Η πόρτα του 1832, η «Αλάμπρα» και το καταφύγιο: Η ιστορία της Πάτρας στα παλιά της κτίρια

Μια χρονολογία χαραγμένη πάνω από μια πόρτα, το καφενείο που βάφτισε ένα αρχοντικό, τα αρχικά ενός σταφιδέμπορου στο χυτό σίδερο και ένα καταφύγιο κάτω από την πλατεία συνθέτουν έναν διαφορετικό περίπατο στην πόλη

Η πόρτα του 1832, η «Αλάμπρα» και το καταφύγιο: Η ιστορία της Πάτρας στα παλιά της κτίρια

Το 1832 είναι ακόμη χαραγμένο πάνω από μια πόρτα στη Μαιζώνος. Στην Τριών Ναυάρχων, το μονόγραμμα ενός σταφιδέμπορου επιμένει στα χυτοσιδηρά κιγκλιδώματα. Στα Ψηλαλώνια, ένα καφενείο έχει χαθεί προ πολλού, όμως το σπίτι που το στέγαζε εξακολουθεί να αναγνωρίζεται από τον μεταλλικό θόλο του.

Η Πάτρα έχει αφήσει πολλές ιστορίες της σε λεπτομέρειες τόσο μικρές, ώστε περνούν απαρατήρητες μέσα στην καθημερινή διαδρομή. Είναι ιστορίες ανθρώπων που έφτασαν στην πόλη μετά την Επανάσταση, εμπόρων που άνοιξαν γραφεία στο Λονδίνο, οικογενειών που κατοικούσαν πάνω από πολυσύχναστα καφενεία, εργατών που πέρασαν από εργοστάσια με διαδοχικές χρήσεις και κατοίκων που κατέβαιναν κάτω από τη γη όταν ηχούσαν οι σειρήνες.

Η πόλη που ξαναχτίστηκε και μεγάλωσε απότομα

Για να διαβαστούν σωστά αυτά τα κτίρια, χρειάζεται πρώτα να θυμηθούμε την ταχύτητα με την οποία άλλαξε η Πάτρα. Η πόλη καταστράφηκε σχεδόν ολοκληρωτικά το 1821 και, μετά την απελευθέρωση, άρχισε ουσιαστικά να χτίζεται ξανά.

Η αρχαιολόγος Αφέντρα Μουτζάλη, στη μελέτη της για τις μεταβολές του αστικού τοπίου της Πάτρας, καταγράφει περίπου 4.000 κατοίκους το 1828, 19.499 το 1853 και γύρω στους 36.000 το 1896. Μέσα σε λίγες δεκαετίες, η μικρή πόλη μετατράπηκε σε εξαγωγικό λιμάνι, προσέλκυσε πληθυσμούς από διαφορετικές περιοχές και απέκτησε μια εύπορη εμπορική τάξη.

Η νέα κοινωνία άφησε το αποτύπωμά της στις κατοικίες, στις λέσχες και στα εργοστάσια. Η μαύρη σταφίδα έφερε πλούτο, διεθνείς επαφές και οικοδομική δραστηριότητα· η κρίση της άφησε πίσω της τεράστια κελύφη και άλλαξε τη μοίρα πολλών οικογενειών. Γι’ αυτό τα παλιά κτίρια της Πάτρας δεν αφηγούνται μόνο την εξέλιξη της αρχιτεκτονικής της. Καταγράφουν τις διαδοχικές εκδοχές της ίδιας της πόλης.

Η χρονολογία που έμεινε πάνω από την πόρτα

Στη συμβολή της Μαιζώνος με την Αγίου Νικολάου, η οικία Τζίνη δεν επιβάλλεται με το μέγεθός της. Η σημασία της βρίσκεται ακριβώς στη λιτή της κλίμακα και σε έναν αριθμό: 1832, τη χρονολογία που είναι γραμμένη στο υπέρθυρο της εισόδου.

Πρόκειται για ένα από τα παλαιότερα σπίτια που σώζονται από τα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια της Πάτρας. Η οικογένεια Τζίνη είχε έρθει από την Ήπειρο μετά την Επανάσταση και δραστηριοποιήθηκε στο εμπόριο, ιδιαίτερα στη σταφίδα. Το σπίτι συνδυάζει στοιχεία λαϊκής αρχιτεκτονικής με τις πρώτες νεοκλασικές επιρροές, ενώ τα ξυλόγλυπτα γείσα του διατηρούν κάτι από την τεχνική και την αισθητική που έφεραν μαζί τους οι νέοι κάτοικοι.

Η οικία Τζίνη προηγείται της μνημειακής Πάτρας που γνωρίζουμε από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Ανήκει στην πόλη που δεν είχε προλάβει ακόμη να πλουτίσει και προσπαθούσε να σταθεί ξανά στα πόδια της.

Το μέγαρο που έγινε λέσχη των εμπόρων

Λίγα τετράγωνα πιο πέρα, στην πλατεία Γεωργίου, η οικία Παπαγιάννη αφηγείται την επόμενη φάση. Χτίστηκε το 1872, σε σχέδια του Ερνστ Τσίλλερ, για τον Δ. Καπράνο και αργότερα πέρασε στον έμπορο και πλοιοκτήτη Παπαγιάννη.

Οι τρεις όψεις της, προς την πλατεία, τη Γεροκωστοπούλου και την Κανακάρη, οι τοξωτές στοές και τα αγάλματα στην απόληξη του κτιρίου φανερώνουν πλέον μια πόλη με αυτοπεποίθηση.

Από τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα το κτίριο στεγάζει τη λέσχη του Εμπορικού Συλλόγου «Ερμής». Η μετάβαση από ιδιωτική κατοικία σε τόπο συνάντησης του εμπορικού κόσμου συμπυκνώνει μια ολόκληρη κοινωνική μεταβολή: το αρχοντικό έπαψε να αποτελεί μόνο την κατοικία μιας ισχυρής οικογένειας και έγινε χώρος όπου η οικονομική τάξη της πόλης συναντιόταν, δικτυωνόταν και αποκτούσε συλλογική παρουσία.

Το σπίτι που είχε από κάτω το «Αλάμπρα»

Στη δυτική πλευρά των Ψηλών Αλωνίων, στη γωνία με τη Μεσολογγίου, ο κυκλικός μεταλλικός θόλος της οικίας Γκολφινόπουλου κάνει το κτίριο αναγνωρίσιμο ακόμη και σε όποιον αγνοεί το όνομά του. Χτίστηκε το 1917, με εκλεκτικιστικά και αρ νουβό στοιχεία, όταν η αστική κατοικία είχε αρχίσει να αποκτά πιο τολμηρή διακόσμηση.

Η ιδιαίτερη ιστορία του βρίσκεται στη συμβίωση δύο διαφορετικών κόσμων. Στον επάνω όροφο κατοικούσε η οικογένεια Γκολφινόπουλου· στο ισόγειο λειτουργούσε το ιστορικό καφενείο «Αλάμπρα», για δεκαετίες σημείο κοινωνικής συνάντησης των Πατρινών.

Πάνω βρισκόταν η ιδιωτική ζωή, κάτω η δημόσια σκηνή της πλατείας. Το όνομα του καφενείου τελικά αποδείχθηκε ισχυρότερο από το επίσημο όνομα της οικίας: για πολλούς το κτίριο παραμένει απλώς «η Αλάμπρα».

Η πόρτα του 1832, η «Αλάμπρα» και το καταφύγιο: Η ιστορία της Πάτρας στα παλιά της κτίρια

Το μονόγραμμα ενός σταφιδέμπορου στο χυτό σίδερο

Στην Όθωνος-Αμαλίας και Τριών Ναυάρχων, το παλιό σταφιδεργοστάσιο του Θεόδωρου Βουρλούμη μεταφέρει τη διαδρομή από τα σαλόνια και τα καφενεία στον κόσμο της παραγωγής.

Το συγκρότημα πήρε τη σημερινή του μορφή γύρω στο 1890, σε χώρο όπου προηγουμένως λειτουργούσε βαρελοποιείο. Εξυπηρετούσε τον σταφιδοεξαγωγικό οίκο Βουρλούμη, ο οποίος διατηρούσε εμπορικές σχέσεις και γραφείο στο Λονδίνο.

Η απόσταση ανάμεσα στην Πάτρα και τη βρετανική αγορά αποτυπώθηκε έτσι σε ένα πέτρινο κτίριο απέναντι από το λιμάνι. Η λαξευτή λιθοδομή και οι καμπύλες πέτρινες επιστέψεις μιλούν τη γλώσσα της βιομηχανικής αρχιτεκτονικής, όμως η πιο εύγλωττη λεπτομέρεια βρίσκεται στα κιγκλιδώματα: πάνω στο χυτό σίδερο σώζεται το μονόγραμμα του ιδιοκτήτη.

Ήταν η υπογραφή μιας επιχείρησης σε μια εποχή κατά την οποία η σταφίδα συνέδεε την τοπική παραγωγή με τα μεγάλα ευρωπαϊκά εμπορικά κέντρα. Τις δεκαετίες του 1950 και του 1960 τον χώρο χρησιμοποίησε και ο σταφιδοεξαγωγικός οίκος Κουνινιώτη από το Αίγιο, προσθέτοντας ακόμη ένα κεφάλαιο στη βιομηχανική του διαδρομή.

Η πόρτα του 1832, η «Αλάμπρα» και το καταφύγιο: Η ιστορία της Πάτρας στα παλιά της κτίρια

 

Οι αποθήκες που πρόλαβαν να γίνουν τέσσερα διαφορετικά εργοστάσια

Οι τρεις πέτρινες αποθήκες Μπάρρυ, κατά μήκος της Όθωνος-Αμαλίας ανάμεσα στην Καρόλου και τη Σανταρόζα, αποδεικνύουν πόσο παραπλανητικό μπορεί να είναι το όνομα ενός παλιού κτιρίου.

Πριν συνδεθούν με τη σταφίδα, οι εγκαταστάσεις είχαν ήδη φιλοξενήσει το πρώτο ατμοκίνητο εργοστάσιο γλυκόριζας του Γεράσιμου Κόγκου, το 1857, και από το 1871 τα νηματουργεία, τα κλωστήρια και τις αλευροποιίες των αδελφών Τριάντη. Μόνο στις αρχές του 20ού αιώνα μετατράπηκαν σε χώρους επεξεργασίας και αποθήκευσης σταφιδόκαρπου.

Το συγκρότημα δεν έχει μία ενιαία σημερινή εικόνα. Η πρώτη αποθήκη αξιοποιήθηκε από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 για πολιτιστικές χρήσεις. Από τη μεσαία, έπειτα από πυρκαγιά στα τέλη της δεκαετίας του 1990, σώζεται κυρίως το εξωτερικό πέτρινο κέλυφος. Η τρίτη συνδέεται ακόμη με τους Μύλους Αγίου Γεωργίου μέσω μεταλλικής γέφυρας.

Στην ίδια σειρά κτιρίων διαβάζονται η άνοδος της βιομηχανίας, η μετατόπιση από το ένα προϊόν στο άλλο, η εγκατάλειψη, η φωτιά και η προσπάθεια επανάχρησης.

Το λουτρό που συνέχισε να είναι λουτρό

Στην Άνω Πόλη, το χαμάμ της Μπουκαούρη έχει μια διαφορετική ιστορία επιβίωσης. Οι δημόσιες καταγραφές δεν συμφωνούν απολύτως για τη χρονολόγησή του: κάποιοι τοποθετούν την κατασκευή του γύρω στο 1400, ενώ άλλοι στον 16ο αιώνα.

Συμφωνούν, όμως, στο ουσιώδες: πρόκειται για ένα από τα παλαιότερα σωζόμενα θερμόλουτρα που εξακολουθούν να λειτουργούν στην Ευρώπη.

Οι διαδοχικοί ψυχροί, χλιαροί και θερμοί χώροι, οι θόλοι και οι μικρές γυάλινες οπές που αφήνουν το φως να περνά μέσα από τον ατμό δεν κατασκευάστηκαν ως σκηνικό για τον σημερινό επισκέπτη. Εξακολουθούν να υπηρετούν τη λειτουργία για την οποία δημιουργήθηκαν πριν από αιώνες.

Σε μια πόλη όπου πολλά παλιά κτίρια σώθηκαν επειδή άλλαξαν χρήση, το χαμάμ αποτελεί τη σπάνια αντίστροφη περίπτωση: άντεξε επειδή η χρήση του δεν διακόπηκε.

Η ιστορία που βρίσκεται κάτω από τα Ψηλαλώνια

Η πόρτα του 1832, η «Αλάμπρα» και το καταφύγιο: Η ιστορία της Πάτρας στα παλιά της κτίρια

Η τελευταία στάση δεν υψώνεται πάνω από τον δρόμο. Βρίσκεται κάτω από την πλατεία. Το καταφύγιο των Ψηλών Αλωνίων είναι ένα δίκτυο υπόγειων στοών που διαμορφώθηκε τη δεκαετία του 1930 στο φυσικό πρανές του λόφου και προστάτευσε κατοίκους της Πάτρας στους αεροπορικούς βομβαρδισμούς του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Οι θολωτές στοές, οι πόρτες ασφαλείας και οι αεραγωγοί δεν αφηγούνται την ιστορία της εύπορης πόλης των εμπόρων. Φυλάσσουν τη μνήμη της πόλης που φοβόταν. Σήμερα ο χώρος λειτουργεί ως μουσείο μνήμης, με αρχειακό και φωτογραφικό υλικό για την περίοδο 1940-1944, τους βομβαρδισμούς, την Κατοχή και την Απελευθέρωση.

Το καταφύγιο ολοκληρώνει με τον πιο κυριολεκτικό τρόπο αυτή τη διαδρομή. Οι ιστορίες των παλιών κτιρίων της Πάτρας δεν βρίσκονται πάντοτε σε μια επιγραφή ή σε μια περίτεχνη πρόσοψη. Κάποτε χρειάζεται να κοιτάξεις ψηλά, σε ένα υπέρθυρο ή σε έναν μεταλλικό θόλο. Και κάποτε χρειάζεται να θυμηθείς τι υπάρχει κάτω από τα πόδια σου.

Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη

Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.

Viber: +306909196125

Από το Δίκτυο