Τι διαβάζουμε | «Αγριόσπιτα»: Ενα χρέος, μια απαγωγή και όσοι κοίταξαν αλλού
Ο Κόλιν Μπάρετ στήνει στη δυτική Ιρλανδία ένα σκληρό, σκοτεινά αστείο μυθιστόρημα για τη μοναξιά, την οικογένεια και το τίμημα του να αφήνεις πάντα τους άλλους να αποφασίζουν

Ταυτότητα βιβλίου
Τίτλος: Αγριόσπιτα
Συγγραφέας: Κόλιν Μπάρετ
Μετάφραση: Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη
Εκδόσεις: Στερέωμα
Είδος: Μυθιστόρημα
Σελίδες: 296
Στην Μπαλίνα της δυτικής Ιρλανδίας, δύο αδέλφια απάγουν τον νεαρό Ντολ για να αναγκάσουν τον μεγαλύτερο αδελφό του να πληρώσει ένα χρέος από ναρκωτικά. Τον μεταφέρουν στο απομονωμένο σπίτι του Ντεβ, ενός μοναχικού άνδρα που δυσκολεύεται να αρνηθεί οτιδήποτε στους άλλους. Την ίδια ώρα, η δεκαεπτάχρονη Νίκι καταλαβαίνει ότι η εξαφάνιση του φίλου της δεν είναι ακόμη μία επιπόλαιη νύχτα και αρχίζει να τον αναζητά.
Αυτή είναι η καθαρή, σχεδόν κινηματογραφική αφετηρία των «Αγριόσπιτων». Ο Κόλιν Μπάρετ θα μπορούσε να μείνει στην αγωνία της ομηρίας και στο ερώτημα αν το χρέος θα πληρωθεί. Επιλέγει κάτι δυσκολότερο: εξετάζει όσα έχουν προηγηθεί της απαγωγής και, κυρίως, τις μικρές υποχωρήσεις που της επιτρέπουν να συμβεί. Εδώ η βία δεν εισβάλλει ξαφνικά από τον έξω κόσμο. Μπαίνει στο σπίτι ως χάρη σε συγγενείς, ως προσωρινή διευκόλυνση, ως μια υπόθεση στην οποία κάποιος πιστεύει ότι μπορεί να παραμείνει απλός θεατής.
Ο άνθρωπος που έμαθε να μη λέει «όχι»
Ο Ντεβ είναι το μεγάλο επίτευγμα του βιβλίου. Είναι ένας άνθρωπος με πελώριο σώμα που προσπαθεί να καταλαμβάνει όσο λιγότερο χώρο γίνεται. Ζει αποσυρμένος, μέσα σε ένα σπίτι γεμάτο ίχνη ανθρώπων που λείπουν, με μοναδική σταθερή συντροφιά έναν ηλικιωμένο, δύστροπο σκύλο. Οι άλλοι εκμεταλλεύονται τη σιωπή του επειδή τη θεωρούν συγκατάθεση και την ευγένειά του επειδή τη διαβάζουν ως αδυναμία.
Ο Μπάρετ τον κοιτάζει με τρυφερότητα, όχι όμως με επιείκεια. Η μοναξιά του εξηγεί γιατί αφήνει την πόρτα ανοιχτή· δεν ακυρώνει όσα συμβαίνουν αφού οι απαγωγείς περάσουν το κατώφλι. Αυτή η διάκριση δίνει στο μυθιστόρημα το ηθικό του βάρος. Ο Ντεβ δεν είναι κρυφός κακοποιός ούτε άκακο θύμα των περιστάσεων. Είναι ένας άνθρωπος που έχει κάνει την αποφυγή τρόπο ζωής και ανακαλύπτει ότι, όταν δίπλα του κινδυνεύει κάποιος άλλος, η απραξία παύει να είναι ουδέτερη.
Διαβάστε επίσης: Τι διαβάζουμε | «Ζωντανά πλάσματα»: Τέσσερις φίλοι στη γραμμή παραγωγής
Η Νίκι δεν είναι απλώς «η κοπέλα του»
Η αφήγηση μοιράζεται ανάμεσα στον Ντεβ και στη Νίκι, και αυτή η εναλλαγή εμποδίζει την ιστορία να κλειστεί στο σπίτι της ομηρίας. Η Νίκι δεν υπάρχει για να προσφέρει μια εύκολη διάσωση ούτε για να αποδείξει πόσο αγαπά τον Ντολ. Είναι δεκαεπτά ετών και, παρ’ όλα αυτά, βλέπει καθαρότερα από τους περισσότερους ενηλίκους το μπλέξιμο που απλώνεται γύρω της.
Η αναζήτησή της γίνεται συγχρόνως δοκιμασία για τη σχέση της και για τη θέση που της έχουν αποδώσει οι άλλοι. Το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι μόνο αν αγαπά τον Ντολ, αλλά πόσες φορές η αγάπη της χρησιμοποιείται ως υποχρέωση: αφού νοιάζεται, πρέπει να βοηθήσει· αφού είναι ψύχραιμη, πρέπει να αντέξει· αφού είναι «το καλό παιδί», μπορεί να σηκώσει και το βάρος των ξένων αποφάσεων.
Ο Ντεβ και η Νίκι μοιάζουν περισσότερο απ’ όσο φαίνεται. Και οι δύο έχουν μάθει να προσαρμόζονται στις ανάγκες των άλλων και να κρατούν χαμηλά τη δική τους φωνή. Η διαφορά βρίσκεται στην κίνηση: εκείνος υποχωρεί προς τα μέσα, ενώ εκείνη βγαίνει στον δρόμο και ψάχνει. Πάνω σε αυτή την αντίθετη πορεία χτίζεται η πραγματική ένταση του βιβλίου.
Τα σπίτια κρατούν λογαριασμό
Στην ιρλανδική αργκό, όπως εξηγεί η ελληνική έκδοση, ο όρος «wild houses» παραπέμπει σε σπίτια συνδεδεμένα με τη χρήση και τη διακίνηση ναρκωτικών. Ο τίτλος, όμως, χωρά πολύ περισσότερα. Σχεδόν κάθε σπίτι του μυθιστορήματος φυλάσσει μια απουσία, ένα οικογενειακό τραύμα, ένα χρέος ή μια ζωή που δεν εξελίχθηκε όπως την περίμεναν οι άνθρωποί του. Δεν υπάρχει πραγματικό καταφύγιο· υπάρχουν μόνο διαφορετικές εκδοχές εγκλωβισμού.
Το ίδιο συμβαίνει και με την Μπαλίνα. Σε αυτή την πόλη δεν σε συστήνει μόνο το όνομά σου. Σε ακολουθούν το σχολείο όπου πήγες, η φήμη της οικογένειάς σου, οι παλιές ταπεινώσεις και όσα οι άλλοι έχουν αποφασίσει ότι μπορείς να γίνεις. Η εγγύτητα δεν γεννά αναγκαστικά φροντίδα. Μπορεί να γίνει ένας ασφυκτικός τρόπος επιτήρησης, όπου όλοι γνωρίζουν αρκετά για τον διπλανό τους, αλλά όχι πάντα αρκετά ώστε να τον βοηθήσουν.
Ο Μπάρετ αποδίδει αυτόν τον κόσμο χωρίς να τον κάνει γραφικό και χωρίς να χαρίζει αίγλη στους μικροεγκληματίες του. Οι απειλές συνυπάρχουν με μπίρες, άθλιο φαγητό, οικογενειακές γκρίνιες και κακοστημένα σχέδια. Το χιούμορ γεννιέται από την απόσταση ανάμεσα στην εικόνα που έχουν αυτοί οι άνδρες για τον εαυτό τους και στην πολύ λιγότερο εντυπωσιακή πραγματικότητα. Γελάς, αλλά δεν ξεχνάς στιγμή ότι μπορούν να γίνουν επικίνδυνοι.
Οι διάλογοι είναι κοφτεροί και γεμάτοι τοπικό ρυθμό. Οι χαρακτήρες αστειεύονται για να επιβληθούν, για να κρύψουν τον φόβο ή για να καθυστερήσουν μια απόφαση. Και η πρόζα του Μπάρετ παρατηρεί με ακρίβεια σώματα, δωμάτια, μυρωδιές και μικρά αντικείμενα, βρίσκοντας εικόνες που φωτίζουν έναν άνθρωπο χωρίς να χρειάζεται να τον εξηγήσουν εξαντλητικά.
Η αγωνία δεν τρέχει σε ευθεία γραμμή
Η μεγάλη προσοχή στους χαρακτήρες έχει ένα μικρό αφηγηματικό κόστος. Σε ορισμένα σημεία, όταν ανοίγει το παρελθόν του Ντεβ ή της Νίκι, η απαγωγή μένει για αρκετή ώρα στο περιθώριο. Ο αναγνώστης που περιμένει ένα καθαρόαιμο θρίλερ θα αισθανθεί την επιβράδυνση.
Αυτές οι παύσεις, ωστόσο, δεν είναι περιττές. Χωρίς αυτές, ο Ντεβ θα ήταν απλώς ο απρόθυμος συνεργός, η Νίκι η αποφασισμένη φίλη και οι απαγωγείς δύο γνώριμοι «κακοί». Ο Μπάρετ θυσιάζει λίγη από την ταχύτητα για να δείξει πώς μια παλιά πληγή, μια οικογενειακή πίστη ή η ανάγκη να ανήκεις κάπου μπορούν να γίνουν μέρος ενός εγκλήματος. Η επιλογή δεν θα ικανοποιήσει εξίσου όσους αναζητούν μόνο δράση, δικαιώνει όμως πλήρως το βιβλίο που ο ίδιος θέλει να γράψει.
Η αποτίμηση
Τα «Αγριόσπιτα» είναι ένα σπουδαίο πρώτο μυθιστόρημα, επειδή διατηρούν την ένταση της απαγωγής χωρίς να απλοποιούν τους ανθρώπους που μπλέκονται σε αυτήν. Ο Μπάρετ δεν ζητά να συμπαθήσουμε τους πάντες και δεν μοιράζει εύκολη συγχώρεση. Τους κοιτάζει, όμως, αρκετά κοντά ώστε να δούμε τον φόβο, τη γελοιότητα, τη σκληρότητα και την ανάγκη τους να αγαπηθούν να συνυπάρχουν στο ίδιο πρόσωπο.
Το αποτέλεσμα είναι σκληρό χωρίς κυνισμό, τρυφερό χωρίς εξιδανίκευση και αστείο χωρίς να μικραίνει τον φόβο. Διαβάζεται με την αγωνία μιας ιστορίας ομηρίας, αλλά το πιο δυνατό του ερώτημα βρίσκεται αλλού: πόσο αθώος μπορεί να παραμένει κάποιος που βλέπει το κακό να πλησιάζει και αποφασίζει, έστω για λίγο ακόμη, να μην ανακατευτεί;
Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη
Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.
Ακολουθήστε μας για όλες τις ειδήσεις στο Bing News και το Google News