34 χρόνια Γυμνός Οφθαλμός: Εκεί που μάθαμε να βλέπουμε κινηματογράφο αλλιώς
Χθες το βράδυ, με αφορμή τα 34 χρόνια του Γυμνού Οφθαλμού, ήρθαν ξανά στην επιφάνεια εικόνες, πρόσωπα και βραδιές που για πολλούς από εμάς έχουν χαραχθεί πολύ βαθιά.

Χθες το βράδυ, στο Λιθογραφείον, με την προβολή του «Τσίου» και την παρουσία του Μάκη Παπαδημητράτου, ο Γυμνός Οφθαλμός γιόρτασε τα 34 χρόνια του. Και μαζί με αυτά, γιορτάσαμε κι εμείς κάτι πιο δύσκολο να οριστεί: όχι απλώς μια κινηματογραφική διαδρομή, αλλά έναν τρόπο να μεγαλώνεις μέσα στις αίθουσες, στις νύχτες, στις συναντήσεις και στις ταινίες που άφησαν αποτύπωμα στη ζωή μας.
Δεν ακολούθησα τον Γυμνό Οφθαλμό από τις πρώτες-πρώτες προβολές του, πριν από 34 χρόνια. Μπήκα στο σύμπαν του λίγο αργότερα, τέσσερα ή πέντε χρόνια μετά. Αλλά, για να είμαι ειλικρινής, ποτέ δεν ένιωσα πως έφτασα αργά, απλά λυπάμαι που δεν μπόρεσα να είμαι παρούσα σε εκείνη την πρώτη προβολή. Ο Γυμνός Οφθαλμός είχε πάντα αυτό το σπάνιο χάρισμα: όποτε κι αν τον συναντούσες, σου δημιουργούσε την αίσθηση ότι ήσουν ήδη μέσα στην ιστορία του.
Για πολλούς από εμάς δεν ήταν απλώς μια λέσχη, ένας κύκλος προβολών ή μια πολιτιστική σταθερά της πόλης. Ήταν ένας διάδρομος προς έναν άλλο τρόπο θέασης, όχι μόνο του κινηματογράφου αλλά και του ίδιου του κόσμου. Μεταμεσονύκτιες προβολές, θεματικοί κύκλοι, ταινίες που δεν θα έφταναν εύκολα στην Πάτρα με άλλον τρόπο, ο Κοστουρίτσα, ο σερβικός κινηματογράφος, η γαλλική Νουβέλ Βαγκ, ντοκιμαντέρ, παλιές και νέες ταινίες, φιλμ που άνοιγαν παράθυρα εκεί όπου πριν υπήρχε μόνο τοίχος.
Θυμάμαι βράδια στην Αγίου Νικολάου, να περιμένουμε να τελειώσει η τελευταία «κανονική» προβολή για να αρχίσει η μεταμεσονύκτια του Γυμνού Οφθαλμού. Και μετά ο Νικόλας να προλογίζει. Αυτή η μικρή τελετουργία ήταν από μόνη της μια υπόσχεση. Σαν να μας έλεγε ότι από εδώ και πέρα αφήνουμε πίσω την ημέρα και μπαίνουμε σε μια άλλη ζώνη, σε έναν χρόνο που δεν μετριόταν όπως ο συνηθισμένος. «Πηγαίναμε» σε χώρες πολλές, χωρίς να μετακινηθούμε από τη θέση μας. Κάθε προβολή ήταν ένα ταξίδι με σαφή ώρα αναχώρησης, αλλά χωρίς ακριβή ώρα επιστροφής. Γιατί, ακόμη κι όταν έπεφταν οι τίτλοι τέλους, κάτι από την ταινία έμενε πάνω μας και μας ακολουθούσε ως το σπίτι.
Βγαίναμε από αίθουσες τις πρώτες μεταμεσονύκτιες ώρες για να γυρίσουμε πίσω, γνωρίζοντας ότι την επόμενη ημέρα υπήρχε δουλειά ή μαθήματα. Και όμως, αυτό δεν είχε ποτέ τόση σημασία όση έχει σήμερα ο ύπνος, η κούραση, το πρόγραμμα, όλα αυτά τα «πρέπει» που ενηλικιώνονται μαζί μας. Τότε προείχε η προβολή. Προείχε το να είσαι εκεί. Το να μη χάσεις αυτό το βράδυ, γιατί ήξερες πως ήταν μοναδικό.
Με τα χρόνια, οι αίθουσες άρχισαν να λιγοστεύουν, να σβήνουν μία-μία, όπως λιγοστεύουν συνήθως τα πράγματα που θεωρούμε δεδομένα, μέχρι να καταλάβουμε ότι πλέον δεν υπάρχουν. Και τότε ο Γυμνός Οφθαλμός έκανε αυτό που κάνουν μόνο όσοι έχουν πραγματικό πείσμα: δεν υποχώρησε αλλά μετακινήθηκε, άλλαξε. Εγινε κινητός. Βγήκε στο πεζοδρόμιο, ή πιο σωστά στον πεζόδρομο. Εστηνε προβολές όπου μπορούσαν να στηθούν. Δεν περίμενε τις ιδανικές συνθήκες, τις εφεύρισκε.
Και κάπως έτσι φτάσαμε και στο Σινέ-Παντάνασσα. Ενα από τα πιο συγκινητικά κινηματογραφικά ευρήματα του Νίκου Καββαδία. Ενας κινηματογράφος χωρίς φυσικά θεμέλια, αλλά με άλλα πολύ ισχυρότερα: μνήμη, επιμονή, πείσμα, αγάπη για την εικόνα και πίστη ότι το σινεμά μπορεί να σταθεί ακόμη και εκεί όπου όλα μοιάζουν προσωρινά. Ισως τελικά να είναι αυτοί οι πιο γεροί τοίχοι. Και όταν χειμώνιασε και δεν βρισκόταν κινηματογραφική αίθουσα, βρέθηκε το Λιθογραφείον. Γιατί όρεξη για θέαση να υπάρχει και αγάπη, μία οθόνη και ένας προβολέας. Και αυτά αρκούν.
Θυμάμαι και το «Ιντεάλ». Την κουβέντα με τον Πέτρο απ’ έξω, περιμένοντας να ανοίξουν οι πόρτες της τελευταίας προβολής για να μπούμε εμείς. Θυμάμαι και τη «Μαμά και η πουτάνα». Διακόσια είκοσι λεπτά. Ξεκινούσε στις 12.30 το βράδυ. Είχα πάει με φόρμες και Coca-Cola για να κρατηθώ ξύπνια. Μέχρι να μπούμε, να καθίσουμε, να ακούσουμε τον Νίκο, να τελειώσει η ταινία, να βγούμε, να πούμε δυο κουβέντες, είχε πάει σχεδόν πέντε το πρωί. Και πάλι, αυτό δεν σήμαινε τίποτα. Ή μάλλον σήμαινε τα πάντα. Σήμαινε ότι ήσουν εκεί ακριβώς όπου ήθελες να είσαι.
Κάπου στο σπίτι μου έχω κρατήσει όλα εκείνα τα εισιτήρια. Μικρές ασπρόμαυρες εκδοχές της αφίσας κάθε προβολής. Μικρά χαρτάκια που κάποτε έμοιαζαν ασήμαντα και τώρα μοιάζουν σχεδόν πολύτιμα. Αλλά ακόμη κι αν δεν τα είχα κρατήσει, δεν θα είχε μεγάλη σημασία. Υπάρχουν πράγματα που δεν χρειάζονται αποδείξεις. Δεν γίνεται να ξεχάσεις ένα τόσο μεγάλο κομμάτι της ζωής σου, επειδή δεν βρήκες το χαρτί που το επιβεβαιώνει.
Υστερα ήρθαν οι υποχρεώσεις, οι ρυθμοί, όλα αυτά τα κλισέ που ακούγονται τόσο φθαρμένα όταν τα λες, αλλά τόσο αληθινά όταν σε βρίσκουν. Δεν μπορούσα πια να είμαι το ίδιο συνεπής στις παρουσίες μου. Δεν πηγαίνω όπως παλιά, δεν είμαι σε κάθε προβολή, δεν ακολουθώ κάθε κύκλο. Αλλά το παράξενο είναι πως δεν ένιωσα ποτέ πραγματικά απούσα. Γιατί κάθε φορά που ξαναπηγαίνω σε μία προβολή του Γυμνού Οφθαλμού, είναι σαν να μην έχω λείψει από καμία. Σαν να με περίμενε εκεί με τον ίδιο τρόπο.
Και μαζί με εμάς άλλαξε και το κοινό. Μπήκαν νεότεροι άνθρωποι, νέες ηλικίες, νέα μάτια. Και είναι όμορφο να το βλέπεις. Να βλέπεις ότι αυτό που αγάπησες δεν έγινε ανάμνηση κλεισμένη σε προθήκη, αλλά συνεχίζει να αναπνέει, να μεταδίδεται και να βρίσκει νέους συνοδοιπόρους. Κι εμείς, οι πιο παλιοί, όσες φορές συναντιόμαστε στις προβολές, χαιρετιόμαστε πολλές φορές μόνο με τα μάτια. Δεν χρειάζονται πολλά, υπάρχει ήδη μια κοινή γλώσσα.
Χθες, για τα 34α γενέθλιά του, ο Γυμνός Οφθαλμός γιόρτασε με τον «Τσίου» στο Λιθογραφείον και με τον Μάκη Παπαδημητράτο παρόντα. Και κάπως εκεί, ακούγοντας μέσα στην ταινία ατάκες από έναν άλλο χρόνο, όπως το «πάρε με στο κινητό γιατί δεν έχω κάρτα», σκέφτηκα πόσα πράγματα έχουν αλλάξει. Και πως υπάρχουν φράσεις που δεν λέγονται πια. Οπως και μία δική μας φράση που μάλλον δεν θα ειπωθεί ξανά με τον ίδιο τρόπο: «τα λέμε το βράδυ στο Ιντεάλ, μετά τα μεσάνυχτα».
Ο χρόνος αλλάζει τις πόλεις, τις αίθουσες, τα στέκια, τις συνήθειες, ακόμη και τον τρόπο που βλέπουμε ταινίες. Αλλά ευτυχώς δεν τα παίρνει όλα. Γιατί, παρ’ όλες τις αλλαγές, υπάρχει κάτι που μένει ακέραιο. Το λέμε ακόμη. Το νιώθουμε ακόμη. Πάμε στον Γυμνό Οφθαλμό.
Και αυτό, ύστερα από 34 χρόνια, δεν είναι καθόλου λίγο.
Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη
Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.
Ακολουθήστε μας για όλες τις ειδήσεις στο Bing News και το Google News