Τι διαβάζουμε | «Ζωντανά πλάσματα»: Τέσσερις φίλοι στη γραμμή παραγωγής
Ο Μουνίρ Ατσέμι γράφει ένα σκοτεινά αστείο μυθιστόρημα για τέσσερις νέους που αναζητούν μια καλοκαιρινή περιπέτεια και βρίσκονται αντιμέτωποι με την επισφαλή εργασία, τη βιομηχανική εκτροφή και τις δικές τους αυταπάτες

Ταυτότητα βιβλίου
Τίτλος: Ζωντανά πλάσματα
Συγγραφέας: Μουνίρ Ατσέμι
Μετάφραση: Σωτήρης Παρασχάς, Λουίς Εντοάρντο Τόρες
Εκδόσεις: Αντίποδες
Είδος: Μυθιστόρημα
Σελίδες: 160
Τέσσερις φίλοι φεύγουν από τη Μαδρίτη για να εργαστούν στον τρύγο στη νότια Γαλλία. Στις αποσκευές τους έχουν βιβλία, μουσικά όργανα και την προσδοκία ότι θα επιστρέψουν με λίγα χρήματα και μια καλή ιστορία από το καλοκαίρι τους.
Το σχέδιο ανατρέπεται όταν μαθαίνουν ότι εκείνη τη χρονιά δεν υπάρχει δουλειά στα αμπέλια. Ενα γραφείο προσωρινής απασχόλησης τους κατευθύνει σε μονάδες εκτροφής πουλερικών και αργότερα σε καλλιέργειες καλαμποκιού. Η περιπέτεια που είχαν φανταστεί αποκτά γρήγορα ωράριο, εξοπλισμό, χαμηλή αμοιβή και σωματική εξάντληση.
Τα «Ζωντανά πλάσματα» δεν περιορίζονται, ωστόσο, στην ιστορία μιας κακής καλοκαιρινής δουλειάς. Ο Μουνίρ Ατσέμι εξετάζει την επισφάλεια, τη βιομηχανική παραγωγή και τη φιλία, αλλά παράλληλα στρέφει την κριτική του προς τους ίδιους τους ήρωές του: τέσσερις μορφωμένους νέους που πιστεύουν ότι κάθε δύσκολη εμπειρία μπορεί να μετατραπεί σε λογοτεχνικό υλικό.
Η «εμπειρία» ως προνόμιο
Οι τέσσερις φίλοι χρειάζονται τα χρήματα, αλλά δεν βρίσκονται στην ίδια θέση με τους υπόλοιπους εποχικούς εργάτες. Διαθέτουν οικογένειες στις οποίες μπορούν να απευθυνθούν, σπουδές που τους επιτρέπουν να φανταστούν μια διαφορετική επαγγελματική ζωή και τη δυνατότητα να επιστρέψουν στη Μαδρίτη όταν η κατάσταση γίνει αβάσταχτη.
Ο Ατσέμι δεν κρύβει αυτή τη διαφορά. Αντίθετα, τη χρησιμοποιεί για να διαχωρίσει την προσωρινή επαφή με την επισφάλεια από τη μόνιμη ζωή μέσα σε αυτήν. Για τους ήρωες, η χειρωνακτική εργασία μπορεί κάποτε να γίνει μια ιστορία για τα νεανικά τους χρόνια. Για τους ανθρώπους που συναντούν στη Γαλλία, αποτελεί την καθημερινότητα από την οποία δεν διακρίνεται εύκολη έξοδος.
Το βιβλίο αποφεύγει έτσι τον ρομαντισμό της «σκληρής δουλειάς που χτίζει χαρακτήρα». Οι νεαροί ταξιδιώτες δεν αποκτούν αυτομάτως μεγαλύτερο βάθος επειδή κουράστηκαν, πείνασαν ή βρέθηκαν σε άθλιες συνθήκες. Η εμπειρία δεν τους εξευγενίζει. Απλώς δοκιμάζει τις βεβαιότητες που είχαν σχηματίσει για τον εαυτό τους.
Διαβάστε επίσης: Τι διαβάζουμε | «Όμορφη Ασχήμια»: Μια εξαφάνιση, ένας γάμος και δύο αλήθειες
Ο αφηγητής απέναντι στη μνήμη του
Την ιστορία αφηγείται αρκετά χρόνια αργότερα ένας από τους τέσσερις, ο οποίος ονομάζεται επίσης Μουνίρ. Προσπαθεί να ανασυνθέσει εκείνο το καλοκαίρι χρησιμοποιώντας τις αναμνήσεις και το ημερολόγιο που κρατούσε τότε.
Από την αρχή υπόσχεται ότι θα παραμείνει πιστός στα γεγονότα, χωρίς συμβολισμούς, τεχνάσματα και λογοτεχνικούς εξωραϊσμούς. Η υπόσχεση υπονομεύεται από τον ίδιο σχεδόν αμέσως. Διακόπτει την αφήγηση, σχολιάζει τις επιλογές του και αναρωτιέται αν μπορεί να μεταφερθεί μια πραγματική εμπειρία στο χαρτί χωρίς να αλλάξει μορφή.
Η αντίφαση αποτελεί τον πιο ενδιαφέροντα μηχανισμό του βιβλίου. Ο αφηγητής γνωρίζει ότι δεν παραδίδει το παρελθόν όπως ακριβώς συνέβη. Επιλέγει περιστατικά, οργανώνει αναμνήσεις και αποδίδει εκ των υστέρων νόημα σε πράξεις που τότε μπορεί να έμοιαζαν τυχαίες.
Δεν πρόκειται απλώς για έναν αναξιόπιστο αφηγητή που κρύβει πληροφορίες. Πρόκειται για έναν άνθρωπο που δυσπιστεί απέναντι στην ίδια του την ανάγκη να κατασκευάσει μια συνεκτική ιστορία. Παρατηρεί αυστηρά τον νεότερο εαυτό του, χωρίς να ζητά από τον αναγνώστη να τον συγχωρήσει.
Το μυθιστόρημα του Μουνίρ Ατσέμι συνδυάζει το σκοτεινό χιούμορ με την κριτική στην επισφαλή εργασία
Ο κόσμος της δουλειάς
Οι πιο αποτελεσματικές σελίδες του μυθιστορήματος βρίσκονται μέσα στους χώρους εργασίας. Η ζέστη, η δυσοσμία, ο θόρυβος, ο ανεπαρκής εξοπλισμός και η επαφή με χιλιάδες φοβισμένα ζώα μεταφέρουν την εμπειρία χωρίς να χρειάζονται πρόσθετες εξηγήσεις.
Η εκμετάλλευση δεν προσωποποιείται σε έναν μοναδικό κακό εργοδότη. Βρίσκεται στον τρόπο υπολογισμού των ωρών, στις μετακινήσεις που δεν πληρώνονται, στην ταχύτητα που απαιτείται και στη σταθερή υπενθύμιση ότι κάθε εργαζόμενος μπορεί να αντικατασταθεί.
Ο τίτλος του βιβλίου αποκτά εδώ τη σημασία του. Ανθρωποι και ζώα δεν υποφέρουν με τον ίδιο τρόπο, υποτάσσονται όμως στην ίδια παραγωγική λογική. Κάθε σώμα αξιολογείται σύμφωνα με την απόδοσή του και παραμένει χρήσιμο όσο μπορεί να ανταποκρίνεται στον ρυθμό της δουλειάς.
Τα ζώα δεν λειτουργούν μόνο ως σύμβολα. Παραμένουν υλικά και ευάλωτα πλάσματα, εγκλωβισμένα σε έναν μηχανισμό που μετατρέπει τη ζωή σε αριθμούς και μονάδες παραγωγής. Η επιλογή αυτή δίνει στο βιβλίο μεγαλύτερη δύναμη από εκείνη που θα είχε ένα απλό καταγγελτικό κείμενο.
Το γέλιο και οι ρωγμές της παρέας
Παρά τη σκληρότητα όσων περιγράφει, ο Ατσέμι γράφει ένα συχνά πολύ αστείο βιβλίο. Η κακή χρήση των γαλλικών, η χαοτική διαμονή στο κάμπινγκ, οι καβγάδες και οι υπερβολικές θεωρίες των τεσσάρων φίλων δημιουργούν έναν γρήγορο, νευρικό ρυθμό.
Το χιούμορ δεν εξωραΐζει τη δουλειά. Αποκαλύπτει την αμηχανία και την ανωριμότητα των ηρώων, οι οποίοι προσπαθούν να μετατρέψουν κάθε δυσάρεστη κατάσταση σε αστείο για να μην αναμετρηθούν αμέσως με τη σοβαρότητά της. Ο αναγνώστης γελά μαζί τους, αλλά αρκετές φορές και εις βάρος τους.
Η φιλία τους παρουσιάζεται χωρίς νοσταλγικό φίλτρο. Η εξάντληση, η πείνα και η οικονομική πίεση φέρνουν στην επιφάνεια ζήλια, ταξικές διαφορές, επιθετικότητα και μικρές προδοσίες. Οι τέσσερις νέοι μπορούν να είναι αλληλέγγυοι και τρυφεροί, αλλά συγχρόνως εγωιστές, απερίσκεπτοι και συγκαταβατικοί.
Ο κόσμος έξω από την παρέα δεν αποκτά πάντοτε το ίδιο βάθος. Ορισμένοι δευτερεύοντες χαρακτήρες, ιδιαίτερα οι γυναίκες, παραμένουν περισσότερο λειτουργίες της ιστορίας παρά ολοκληρωμένες παρουσίες. Ο μεγαλύτερος σε ηλικία αφηγητής αναγνωρίζει αρκετές από τις προκαταλήψεις του νεότερου εαυτού του, χωρίς αυτή η αυτοκριτική να διορθώνει πλήρως την αίσθηση της καρικατούρας.
Οι λογοτεχνικές αναφορές και το μέτρο
Ο Μπόρχες, ο Μπολάνιο, ο Πίγκλια και ο Χέμινγουεϊ βρίσκονται διαρκώς μέσα στο κείμενο. Οι αναφορές ταιριάζουν σε ήρωες που έχουν μάθει να κατανοούν τη ζωή μέσα από τα βιβλία και προσπαθούν να εντάξουν ακόμη και την πιο ακατανόητη εμπειρία σε ένα γνώριμο αφηγηματικό σχήμα.
Η μέθοδος λειτουργεί καλύτερα όταν οι θεωρίες συναντούν τη σωματική πραγματικότητα της δουλειάς. Οι συζητήσεις για τη μνήμη, τον ρεαλισμό και τη μυθοπλασία αποκτούν διαφορετικό βάρος όταν οι ήρωες είναι εξαντλημένοι και αναλώσιμοι.
Ορισμένες παρεκβάσεις επιμένουν περισσότερο απ’ όσο χρειάζεται και καθυστερούν την είσοδο στην ιστορία. Ο Ατσέμι σχολιάζει συχνά ένα λογοτεχνικό τέχνασμα την ίδια στιγμή που το χρησιμοποιεί, με αποτέλεσμα η αυτοσυνείδηση του βιβλίου να γίνεται στιγμές υπερβολικά εμφανής.
Η ένσταση παραμένει περιορισμένη. Η μικρή έκταση, το χιούμορ και η ένταση της εργασιακής εμπειρίας δεν επιτρέπουν στις αναφορές να καταλάβουν ολόκληρο το μυθιστόρημα.
Η αποτίμηση
Τα «Ζωντανά πλάσματα» δεν είναι ένα οικολογικό μανιφέστο ούτε μια απλή καταγγελία για την επισφαλή εργασία. Το πραγματικό τους ενδιαφέρον βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο συνδέουν την εκμετάλλευση με το προνόμιο της αφήγησης: ποιος μπορεί να φύγει από μια κακή δουλειά, ποιος παραμένει σε αυτήν και ποιος έχει αργότερα την πολυτέλεια να μετατρέψει όσα έζησε σε βιβλίο.
Το μυθιστόρημα δεν είναι άψογο, διαθέτει όμως καθαρή προσωπικότητα, χιούμορ και κριτική ακρίβεια. Ο Ατσέμι δεν προσφέρει στους ήρωές του εύκολη αθωότητα ούτε αναζητά έναν μοναδικό ένοχο που θα εξηγούσε ολόκληρο τον κόσμο τους.
Σε 160 σελίδες καταφέρνει να γράψει για τη νεανική αυταπάτη, τη φιλία, την ταξική απόσταση και μια οικονομία που αντιμετωπίζει κάθε ζωντανό σώμα ως μέσο παραγωγής. Κυρίως, γράφει ένα βιβλίο που γνωρίζει ότι ακόμη και η πιο ειλικρινής αφήγηση λέει πολλά για εκείνον που έχει τη δυνατότητα να την αφηγηθεί.
Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη
Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.
Ακολουθήστε μας για όλες τις ειδήσεις στο Bing News και το Google News