Νικόλας Δροσάκης: Η Αχέντ, η Παλαιστίνη και ένα θέατρο απέναντι στη λήθη

Λίγο πριν το «Sumud: η ριζωμένη αντίσταση» ανέβει στο Θέατρο Λιθογραφείον, ο Νικόλας Δροσάκης μιλά για την Παλαιστίνη, το πολιτικό θέατρο και τη σκηνική μορφή της Αχέντ, μιας γυναίκας που επιλέγει να μείνει όρθια πάνω στα ερείπια.

Νικόλας Δροσάκης: Η Αχέντ, η Παλαιστίνη και ένα θέατρο απέναντι στη λήθη

Με αφορμή την παράσταση «Sumud: η ριζωμένη αντίσταση», που παρουσιάζεται στο Θέατρο Λιθογραφείον, ο Νικόλας Δροσάκης μιλά για ένα έργο που γεννήθηκε από την ανάγκη να ειπωθεί η Παλαιστίνη όχι μόνο ως πολιτικό γεγονός, αλλά ως εμπειρία μνήμης, γης και αντίστασης. Μέσα από τη μορφή της Αχέντ, μιας γυναίκας που επιλέγει να μείνει ριζωμένη στον τόπο της, εξηγεί γιατί το έργο δεν είναι ένας μονόλογος για τη βία, αλλά για την αντίσταση, και πώς το θέατρο μπορεί ακόμη να αγγίζει εκεί όπου η είδηση σταματά.

Να ξεκινήσουμε από την ίδια την παράσταση. Πότε καταλάβατε  ότι δεν αρκεί απλώς να μιλήσεις για την Παλαιστίνη, αλλά πρέπει να μιλήσετε μέσα από αυτήν;

Να επιδράσει κιόλας, όχι απλώς να μιλήσει. Ναι, αυτό έγινε τα τελευταία δύο χρόνια, παρακολουθώντας όλη την εξέλιξη της υπόθεσης των Παλαιστινίων, από αυτό που οι Άραβες ονομάζουν «ημέρα της πλημμύρας», δυόμισι περίπου χρόνια πριν, και φυσικά μετά τη γενοκτονία που συντελείται αυτά τα δύο συγκεκριμένα χρόνια.

Μελετώντας, βλέποντας όλες τις πηγές και ως καλλιτέχνης που έχω ασχοληθεί και στο παρελθόν με κοινωνικά ζητήματα, με τα παιδιά, με τους μετανάστες, αισθάνθηκα ότι έπρεπε να ειπωθεί κάτι διαφορετικό. Κάτι που να μιλάει στο σήμερα, να δίνει πληροφορίες, να είναι εμφατικό, αλλά και να μπορεί να χρησιμοποιεί τους κώδικες της ποίησης, δηλαδή αυτή την αφαίρεση που επιτρέπει να μιλάς σε διαφορετικά επίπεδα. Όχι απλώς να ενημερώνει, αλλά να επιδρά.

Βλέποντας ταυτόχρονα ότι πολύς κόσμος στην Ελλάδα δεν έπαιρνε ξεκάθαρη θέση -αν και δημιουργήθηκε βέβαια ένας κόσμος που πήρε θέση-, σαν καλλιτέχνης θεώρησα χρέος μου, κάνοντας κοινωνικό και πολιτικό θέατρο, να γράψω κάτι. Έτσι κι αλλιώς, αυτό το κάνω μέσα από την ποίηση, αλλά και το θέατρο εδώ και πολλά χρόνια, πάνω από είκοσι. Συνδυάζοντας λοιπόν αυτή την εμπειρία, προέκυψε ένα έργο που αρχικά ήταν γραμμένο για περισσότερους ηθοποιούς.

Υπήρξε κάτι που δεν θέλατε να γίνει η παράσταση; Ένα πολιτικό μανιφέστο, ένα ποιητικό μοιρολόι ή μια στρατευμένη καταγγελία;  

Όλα μαζί. Και μανιφέστο. Γιατί τα έργα μας μανιφεστάρουν τη ζωή μας, είναι λόγος και έργο. Δηλαδή αυτό που γράφω, παίρνω ευθύνη και στη δική μου προσωπική ζωή να το υλοποιώ. Είναι και μια προσωπική δέσμευση, ένας προσωπικός στόχος.

Από τη στιγμή που το έχω γράψει, δεν λειτουργώ ως ένας κατά παραγγελία ή απλώς επαγγελματίας συγγραφέας. Με διαπνέει ολόκληρο αυτό. Και έτσι βάζω όλη μου την ψυχή μέσα σε αυτό για να ειπωθεί. Ταυτόχρονα, έχω και την προσωπική ευθύνη η δική μου ζωή να περνά, σε έναν βαθμό, μέσα από αυτά τα ζητούμενα.

Νικόλας Δροσάκης: Η Αχέντ, η Παλαιστίνη και ένα θέατρο απέναντι στη λήθη

Σήμερα, ένας θεατρικός λόγος για τη βία πώς μπορεί να γραφτεί χωρίς να την αναπαράγει ή να την αισθητικοποιεί;  

Δεν είναι ακριβώς ένας μονόλογος για τη βία. Είναι ένας μονόλογος για την αντίσταση. Αυτό είναι το πρώτο βασικό ζητούμενο του πολιτικού θεάτρου: ξεκινάμε από την αντίσταση.

Το επόμενο έργο μου θα είναι μια μεταφορά του Τσε Γκεβάρα, άρα θα μιλήσουμε μέσα από αυτό το πρόσωπο για την επανάσταση. Αλλά σίγουρα ξεκινάμε από την αντίσταση.

Βρήκαμε το βασικό σύμβολο, που ήταν η ρίζα της ελιάς, κάτι που διαπνέει όλη τη Μεσόγειο, και την Παλαιστίνη και την Ελλάδα, ως ένα σύμβολο μέσα από το οποίο μπορεί να μιλήσει και στους Έλληνες. Ειδικά ξεκινώντας στην Κρήτη, όπως θυμίζω, είναι και το βασικό μας υλικό, σχεδόν το βασικό μας «σκηνικό αντικείμενο».

Και φυσικά υπάρχουν και οι πέτρες ενός γκρεμισμένου σπιτιού, εκεί όπου παραμένει ριζωμένη. Εκεί που ρίζωσαν οι πρόγονοι, ρίζωσαν και τα κλήματα, τα παιδιά, οι μνήμες. Αυτή είναι η ριζωμένη αντίσταση που επιλέγει να μη φύγει, να μείνει. Επιλέγει ακόμη και τον θάνατο. Δεν υπάρχει παραίτηση.

Ουσιαστικά είναι ένα έργο ελπιδοφόρο. Όσοι το βλέπουν, βγαίνουν με μια αίσθηση αισιοδοξίας. Παρότι αυτό που συνέβη δεν είναι αισιόδοξο. Όμως ακριβώς επειδή το έργο δίνει όλα τα ζητούμενα χωρίς να κάνει εκπτώσεις, χωρίς να ωραιοποιεί την πραγματικότητα, μέσα από τις πηγές και κυρίως μέσα από τα ίδια τα ζητούμενα του ίδιου του λαού — γιατί χρειάστηκε να γίνει και μια ολοκληρωμένη μελέτη στο Κοράνι και σε όλα τα εσωτερικά αυτά στοιχεία — είναι βαθιά υπαρξιακό, βαθιά ποιητικό.

Και έτσι αναδύεται, βέβαια, ένα μανιφέστο, το οποίο όμως δεν εκπροσωπεί έναν συγκεκριμένο άνθρωπο αλλά έναν ολόκληρο λαό. Μια γυναίκα που είναι ταυτόχρονα μάνα, Παλαιστίνια, φορέας όλων αυτών των τεράστιων ρόλων.

Μιλάμε για την Αχέντ, η οποία,  είναι μια γυναίκα που στέκεται πάνω στα συντρίμμια και δεν μετακινείται. Είναι μια ηρωίδα που επιλέγει ή είναι μια γυναίκα που πια δεν έχει τίποτα άλλο να χάσει;

Αυτό είναι πολύ καλό ερώτημα. Όχι, επιλέγει. Γιατί έχει τα παιδιά της που είναι ζωντανά και που ενδεχομένως θα ακολουθήσουν την ίδια μοίρα με τον σύζυγό της. Μόνο που ούτε αυτή τη μοίρα τη βλέπει ως τραγική.

Ακριβώς επειδή, όπως ξέρουμε, οι Άραβες, οι μουσουλμάνοι που πέφτουν για αυτόν τον ιερό σκοπό, θεωρούνται μάρτυρες. Δεν είναι μια μοίρα για την οποία θρηνείς με τον ίδιο τρόπο. Είναι πρόσωπα για τα οποία νιώθεις περηφάνια. Αυτό είναι και το στοιχείο που τους συνδέει μεταξύ τους.

Δεν υπάρχει το στοιχείο του ατομικισμού. Υπάρχει το στοιχείο της κοινότητας. Και εκεί νομίζω ότι πολιτικά μπορεί να συναντήσει και τη δική μας σκέψη, να δούμε πόσα πολλά έχουμε να πάρουμε από την Παλαιστίνη σε αυτή την εποχή που βρισκόμαστε, με όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω μας, διεθνώς αλλά και στην Ελλάδα.

Αυτή η αίσθηση της ενότητας με το δέντρο, με τις πέτρες που είναι ριζωμένες, με τις μνήμες που είναι κλεισμένες πάνω τους, είναι αυτό το «έξω από εμάς» που πραγματικά ίσως κάποτε το είχαμε κι εμείς. Εκεί αναδύεται και η ελληνική ιστορία. Και χωρίς να είναι νοσταλγικό ή οτιδήποτε, αφορά το τώρα, το σήμερα, σε διαφορετικά επίπεδα.

Πρόκειται για μια σύνθεση ενός μονολόγου με δέκα διαφορετικές εικόνες, όπου ουσιαστικά η ηρωίδα μας βρίσκεται λίγο πριν ή λίγο μετά την εκτέλεση. Υπάρχουν και υπαινιγμοί για τις διάφορες εκδοχές, γιατί διάφορα πρόσωπα πυροβολούνται ψυχρά. Η ηρωίδα πια απελευθερώνεται και αρχίζει να προγεύεται αυτή την αίσθηση. Έχει όλη τη γνώση τού τι συμβαίνει, τι έχει συμβεί. Έχει μια ηρεμία. Δεν κλαίει. Είναι πολύ αντίθετο από οτιδήποτε θα εκβίαζε το συναίσθημα. Δεν έχει καμία σχέση με μοιρολόι.

Αντίθετα, με πολύ συγκεκριμένο και νοηματικά καθαρό τρόπο, αρχίζει και ξεδιπλώνει όλο αυτό το κουβάρι της αλήθειας. Είναι μια πέτρα ριζωμένη στην ελιά. Έχει όμως και ένα στοιχείο αέρινο. Γι’ αυτό και η μουσική, το νέι που παίζει, δίνει αυτή την αίσθηση της συνύπαρξης με κάτι που έχει πια φύγει από τα γήινα.

Περιγράφοντας όλο αυτό, με πολύ γρήγορο ρυθμό, το έργο δίνει ταυτόχρονα πληροφορίες, γνώση του ψυχισμού, της εσωτερικότητας, του πολιτισμού, της θρησκευτικότητας.

Νικόλας Δροσάκης: Η Αχέντ, η Παλαιστίνη και ένα θέατρο απέναντι στη λήθη

Να πάμε στην Αντιγόνη. Είναι μια προφανής αλλά και λίγο επικίνδυνη, κατά τη γνώμη μου, συνομιλία, γιατί ίσως θα μπορούσε να σκεπάσει το σύγχρονο πρόσωπο. Πώς φροντίσατε να μη χαθεί η Αχέντ πίσω από αυτό το αρχέτυπο;

Είναι μια τραγική μορφή, χωρίς αυτό να σημαίνει βέβαια ότι ταυτίζεται με την Αντιγόνη. Είναι πολύ διαφορετική η μορφή του λόγου, του έργου, οι δυναμικές που υπάρχουν. Έχει κάτι πιο μοντέρνο θεατρικά. Δεν υπάρχει άμεσα η σύγκρουση με την εξουσία όπως τη βλέπουμε στον Σοφοκλή. Εδώ υπάρχει η Αχέντ, η Παλαιστίνια για την οποία μιλάμε, που ουσιαστικά αγκαλιάζει τον θάνατο.

Κάτι που βέβαια, με έναν άλλον τρόπο, κάνει και η Αντιγόνη. Υπάρχουν όμως πολλές ομοιότητες. Το ότι δεν υποτάσσεται στον νόμο της εξουσίας, στο «νόμο» της μοίρας. Υπάρχει το βασίλειο, το δίκαιο των νεκρών, αλλά εδώ δεν μιλάμε τόσο για το δίκαιο των νεκρών· μιλάμε για έναν μάρτυρα. Γιατί οι Παλαιστίνιοι νιώθουν ότι οι μάρτυρες είναι ανάμεσά τους.

Και βέβαια υπάρχει η δύναμη μιας γυναίκας. Αυτό είναι το απόλυτα κοινό στοιχείο. Μια γυναίκα-σύμβολο, όπως είναι για την Ελλάδα η Αντιγόνη, αλλά εδώ μέσα σε μια κατεχόμενη πατρίδα, όπου η γη γίνεται και τάφος και ιερό ταυτόχρονα.

Η Αχέντ λέει: «Εδώ μένω, εδώ ανήκω». Κι αυτό είναι ένα πολύ διαφορετικό δραματουργικό στίγμα.

Ζούμε σε μια εποχή υπερπληροφόρησης. Οι εικόνες μάς κατακλύζουν από το πρωί ως το βράδυ. Ίσως έχουμε και κάπως αναισθητοποιηθεί, βλέποντας εικόνες πολέμου καθημερινά. Το θέατρο τι μπορεί να κάνει που δεν το κάνει η είδηση;

Να αγγίξει. Να ακουμπήσει. Αυτό που δεν μπορεί να κάνει η είδηση είναι να διαπλατύνει τον χρόνο και την αίσθησή μας.

Τρέχουμε όλοι πάρα πολύ, με πολλές δουλειές, καλλιτεχνικές και μη, με φρενήρεις ρυθμούς, και χάνουμε αυτή την αίσθηση ότι ξαφνικά μία φράση ή ένα συναίσθημα μπορεί να μας κάνει να πλατύνουμε εσωτερικά. Το θέατρο πρέπει να το κάνει αυτό.

Είτε προκαλώντας γέλιο, χαρά, αισιοδοξία, είτε — κυρίως, τουλάχιστον στη δική μου αισθητική ενασχόληση — συνδέοντας με τον μέσα κόσμο. Και όχι βέβαια μόνο. Αυτό μπορεί να έχει να κάνει και με το να γνωρίσουμε πρόσωπα και πράγματα που θα μας βοηθήσουν να συνδεθούμε.

Ο θεατής είναι ένας συν-δημιουργός θεατής. Και με αυτή την έννοια το θέατρο επιδρά. Και είναι στρατευμένο με την έννοια ότι επιδρά πολιτικά, όχι μόνο ως άτομο, αλλά στο να προκαλέσει μέσα του τέτοιο ρίγος, τέτοια συγκίνηση, τέτοια σύνδεση με την παιδική του ύλη, ώστε να εξελιχθεί εσωτερικά, να φέρει ο ίδιος την αντίσταση μέσα του απέναντι στον μεγάλο κατακλυσμό πολιτικό που μας σηκώνει όλους. Και αυτό να στραφεί προς τα έξω, όχι προς τα μέσα, ώστε να μπορέσει να γίνει συλλογικό.

Νικόλας Δροσάκης: Η Αχέντ, η Παλαιστίνη και ένα θέατρο απέναντι στη λήθη

Αν η Αχέντ κατέβαινε από τη σκηνή και στεκόταν απέναντι στο σημερινό ευρωπαϊκό κοινό, τι πιστεύετε ότι θα μας έλεγε πρώτο; Και τι είναι αυτό που δεν θα ήθελε καθόλου να ακούσει από εμάς;

Νομίζω ότι αυτό είναι και το θέμα του έργου. Γράφτηκε ακριβώς για να απευθυνθεί στο ευρωπαϊκό κοινό από έναν άνθρωπο που είναι Έλληνας, μελετώντας βέβαια την κουλτούρα και τη θρησκεία τους, αλλά βρίσκοντας και όλα αυτά που μας συνδέουν και μας ενώνουν — και είναι πολλά.

Υπάρχει μάλιστα μια ολόκληρη εικόνα στο έργο που είναι ακριβώς η απάντηση σε αυτό που λες. Η ηρωίδα απευθύνεται στο ευρωπαϊκό κοινό και περιγράφει τι συμβαίνει όταν αυτό που βλέπεις και αυτό που βιώνεις το κλείσεις και το κλειδώσεις μέσα σου. Πώς αυτό λειτουργεί, πώς σαπίζει, πώς παράγει ασθένεια.

Οπότε η αντίσταση ξεκινά πρώτα από την ανάγκη να συνδεθείς. Και συνδέει τον κόσμο με την ανάγκη της ομιλίας, της μαρτυρίας. Να πεις: «Είμαι εδώ. Θα το πω. Θα το μαρτυρήσω. Δεν θα το κλείσω μέσα μου, γιατί αλλιώς θα πνιγώ και όλο αυτό θα γίνει κάτι άλλο». Υπάρχει λοιπόν μια σύνδεση με τα ψυχικά και εσωτερικά μας γεγονότα.

Πριν γίνει κάποιος μάρτυρας, ο μάρτυρας καταθέτει ο ίδιος τον εαυτό του ως μαρτυρία. Αυτό που είδε, αυτό που έζησε, αυτά που γνώρισε πριν και μετά. Και αυτό έχει πολύ ισχυρό υπαρξιακό στοιχείο, είναι μια μετάβαση πριν και μετά τον θάνατο. Χωρίς να έχει κάτι μαύρο. Σαφώς τα ίδια τα πράγματα έχουν πολύ σκοτεινά στοιχεία, της ήττας του πολιτισμού μας, της εποχής μας.

Το πώς, μετά από τόσα στρώματα επιστήμης και γνώσης, ο πολιτισμός έχει φτάσει να φαίνεται τόσο ανώριμος. Γιατί βέβαια και οι ηγέτες που έχει, αυτοί είναι που τον εκφράζουν. Οπότε πάμε πάλι στο συλλογικό.

Παραθέτουμε και δίνουμε όλα τα σοβαρά ψυχολογικά αίτια αυτής της ηρωίδας, που συνδέονται και με τους θεατές. Δεν είναι μια τόσο ειδική περίπτωση. Γιατί μέσα από το θρησκευτικό της δίκαιο αναδύονται και εκείνα τα στοιχεία που ακουμπούν και τη δική μας ελληνική θρησκευτικότητα. Δεν πάμε κάπου ξένο.

Υπάρχουν πολλά θέματα που ορίζουν το ζήτημα της αντίστασης ως κάτι εσωτερικό. Πρέπει να βρούμε πρώτα ποιες είναι οι ρίζες της. Ο Ευρωπαίος τις έχει χάσει. Εννοώ τον πυρήνα της οικογένειας, τον πυρήνα των πολιτισμών. Δεν ασχολήθηκα με τον φολκλορισμό ή με εξωτερικά χαρακτηριστικά.

Μέσα από αυτή τη γυναίκα βλέπουμε διάφορες παρακλάδες της ίδιας πραγματικότητας. Μέσα από ένα φίλτρο καθαρό, σταθερό, στερεό. Το φίλτρο του Sumud. Γι’ αυτό και είναι σημαντικό ότι βλέπουμε λίγο και τους εαυτούς μας μέσα από αυτή την αντανάκλαση.

ΙΝΦΟ

Τίτλος: Sumud: η ριζωμένη αντίσταση
Θέατρο: Θέατρο Λιθογραφείον Πάτρα
Συγγραφή- Σκηνοθεσία: Νικόλας Δροσάκης
Μουσική: Mohamad Fityan
Σκηνικά: Dafne Di Gregorio
Ερμηνεία: Ευγενία Λύτρα
Ημερομηνία και ώρα παράστασης: Πέμπτη 19 Μαρτίου, 21.00
Διάρκεια: 55’
Τιμή εισιτηρίου: Κανονικό: 12 Μειωμένο: 10
Παραγωγή: Γενιά 20 ΑΜΚΕ
Κρατήσεις-Online Εισιτήρια: https://gen20.net/book
Τηλ: +306945031693

Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη

Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.

Viber: +306909196125