Το Ιράν αντέχει, ο Τραμπ σε αδιέξοδο
Πόλεμος φθοράς

Το Ιράν έχει αποδείξει διαχρονικά ότι διαθέτει ένα από τα σημαντικότερα στρατηγικά πλεονεκτήματα που μπορεί να έχει ένα κράτος υπό πίεση: αντοχή. Παρά τις δεκαετίες κυρώσεων, διεθνούς απομόνωσης, οικονομικού πολέμου και στρατιωτικών απειλών, η Τεχεράνη κατάφερε όχι μόνο να επιβιώσει αλλά και να εξελιχθεί σε μια περιφερειακή δύναμη με βαθιά επιρροή στη Μέση Ανατολή. Η σημερινή σύγκρουση και ο ναυτικός αποκλεισμός στα Στενά του Ορμούζ αποτελούν ίσως τη μεγαλύτερη δοκιμασία των τελευταίων ετών, ωστόσο η ιρανική ηγεσία φαίνεται να είχε προετοιμαστεί εδώ και καιρό για ένα τέτοιο σενάριο.
Η πρώτη και σημαντικότερη αντοχή του Ιράν είναι η ίδια η δομή της οικονομίας του. Παρά την εξάρτηση από τις εξαγωγές πετρελαίου, η χώρα έχει αναπτύξει μηχανισμούς επιβίωσης κάτω από καθεστώς κυρώσεων. Διαθέτει εσωτερική βιομηχανική παραγωγή, αγροτική αυτάρκεια σε βασικά προϊόντα και ένα εκτεταμένο δίκτυο παράλληλων εμπορικών διαδρομών μέσω Κίνας, Ρωσίας, Ιράκ και άλλων συμμάχων. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και υπό αυστηρό αποκλεισμό, η πλήρης οικονομική κατάρρευση δεν είναι άμεση υπόθεση.
Παράλληλα, η γεωγραφία λειτουργεί υπέρ της Τεχεράνης. Το Ιράν είναι μια τεράστια χώρα με ορεινό ανάγλυφο, δύσκολη για πλήρη στρατιωτικό έλεγχο ή εξουδετέρωση. Οι αμερικανικές και ισραηλινές αεροπορικές επιδρομές μπορούν να προκαλέσουν σοβαρές ζημιές σε υποδομές, αλλά η ολοκληρωτική παράλυση της χώρας απαιτεί μακροχρόνια και εξαιρετικά δαπανηρή στρατιωτική εκστρατεία. Η ιρανική στρατιωτική φιλοσοφία δεν βασίζεται στην κλασική υπεροχή αλλά στον πόλεμο φθοράς, να αντέχει περισσότερο από τον αντίπαλο και να αυξάνει συνεχώς το πολιτικό και οικονομικό κόστος της σύγκρουσης.
Στο στρατιωτικό επίπεδο, οι δυνατότητες του Ιράν παραμένουν αξιοσημείωτες. Το πυραυλικό του πρόγραμμα θεωρείται από τα μεγαλύτερα στη Μέση Ανατολή. Ακόμη και μετά από συνεχείς βομβαρδισμούς, εκτιμάται ότι διατηρεί σημαντικό αριθμό βαλλιστικών πυραύλων μεσαίου βεληνεκούς, καθώς και μεγάλα αποθέματα drones. Αυτά τα μέσα επιτρέπουν στην Τεχεράνη να πλήττει στρατιωτικές βάσεις, ενεργειακές εγκαταστάσεις και θαλάσσιες μεταφορές σε ολόκληρη την περιοχή του Περσικού Κόλπου. Η δυνατότητα ασύμμετρων επιθέσεων αποτελεί βασικό εργαλείο αποτροπής απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ.
Εξίσου κρίσιμο είναι και το δίκτυο περιφερειακών συμμάχων του Ιράν. Από τη Χεζμπολάχ στον Λίβανο έως φιλοϊρανικές πολιτοφυλακές στο Ιράκ, στη Συρία και στην Υεμένη, η Τεχεράνη έχει δημιουργήσει έναν “άξονα επιρροής” που μπορεί να ανοίξει πολλαπλά μέτωπα ταυτόχρονα. Αυτή η στρατηγική δυσκολεύει τους αντιπάλους της, καθώς οποιαδήποτε παρατεταμένη σύγκρουση ενδέχεται να επεκταθεί σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή, απειλώντας την παγκόσμια ενεργειακή ασφάλεια και το διεθνές εμπόριο.
Ωστόσο, η μεγαλύτερη δύναμη του Ιράν ίσως βρίσκεται στην πολιτική και κοινωνική του ψυχολογία. Η Ισλαμική Δημοκρατία έχει οικοδομήσει μια κουλτούρα «αντίστασης» απέναντι στη Δύση, παρουσιάζοντας κάθε εξωτερική πίεση ως μάχη εθνικής επιβίωσης. Αυτό επιτρέπει στο καθεστώς να συσπειρώνει μεγάλα τμήματα της κοινωνίας ακόμη και σε περιόδους οικονομικής δυσπραγίας.
Το βασικό ερώτημα δεν είναι αν το Ιράν μπορεί να αντέξει λίγους μήνες πολέμου. Το πραγματικό ερώτημα είναι πόσο μεγάλο κόστος είναι διατεθειμένες να αντέξουν και οι αντίπαλες δυνάμεις σε μια σύγκρουση που απειλεί να μετατραπεί σε μακροχρόνια περιφερειακή αναμέτρηση χωρίς ξεκάθαρο τέλος.
Καθώς λοιπόν η σύγκρουση παρατείνεται χωρίς αποφασιστικό αποτέλεσμα, γίνεται ολοένα και πιο εμφανές ότι η ανθεκτικότητα του Ιράν μεταβάλλει συνολικά τους πολιτικούς και στρατηγικούς υπολογισμούς της Ουάσινγκτον. Ο Ντόναλντ Τραμπ βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπος με μια από τις πιο επικίνδυνες αντιφάσεις της πολιτικής του πορείας, έναν πόλεμο που ξεκίνησε με στόχο την επίδειξη ισχύος, αλλά εξελίσσεται σε στρατηγικό αδιέξοδο χωρίς καθαρή προοπτική νίκης. Η σύγκρουση με το Ιράν, που αρχικά παρουσιαζόταν από τον Λευκό Οίκο ως μια σύντομη και αποφασιστική αναμέτρηση, μετατρέπεται σταδιακά σε μια κρίση φθοράς με σοβαρές γεωπολιτικές, οικονομικές και πολιτικές συνέπειες για τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Μπροστά σε αυτή την πραγματικότητα, ο Τραμπ φαίνεται να αντιλαμβάνεται ότι ένας παρατεταμένος πόλεμος μπορεί να εξελιχθεί σε πολιτική παγίδα. Η άνοδος των τιμών της ενέργειας, οι αναταράξεις στις διεθνείς αγορές και η αβεβαιότητα που προκαλείται από την κρίση στα Στενά του Ορμούζ απειλούν άμεσα την αμερικανική οικονομία. Για έναν πρόεδρο που έχει συνδέσει την πολιτική του επιβίωση με την εικόνα της οικονομικής ισχύος και της «Αμερικής που κερδίζει», μια μακροχρόνια σύγκρουση χωρίς ξεκάθαρο αποτέλεσμα μπορεί να αποδειχθεί καταστροφική.
Τμήματα του Ρεπουμπλικανικού στρατοπέδου ανησυχούν ότι η εμπλοκή στη Μέση Ανατολή επαναφέρει το φάντασμα των πολέμων του Ιράκ και του Αφγανιστάν, συγκρούσεων που κόστισαν τεράστια ποσά, χιλιάδες ζωές και τελικά έφθειραν πολιτικά τις αμερικανικές κυβερνήσεις. Ο Τραμπ είχε χτίσει μεγάλο μέρος της πολιτικής του ταυτότητας πάνω στην υπόσχεση ότι δεν θα εγκλωβίσει ξανά τις ΗΠΑ σε «ατελείωτους πολέμους». Σήμερα κινδυνεύει να βρεθεί ακριβώς μέσα σε ένα τέτοιο σενάριο.
Γι’ αυτό και η διπλωματική οδός επιστρέφει στο προσκήνιο. Η Ουάσινγκτον εμφανίζεται πλέον πιο πρόθυμη να εξετάσει έναν συμβιβασμό που πριν από λίγους μήνες θα θεωρούνταν πολιτικά αδιανόητος. Οι αρχικοί στόχοι, πλήρης εγκατάλειψη του πυρηνικού προγράμματος, διάλυση του βαλλιστικού οπλοστασίου και αποδυνάμωση του ίδιου του καθεστώτος, μοιάζουν πλέον μη ρεαλιστικοί. Αντί για «ολοκληρωτική νίκη», ο Λευκός Οίκος φαίνεται να αναζητά μια συμφωνία που θα μπορεί να παρουσιαστεί ως επιτυχία επικοινωνιακά, ακόμη κι αν στην πράξη συνιστά υποχώρηση από τις αρχικές απαιτήσεις.
Το μεγάλο δίλημμα του Τραμπ είναι πώς θα απεμπλακεί χωρίς να εμφανιστεί ηττημένος. Η πολιτική του φιλοσοφία βασίζεται στην εικόνα της δύναμης και της αδιαπραγμάτευτης πυγμής. Όμως η γεωπολιτική πραγματικότητα της Μέσης Ανατολής συχνά αναγκάζει ακόμη και τις υπερδυνάμεις να συμβιβαστούν. Και σήμερα, περισσότερο από ποτέ, ο αμερικανός πρόεδρος μοιάζει να κατανοεί ότι απέναντι στο Ιράν δεν υπάρχει εύκολη ή «καθαρή» νίκη, μόνο ένας δύσκολος δρόμος διαχείρισης της κρίσης πριν το κόστος γίνει ανεξέλεγκτο.
Σε αυτό το ήδη διαμορφωμένο πλαίσιο στρατηγικής φθοράς, οι τελευταίες δηλώσεις και αντιδράσεις δεν αποτελούν απλώς συγκυριακές εξελίξεις, αλλά επιβεβαιώνουν με σαφήνεια το βάθος του αδιεξόδου που περιγράφεται.
Η πρόσφατη απάντηση του Ιράν προσέθεσε μια ακόμη στρώση έντασης σε μια ήδη εύθραυστη γεωπολιτική εξίσωση, καθώς η Τεχεράνη απάντησε με αιχμηρή ρητορική στις αμερικανικές πιέσεις, επιμένοντας πως «το μόνο διακύβευμα είναι η αναγνώριση των νόμιμων δικαιωμάτων του Ιράν». Η ιρανική ηγεσία απέρριψε τις προτάσεις της Ουάσιγκτον ως μονομερείς και αποκομμένες από την πραγματικότητα της περιοχής, αφήνοντας να διαφανεί ότι οποιαδήποτε υποχώρηση στο πυρηνικό της πρόγραμμα θα εκληφθεί ως στρατηγική ήττα. Στο παρασκήνιο, διπλωματικοί δίαυλοι παραμένουν ανοιχτοί, όμως η δημόσια γλώσσα σκληραίνει, υπονομεύοντας την εύθραυστη ισορροπία μεταξύ διαπραγμάτευσης και αποτροπής.
Από την άλλη πλευρά, ο Τραμπ υιοθέτησε έναν τόνο που ισορροπεί ανάμεσα στην επιθυμία για συμφωνία και στην επίδειξη ισχύος, χαρακτηρίζοντας την ιρανική απάντηση «ηλίθια» και «σκουπίδι», ενώ προανήγγειλε μια «πολύ πιο επιθετική» φάση της «Επιχείρησης Ελευθερία». Παρά τις δηλώσεις Αμερικανών αξιωματούχων ότι η Ουάσιγκτον επιδιώκει τον τερματισμό της σύγκρουσης μέσω συμφωνίας, η απόρριψη βασικών όρων από την Τεχεράνη επαναφέρει με ανησυχητική σαφήνεια το ενδεχόμενο στρατιωτικής κλιμάκωσης. Έτσι, η Μέση Ανατολή βρίσκεται ξανά στο χείλος μιας αβέβαιης προοπτικής, όπου η διπλωματία και η σύγκρουση συνυπάρχουν, όχι ως αντίθετες επιλογές, αλλά ως παράλληλες τροχιές προς ένα αδιευκρίνιστο μέλλον.
Στο τέλος, ίσως αυτή η σύγκρουση να μην κριθεί στα πεδία των μαχών ούτε στους διπλωματικούς διαδρόμους, αλλά στον χρόνο, τον μοναδικό παράγοντα που το Ιράν έχει μάθει να αξιοποιεί και που η Ουάσιγκτον δυσκολεύεται να αντέξει. Σε έναν κόσμο όπου η ισχύς μετριέται συνήθως σε ταχύτητα και αποφασιστικότητα, η Τεχεράνη αντιπαραθέτει την υπομονή ως στρατηγική. Και όσο ο Τραμπ αναζητά μια έξοδο που να μοιάζει με νίκη, η πραγματικότητα υπενθυμίζει ότι στη Μέση Ανατολή οι πόλεμοι σπάνια τελειώνουν όπως αρχίζουν και σχεδόν ποτέ όπως τους σχεδιάζουν εκείνοι που τους ξεκινούν
Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη
Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.
Ακολουθήστε μας για όλες τις ειδήσεις στο Bing News και το Google News