Το γκαζάκι δεν είναι μήνυμα όταν μέσα κοιμούνται άνθρωποι

Η εμπρηστική επίθεση στη Θεσσαλονίκη δεν άφησε πίσω της μόνο καμένα αυτοκίνητα, σπασμένα τζάμια και τραυματίες. Άφησε μια νεκρή γυναίκα. Και αυτό είναι το σημείο από το οποίο πρέπει να αρχίζει κάθε συζήτηση, πριν από τις κομματικές ανακοινώσεις, τις βολικές ερμηνείες και τους έτοιμους συμψηφισμούς.

Το γκαζάκι δεν είναι μήνυμα όταν μέσα κοιμούνται άνθρωποι

Μια πολυκατοικία δεν μπορεί να γίνεται στόχος επειδή κάποιος θέλει να στείλει πολιτικό μήνυμα. Πίσω από τις πόρτες δεν υπάρχουν «σύμβολα». Υπάρχουν άνθρωποι που κοιμούνται, ηλικιωμένοι που δεν προλαβαίνουν να αντιδράσουν, γείτονες που δεν έχουν καμία σχέση με τον στόχο, οικογένειες που βρίσκονται ξαφνικά μέσα στον καπνό.

Στη Θεσσαλονίκη, η φωτιά δεν έμεινε στην είσοδο. Δεν περιορίστηκε σε καμένα αυτοκίνητα, σπασμένα τζάμια και μαυρισμένους τοίχους. Μπήκε στη ζωή μιας οικογένειας και την άλλαξε για πάντα. Η Βάγια Νέστορα πέθανε μετά από εμπρηστική επίθεση σε πολυκατοικία. Αυτό είναι το κέντρο της υπόθεσης. Όλα τα υπόλοιπα έρχονται μετά.

Το γκαζάκι έχει σχεδόν κανονικοποιηθεί στον δημόσιο λόγο. Το ακούμε τόσα χρόνια που μοιάζει, για κάποιους, σαν μια «χαμηλής έντασης» μορφή πολιτικής βίας. Σαν μια πράξη καταδικαστέα, αλλά περίπου αναμενόμενη. Σαν κάτι που θα προκαλέσει ζημιές, θα βγουν δύο ανακοινώσεις και η ζωή θα συνεχιστεί. Μόνο που η ζωή δεν συνεχίστηκε για όλους.

Αυτό είναι το σημείο που γκρεμίζει κάθε βολική δικαιολογία. Δεν υπάρχει «συμβολική» φωτιά σε κατοικημένο κτίριο. Δεν υπάρχει ελεγχόμενο ρίσκο όταν ανάβεις μηχανισμό σε χώρο όπου ζουν άνθρωποι. Δεν υπάρχει πολιτική πρόθεση που να ακυρώνει τον κίνδυνο. Η φωτιά δεν ακολουθεί το σχέδιο εκείνου που την ανάβει. Ανεβαίνει σκάλες, γεμίζει διαδρόμους, κλείνει αναπνοές, παγιδεύει ανθρώπους.

Όποιος βάζει γκαζάκι σε πολυκατοικία δεν χτυπά μόνο έναν πολιτικό χώρο, ένα κόμμα ή ένα πρόσωπο. Χτυπά όλο το κτίριο. Χτυπά όσους βρεθούν εκεί τη λάθος στιγμή. Και στη Θεσσαλονίκη, η λάθος στιγμή κόστισε μια ανθρώπινη ζωή.

Η πολιτική βία συνήθως βρίσκει λέξεις για να ντυθεί. Άλλοτε εμφανίζεται ως οργή. Άλλοτε ως αντίδραση. Άλλοτε ως απάντηση. Άλλοτε ως «μήνυμα». Αυτές οι λέξεις όμως δεν αλλάζουν την πράξη. Την κάνουν απλώς πιο εύπεπτη σε όσους θέλουν να την ανεχθούν από απόσταση.

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ο εμπρηστικός μηχανισμός. Είναι και η διαδρομή που προηγείται: οι μικρές ανοχές, τα μισόλογα, οι επιλεκτικές καταδίκες, η αμηχανία όταν η βία προέρχεται από έναν χώρο που κάποιος δεν θέλει να ενοχλήσει. Η κοινωνία έχει μάθει να αντιδρά με διαφορετική ένταση ανάλογα με το ποιος χτυπά και ποιος χτυπιέται. Αυτό είναι επικίνδυνο.

Η βία όμως δεν γίνεται λιγότερο επικίνδυνη επειδή δεν μας βολεύει πολιτικά να τη δούμε. Ούτε γίνεται πιο σοβαρή μόνο όταν αφορά τη δική μας πλευρά. Αν χρειάζεται να κοιτάξουμε πρώτα την ταυτότητα του στόχου για να αποφασίσουμε πόσο μας ενοχλεί η επίθεση, τότε το πρόβλημα είναι βαθύτερο από την ίδια την επίθεση.

Η υπόθεση της Θεσσαλονίκης ζητά καθαρές κουβέντες. Όχι γενικές καταδίκες με ημερομηνία λήξης. Όχι δηλώσεις που γίνονται επειδή «πρέπει». Όχι εκείνο το κουρασμένο τελετουργικό όπου όλοι καταδικάζουν, αλλά ο καθένας κρατάει μια κρυφή παρένθεση για τους δικούς του.

Ταυτόχρονα, χρειάζεται και κάτι ακόμη: να μην γίνει ο θάνατος μιας γυναίκας κομματικό υλικό. Είναι άλλο πράγμα να απαιτείς Δικαιοσύνη και πλήρη διερεύνηση. Είναι άλλο να χρησιμοποιείς το πένθος σαν επιχείρημα σε έναν ήδη έτοιμο καβγά.

Η Βάγια Νέστορα δεν μπορεί να γίνει ούτε σύνθημα ούτε εργαλείο. Δεν χρειάζεται να χωρέσει σε κανένα αφήγημα. Η ιστορία της αρκεί από μόνη της για να δείξει το όριο που ξεπεράστηκε. Και το όριο είναι απλό: σπίτια με ανθρώπους μέσα δεν μπαίνουν στο στόχαστρο. Τελεία.

Αν αυτό δεν μπορεί να ειπωθεί χωρίς υποσημειώσεις, τότε έχουμε πρόβλημα. Αν χρειάζεται να μετρήσουμε πρώτα πολιτικό κόστος, να δούμε ποιος θα ωφεληθεί, ποιος θα εκτεθεί, ποιος θα το αξιοποιήσει, τότε έχουμε ήδη χάσει το βασικό. Μια γυναίκα πέθανε από φωτιά που κάποιοι άναψαν για να στείλουν μήνυμα. Μόνο που το μήνυμα, τελικά, δεν το έλαβε το κόμμα. Το πλήρωσε ένας άνθρωπος.

Από εδώ και πέρα, κάθε συζήτηση για «συμβολικές ενέργειες» πρέπει να τελειώσει. Το γκαζάκι δεν είναι πολιτικό σχόλιο. Δεν είναι μορφή πίεσης. Δεν είναι ακτιβισμός. Είναι εμπρηστικός μηχανισμός. Και όταν τοποθετείται σε πολυκατοικία, γίνεται απειλή για όποιον βρίσκεται μέσα.

Η δημοκρατία δεν κινδυνεύει μόνο από όσους ανάβουν τη φωτιά. Κινδυνεύει και από όσους τη μικραίνουν λεκτικά, από όσους τη σχετικοποιούν, από όσους τη θυμούνται επιλεκτικά, από όσους τρέχουν να τη χρησιμοποιήσουν πριν ακόμη ακουστεί καθαρά το όνομα του ανθρώπου που χάθηκε.

Το γκαζάκι δεν είναι μήνυμα όταν μέσα κοιμούνται άνθρωποι. Είναι η στιγμή που όλα τα πολιτικά άλλοθι καίγονται μαζί με την είσοδο.

Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη

Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.

Viber: +306909196125