τους μικρές χορογραφίες. Πόσο σημαντικό είναι να περάσουν από την αφήγηση στο σώμα;

Καταρχάς, ως θεατές, το πρώτο μας βίωμα όταν βλέπουμε μια παράσταση χορού είναι σωματικό. Αυτό συμβαίνει σχεδόν αυτόματα. Το εξηγεί η νευροεπιστήμη καλύτερα από όσο θα μπορούσα να το εξηγήσω εγώ. Είναι αυτό που οι Γάλλοι ονομάζουν «empathie»: δηλαδή την ικανότητα να νιώθεις το άλλο σώμα. Το σώμα μας συντονίζεται με το εν κινήσει σώμα.

Πολλές φορές, ακόμη και ως κριτικός, το τι νιώθεις στο σώμα σου όταν βλέπεις ένα χορογραφικό έργο είναι ένα από τα κλειδιά για να κατανοήσεις πώς έχει δουλευτεί το έργο κινησιολογικά, πού βρίσκεται η ένταση, ο ρυθμός του.

Στο βιβλίο μας τώρα, προσπαθήσαμε να υπάρχει η κίνηση ήδη στην αφήγηση και στην εικόνα. Αν παρατηρήσει κανείς, στο κείμενο υπάρχουν λέξεις και εικόνες που παραπέμπουν στον χορό και στην κίνηση και εισάγουν τον αναγνώστη σε μια «κινούμενη διάσταση». Άλλωστε για τα παιδιά είναι εύκολο να περάσουν στην κίνηση, για τους ενήλικες μάλλον είναι πιο δύσκολο. Σ’ ένα παιδί μια απλή ερώτηση όπως «πώς θα το κάναμε αυτό;», «πώς θα στεκόταν;», «πώς θα περπατούσε;», θα το έβαζε αμέσως σε μια κινητική κατάσταση. Υπό αυτήν την έννοια, οι μικρές προτροπές κίνησης στο βιβλίο λειτουργούν λίγο σαν «βοήθημα» κυρίως για τον γονιό με σκοπό να τον διευκολύνουν να ξεκινήσει μια δράση, ένα παιχνίδι ή να φανταστεί μια σκηνή.

Προς ευχάριστη έκπληξή μας, γονείς μάς έχουν πει ότι τα μεγαλύτερα παιδιά παίρνουν το βιβλίο και εκτελούν τις προτροπές κίνησης είτε μόνα τους είτε με αδέρφια και φίλους. Τις χρησιμοποιούν σαν οδηγό για να στήσουν κάτι δικό τους και να πλαισιώσουν την ορμητική τους ενέργεια μετουσιώνοντάς την σε κάτι πιο συγκροτημένο.

Πολλοί γονείς, όταν ακούν “μπαλέτο”, σκέφτονται κάτι ωραίο αλλά μακρινό, έξω από την καθημερινότητα. Είναι το βιβλίο και μια προσπάθεια να δείξετε ότι ο χορός είναι κάτι προσιτό;

Απολύτως. Το προσπαθήσαμε πολύ. Θέλαμε να δείξουμε καταρχάς ότι ο χορός τους αφορά όλους. Δεν είναι μόνο για κορίτσια, δεν είναι μόνο για όποιον ξέρει να χορεύει τέλεια, δεν είναι μόνο για όποιον έχει κάνει μαθήματα μπαλέτου. Μπορεί το μπαλέτο π.χ. να μην είναι φυσικό στην τεχνική του, η κίνηση όμως είναι φυσική. Το να κάνω ένα άλμα, μια στροφή, να χαμηλώσω το σώμα μου, να ψηλώσω τον κορμό μου, είναι πράγματα που όλοι κάνουμε στην καθημερινότητά μας.

Θέλαμε να δείξουμε πως δεν χρειάζεται να είναι κανείς “étoile” στην όπερα για να μεταμορφωθεί σε ζωάκι, να κάνει ένα αστείο παιχνίδι με το παιδί του, να αποσυμφορηθεί, να επικοινωνήσει, να γνωριστεί. Γιατί, σκεφτείτε πόσα πράγματα μαθαίνουμε ή νιώθουμε για τον άλλον από τον τρόπο που κινείται και από τον τρόπο που κινούμαστε μαζί του. Ιδίως με τα παιδιά, η κίνηση δημιουργεί μια σχέση που μπορεί να εξελίσσεται συνέχεια. Μπορούμε μέσα από αυτήν να συναισθανόμαστε τα παιδιά, να παρατηρούμε πώς αλληλεπιδρούν μαζί μας και ποιες ανάγκες τους μας αποκαλύπτονται.

Ταυτόχρονα θέλαμε να αναδείξουμε τον πλούσιο κόσμο της ιστορίας και των ανθρώπων του χορού και να δημιουργήσουμε μια πιο οικεία σχέση με την χορογραφική συνθήκη. Ας πούμε, μπορώ να απολαύσω έναν πίνακα ζωγραφικής ακόμη κι αν δεν μπορώ να κάνω ούτε μια γραμμή στο χαρτί. Μπορώ να απολαύσω μια θεατρική παράσταση χωρίς να είμαι ηθοποιός. Άρα γιατί να μην μπορώ να απολαύσω και μια παράσταση όπου βλέπω σώματα να κινούνται;

Σοφία Αναστασοπούλου: «Το σώμα είναι όχημα επιστροφής στο πραγματικό βίωμα»

Με μαθητές της στην Ανώτερη Επαγγελματική Σχολή Χορού Σταυρούπολης στην Θεσσαλονίκη

Η «Λίμνη των κύκνων» έχει και σκοτεινά σημεία: φόβο, παγίδευση, μάγια, απειλή. Πώς μιλάς σε μικρά παιδιά για αυτά χωρίς να τα κρύβεις, αλλά και χωρίς να τα βαραίνεις υπερβολικά;

Νομίζω ότι τα αφήσαμε απλώς να υπάρχουν χωρίς να τους δώσαμε τη βαρύτητα που έχουν στη χορογραφία. Συνέβαλε καθοριστικά σ’ αυτό και η εικονογράφος μας, η Άρτεμις Πρόβου, που ανέδειξε την ονειρική διάσταση της ιστορίας. Αν δει κάποιος μια παράσταση του έργου, θα δει ότι οι σκηνές με τον μάγο στη λίμνη είναι πολύ έντονες. Οι μορφές των μάγων είναι σκοτεινές και έντονες, τα κοστούμια επιβλητικά και μαύρα ενώ η κίνησή τους είναι μεγαλοπρεπής και τρομακτική. Εμείς, αφήσαμε τον μάγο να υπάρχει πιο υπαινικτικά. Υπάρχει στην αφήγηση, ενώ εικονογραφικά τον βλέπουμε στην αρχή μόνο ως ένα μεγάλο χέρι. Τα παιδιά παρατηρούν αυτό το χέρι και έρχονται έτσι σε επαφή με το στοιχείο της απειλής με τρόπο πιο υπαινικτικό. Δεν το συναντούν κατάματα, οπότε έχει ήδη κάπως αποδυναμωθεί.

Μια άλλη δύσκολη στιγμή είναι το τέλος της ιστορίας, για το οποίο υπάρχουν πολλές εκδοχές. Στην εκδοχή των Πετιπά-Ιβάνοφ, η Οντέτ, για να λυτρωθεί, πηδά στη λίμνη και την ακολουθεί ο πρίγκιπας οπότε και οι δύο χάνονται. Εμείς δώσαμε στο τέλος χαρακτήρα «περάσματος» ή «γέφυρας»: οι ήρωες φεύγουν μέσα από τη λίμνη για το βασίλειο της αιώνιας ευτυχίας. Θέλαμε να αποτυπωθεί στα παιδιά το μήνυμα ότι το καλό κέρδισε. Κρατήσαμε περισσότερο την δύναμη της αγάπης, το ότι παρά τα εμπόδια ήθελαν να ξαναβρεθούν και να επανορθώσουν. Και εστιάσαμε στην ελευθερία που έδωσε τελικά αυτή η αγάπη, καθώς λύθηκαν τα μάγια για όλους. Νομίζω ότι στην φαντασία των παιδιών αυτό μπορεί να λειτουργήσει καθαρά. Και νομίζω ότι η ζωγραφιά της Άρτεμης μπορεί πολύ ωραία να τα συντροφεύσει σε αυτήν την φαντασιακή μετάβαση.

Ο πρίγκιπας δίνει μια υπόσχεση αγάπης. Το έργο όμως μοιάζει να ρωτά: φτάνει μόνο αυτό; Πώς μπορεί να το εκλάβει ένα παιδί;

Δεν είμαι σίγουρη πώς το εκλαμβάνει κάθε παιδί. Είναι ανοιχτό ερώτημα και εξαρτάται από κάθε παιδί. Αυτό που μπορεί να κρατήσει ένα παιδί, ή να συζητήσουν οι γονείς μαζί του, είναι ίσως ότι σε όλες τις σχέσεις και σε όλες καταστάσεις υπάρχουν δυσκολίες. Μπορεί να κάνουμε λάθη που φαίνονται συντριπτικά ή καταστροφικά. Για τα παιδιά συχνά και τα πιο μικρά λάθη μπορεί να μοιάζουν καταστροφικά. Παρ’ όλα αυτά, μπορούμε να μαθαίνουμε ότι επιστρέφουμε, επανορθώνουμε, συγχωρούμε και ανοίγουμε άλλους δρόμους. Φαντάζομαι μια αγάπη «δυναμική» που εκτείνεται στο χρόνο, μέσα σε μια αλληλουχία γεγονότων, η οποία προσαρμόζεται, επιστρέφει, διορθώνει, κινείται σε διάφορες συνθήκες και παίρνει και διαφορετικές μορφές.

Μου αρέσει πολύ ο τίτλος της σειράς, «Τρεις λαλούν και δυο χορεύουν». Είναι παιχνιδιάρικος, αλλά μοιάζει να έχει και δεύτερο επίπεδο.

Στην καθομιλουμένη, χρησιμοποιούμε την έκφραση «τρεις λαλούν και δυο χορεύουν» συνήθως για να σατιρίσουμε κάτι ή κάποιον ως ασυντόνιστο, απρόβλεπτο ή απρόσεκτο. Λόγω, όμως της δικής μου σχέσης με τον χορό στα μάτια μου αποκτούσε μια αστεία μεν κυριολεκτική όμως διάσταση: «τρεις λαλούν», δηλαδή κάποιοι μιλούν για τον χορό, και «δύο χορεύουν», δηλαδή κάποιοι άλλοι χορεύουν. Έτσι, την χρησιμοποίησα αρχικά ως τίτλο για τα εργαστήρια που έκανα.

Από την άλλη, το θέμα του λόγου, της «λαλιάς» είναι πάντα φλέγον για τους χορευτές. Στον χορό, για πάρα πολλά χρόνια, οι χορευτές δεν ακούγονταν. Τα θέματα της εκπαίδευσης, της επαγγελματικής τους ζωής, της δικής τους προσέγγισης των έργων, ακόμα και η συμμετοχή τους σε αυτά, πολλές φορές αποσιωπούνταν. Πέρασαν πολλά χρόνια μέχρι οι χορευτές να μπορέσουν να αρθρώσουν ένα λόγο και να φέρουν στο προσκήνιο θέματα που αφορούν την δική τους ζωή. Σήμερα ο κόσμος του χορού είναι πιο ανοιχτός: οι χορογράφοι, οι χορευτές, οι θεωρητικοί συνομιλούν περισσότερο. Έτσι, ο τίτλος παρότι μοιάζει παιδικός και παιχνιδιάρικος, πράγματι υπονοεί και αυτή την διάσταση του θέματος.

Σοφία Αναστασοπούλου: «Το σώμα είναι όχημα επιστροφής στο πραγματικό βίωμα»

Σε εργαστήρι χορού στη Σχολή Χορού Χορομέλεια

Στη “χορολαλίστατη εφημερίδα” του βιβλίου υπάρχουν και σύντομες ιστορικές αναφορές Πόσο δύσκολο είναι να μιλήσεις στα παιδιά για την ιστορία του χορού χωρίς να τους κάνεις μάθημα;

Ο στόχος ήταν πράγματι οι πληροφορίες να είναι σύντομες και ευχάριστες ευχάριστα και το κέντρο βάρους να μετατοπίζεται στο ανθρώπινο βίωμα. Μέσα από τα άρθρα της εφημερίδας μιλούν οι άνθρωποι του χορού, π.χ. οι χορευτές για τον τρόπο που αντιμετωπίζουν τους ρόλους τους, ο κριτικός για αυτό που είδε και ένιωσε. Μέσα σ’ αυτές τις μαρτυρίες ενσωματώνονται τα πιο θεωρητικά στοιχεία. Άλλωστε η εφημερίδα και τα κείμενα της μπορούν να είναι απολαυστικά και για τον γονιό. Μπορούμε οι γονείς να λειτουργήσουμε ως «αγγελιαφόροι» ιδίως για τα μικρά παιδί κατά περίσταση, δηλαδή να τους μεταφέρουμε στοιχεία πριν πάμε να δούμε το έργο, αφού το είδαμε ή γνωρίζοντας ότι θα το δούμε σε λίγο καιρό.

Η “Λίμνη των κύκνων” δεν έγινε αμέσως η μεγάλη επιτυχία που ξέρουμε σήμερα. Διδάσκει αυτό κάτι στα παιδιά; Ότι ακόμη και το πιο σπουδαίο δεν γίνεται μεγάλο από την πρώτη στιγμή;

Ναι, πράγματι διδάσκει ότι κάτι που δεν αναγνωρίζεται αμέσως δεν σημαίνει ότι δεν έχει αξία. Διδάσκει ότι της επιτυχίας οφείλει να προηγείται η αφοσίωση και η επίμονη δουλειά. Αυτά τα στοιχεία μπορούν ν’ αποτελέσουν αφορμή για συζητήσεις με τα παιδιά.

Αν ένα παιδί διαβάσει το βιβλίο και αντί να πει “έμαθα κάτι”, σηκωθεί και αρχίσει να χορεύει, τι θα σημαίνει αυτό για εσάς;

Αυτό θα είναι η απόλυτη επιτυχία για εμάς. Θα σημαίνει ότι έζησε κάτι! Τι πιο ωραίο από το να μπορέσει ένα παιδί να ζήσει μέσα από το σώμα του και να μετουσιώσει την ιστορία ή ένα συναίσθημα σε δική του κίνηση; Κατά την γνώμη μου, αυτή είναι μια πολύ σπουδαία διεργασία. Χρειάζεται κριτική σκέψη το να μετατρέπεις αυτό που διαβάζεις σε κάτι δικό σου, να το ενσωματώνεις και να το μεταλλάσεις με τον δικό σου τρόπο σου, να βρίσκεις μέσα σε αυτό τον εαυτό σου. Και να βρίσκεις και μια διέξοδο.

Πιστεύω πως το σώμα, και η επιστροφή σε αυτό συνιστούν πια απόλυτη ανάγκη. Όλοι είναι με έναν τρόπο αλλού. Σε μια οθόνη. Κάπου αλλού με τη σκέψη. Και τα παιδιά, προσωπικά, θεωρώ ότι είναι πλέον επιβαρημένα από πολύ νωρίς με συνθήκες που τα κάνουν να ζουν «έξω» ή «πέρα» από το σώμα τους. Κατά την γνώμη μου, το πραγματικό βίωμα που μπορεί να σε συγκροτήσει ως άνθρωπο περνάει από το σώμα. Δεν είναι τυχαίο ότι παλιότερες γενιές, παρότι είχαν πολλά προβλήματα, κατάφερναν να είναι πιο συγκροτημένες και ανθεκτικές. Τη μεγάλη διαφορά την έκανε ο τρόπος που βίωναν την καθημερινότητα: μέσα από παιχνίδια στα οποία συμμετείχαν με το σώμα τους, παιχνίδια δράσης και διάδρασης. Αυτό βοηθούσε τα παιδιά να ενδυναμωθούν και συγκροτήσουν έναν πιο στέρεο εαυτό.

Αν λοιπόν οι μικροί αναγνώστες και οι γονείς τους κάνουν πράξη την προτροπή του βιβλίου μας και χορέψουν τελικά, αν αγκαλιαστούν, αν περάσουν δέκα λεπτά γελώντας γιατί περπατούν στις μύτες ή επειδή μεταμορφώθηκαν για λίγο σε ζωάκια, τι πιο ωραίο;

Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη

Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.

Viber: +306909196125