Υπόθεση Τσαγκαράκη: Καταγγελίες-φωτιά για πλαστά έργα, κλεμμένα κοσμήματα και μνημεία

Η υπόθεση με τον γνωστό γκαλερίστα Γιώργο Τσαγκαράκη παίρνει όλο και μεγαλύτερες διαστάσεις, καθώς οι καταγγελίες πληθαίνουν και το περιεχόμενό τους γίνεται όλο και πιο σοβαρό. Στο επίκεντρο βρίσκονται πλαστά έργα τέχνης, αντικείμενα με ειδική πολιτιστική προστασία και μαρτυρίες που ανοίγουν νέα μέτωπα στην έρευνα.

Υπόθεση Τσαγκαράκη: Καταγγελίες-φωτιά για πλαστά έργα, κλεμμένα κοσμήματα και μνημεία

Μεγαλώνει διαρκώς η υπόθεση που αφορά τις καταγγελίες για πλαστά έργα τέχνης και άλλες σοβαρές παραβάσεις, με τον γνωστό γκαλερίστα και εκτιμητή έργων τέχνης Γιώργο Τσαγκαράκη να βρίσκεται στο επίκεντρο ενός όλο και πιο βαριού πλαισίου κατηγοριών. Οι Αρχές συνεχίζουν εντατικά την έρευνα γύρω από τη φερόμενη διακίνηση πλαστών έργων μέσα από τηλεοπτικές και διαδικτυακές δημοπρασίες, ενώ νέες αναφορές προστίθενται διαρκώς στη δικογραφία.

Η διερεύνηση της υπόθεσης άρχισε να προχωρά στις 24 Φεβρουαρίου 2026, όταν οι αρμόδιες υπηρεσίες έλαβαν καταγγελία μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Σε αυτήν γινόταν λόγος για μια οργανωμένη και συστηματική προσπάθεια εξαπάτησης του φιλότεχνου κοινού μέσα από δημοπρασίες που μεταδίδονταν τηλεοπτικά αλλά και μέσω διαδικτύου. Μαζί με την καταγγελία είχαν αποσταλεί φωτογραφίες από στιγμιότυπα εκπομπών συγκεκριμένης γκαλερί, όπου έργα παρουσιάζονταν ως δημιουργίες γνωστών ζωγράφων, καθώς και σύνδεσμοι προς αντίστοιχες αγγελίες πώλησης.

Η υπόθεση απέκτησε νέα δυναμική στις 19 Μαρτίου, όταν κατατέθηκαν επιπλέον καταγγελίες από έναν Κύπριο βυζαντινολόγο και από τη Διεύθυνση Τεκμηρίωσης και Προστασίας Πολιτιστικών Αγαθών του υπουργείου Πολιτισμού. Στο επίκεντρο βρέθηκε ένα Ευαγγέλιο του 1745, το οποίο είχε παρουσιαστεί σε δημοπρασία με εκτιμώμενη αξία από 8.000 έως 12.000 ευρώ. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται, για το συγκεκριμένο αντικείμενο είχε εκπονηθεί μελέτη με τη συμμετοχή ειδικών, η οποία κατέληγε στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για σπάνιο και ιδιαίτερα πολύτιμο συλλεκτικό τεκμήριο.

Στην εκπομπή «Κοινωνία Ώρα Mega» μίλησε για την υπόθεση ο δικηγόρος και νομικός σύμβουλος της Εθνικής Πινακοθήκης, Γιώργος Οικονομόπουλος, ο οποίος ανέφερε ότι διαπίστωσε την πλαστότητα έργων παρακολουθώντας σχετική τηλεοπτική δημοπρασία. Όπως είπε, είδε τον συγκεκριμένο γκαλερίστα να δημοπρατεί έργα που αποδίδονταν, μεταξύ άλλων, στον Φασιανό, στον Μυταρά και στον Τσαρούχη, και λόγω της πολύχρονης ενασχόλησής του με το αντικείμενο αναγνώρισε, όπως υποστήριξε, ότι έργο του Φασιανού ήταν καταφανώς πλαστό.

Ο ίδιος εξήγησε ότι το συμπέρασμά του βασίστηκε τόσο στο τεχνοτροπικό ιδίωμα του έργου, που -όπως είπε- ήταν απομίμηση του καλλιτεχνικού ύφους του ζωγράφου, όσο και στην υπογραφή, την οποία χαρακτήρισε επίσης καταφανώς πλαστή. Μάλιστα, όπως ανέφερε, τηλεφώνησε άμεσα και στη χήρα του ζωγράφου, Μαρίζα Φασιανού, ζητώντας της να παρακολουθήσει την εκπομπή, και εκείνη επιβεβαίωσε, σύμφωνα με τον ίδιο, την πλαστότητα του έργου.

Ο κ. Οικονομόπουλος στάθηκε ιδιαίτερα στο γεγονός ότι τέτοιες περιπτώσεις είναι δύσκολο να εντοπιστούν από έναν απλό θεατή, ιδίως όταν η παρουσίαση γίνεται τηλεοπτικά. Όπως είπε, ακριβώς γι’ αυτό τα έργα αυτά καταφέρνουν να προωθούνται, αφού η πλαστότητα δεν είναι εύκολο να ανιχνευθεί από απόσταση. Ανέφερε ακόμη ότι το συγκεκριμένο έργο παρουσιαζόταν ως γνήσιο έργο του Φασιανού, με υπογραφή που εμφανιζόταν ως αυθεντική, και ότι δημοπρατούνταν σε τιμή σημαντικά χαμηλότερη από την πραγματική αξία που θα είχε ένα αυθεντικό έργο.

Σε αυτό το σημείο έδωσε και μια ευρύτερη εξήγηση για τον τρόπο με τον οποίο, κατά την άποψή του, λειτουργεί η αγορά των πλαστών έργων τέχνης. Ένα γνήσιο έργο, όπως είπε, θα μπορούσε να πωληθεί σε πολύ υψηλότερη τιμή, όμως το πλαστό προωθείται σε σαφώς χαμηλότερο ποσό, ώστε να εμφανίζεται ως ευκαιρία και να δελεάζει αγοραστές. Κατά την εκτίμησή του, αυτό είναι και το μεγάλο «πλεονέκτημα» του πλαστού έργου: ότι παρουσιάζεται ως δελεαστική αγορά. Όμως, όπως τόνισε, στην τέχνη δεν υπάρχουν πραγματικές ευκαιρίες αυτού του τύπου, γιατί ένα γνήσιο έργο βρίσκει πάντοτε τον αγοραστή του στην πραγματική του αξία.

Ο ίδιος αναφέρθηκε και στο νέο νομικό πλαίσιο, λέγοντας ότι ο νόμος 5271 του 2026, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 30 Ιανουαρίου, είναι ιδιαίτερα αυστηρός. Όπως εξήγησε, πλέον δεν τιμωρείται μόνο η οικονομική ζημία που μπορεί να υποστεί ένας αγοραστής, αλλά και η ίδια η κατοχή, έκθεση, διάθεση ή διακίνηση ενός πλαστού έργου τέχνης, εφόσον προκύπτει σκοπός παραπλάνησης. Τόνισε, μάλιστα, ότι ακόμη και ο κάτοχος ενός τέτοιου έργου μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπος με ποινική ευθύνη, αν αποδειχθεί ότι αποδέχεται το ενδεχόμενο της πλαστότητας.

Κατά τον ίδιο, το αδίκημα μπορεί να κινηθεί σε επίπεδο πλημμελήματος, όμως όταν συντρέχουν επιβαρυντικές περιστάσεις -όπως επαγγελματική δραστηριότητα, εμπορική κλίμακα ή κατ’ επάγγελμα τέλεση- η υπόθεση μπορεί να λάβει κακουργηματικό χαρακτήρα. Ειδικά για τη συγκεκριμένη περίπτωση, σημείωσε ότι ο μεγάλος αριθμός έργων που φέρονται να εμπλέκονται στην υπόθεση δείχνει εμπορική κλίμακα και δράση που φέρεται να συνδέεται άμεσα με την επαγγελματική ιδιότητα του εμπλεκόμενου.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στο Ευαγγέλιο, τονίζοντας ότι πρόκειται για μνημείο και όχι για ένα απλό έργο τέχνης. Όπως εξήγησε, υπάγεται σε ειδικό καθεστώς προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς, καθώς εμπίπτει στην κατηγορία μνημείων που χρονολογούνται μετά το 1453 και έως το 1830. Επισήμανε ακόμη ότι η διαπίστωση της πλαστότητας σε έργα τέχνης ακολουθεί εντελώς διαφορετική μεθοδολογία από εκείνη που εφαρμόζεται, για παράδειγμα, στα νομίσματα, καθώς απαιτεί ιστορική, τεχνοτροπική και φυσικοχημική ανάλυση.

Στην ίδια εκπομπή, ο Σταύρος Μπαλάσκας ανέφερε ότι οι καταγγελίες στη Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Αττικής πέφτουν πλέον βροχή, ενώ έκανε λόγο για υπόθεση που έχει ξεφύγει πολύ πέρα από τα αρχικά δεδομένα. Όπως είπε, υπάρχουν αναφορές όχι μόνο για πλαστά έργα, αλλά και για κλεμμένα αντικείμενα, ενώ σημείωσε ότι έχουν γίνει καταγγελίες ακόμη και για κατοχή κλεμμένων ειδών.

Σημαντική ήταν και η παρέμβαση της Λόλας Νταϊφά, η οποία μίλησε στο MEGA για τη δική της εμπειρία, περιγράφοντας πώς είδε κοσμήματά της που είχαν κλαπεί να εμφανίζονται προς πώληση στην εκπομπή του γνωστού γκαλερίστα. Όπως ανέφερε, όταν τα αναγνώρισε ειδοποίησε αμέσως την αστυνομία και στη συνέχεια τον επισκέφθηκε προσωπικά, διαμηνύοντάς του ότι τα συγκεκριμένα σκουλαρίκια ήταν δικά της και είχαν κατασκευαστεί ειδικά για εκείνη, βάσει δικού της σχεδίου.

Η ίδια περιέγραψε ότι ο γκαλερίστας αντέτεινε πως τα είχε αποκτήσει από ηλικιωμένο άνδρα εδώ και χρόνια, ωστόσο εκείνη αντέκρουσε τον ισχυρισμό, επισημαίνοντας ότι ο δημιουργός των κοσμημάτων επιβεβαίωσε στις Αρχές την προέλευσή τους. Δήλωσε ακόμη ότι δεν κατάφερε να πάρει πίσω τα κοσμήματά της και ότι έχει ήδη κινηθεί νομικά εναντίον του.

Σε άλλη φάση της περιγραφής της, η Λόλα Νταϊφά ανέφερε ότι περίπου οκτώ μήνες αργότερα είδε και πάλι τα ίδια σκουλαρίκια να βγαίνουν σε πλειστηριασμό, παρότι, όπως είπε, γνώριζε ότι είχαν βρεθεί στην αστυνομία. Τότε αποφάσισε να συμμετάσχει στην πλειοδοσία η ίδια, ανεβάζοντας συνεχώς το ποσό, μέχρι που το τίμημα ξεπέρασε την πραγματική αξία τους. Όπως περιέγραψε, όταν συμφωνήθηκε ότι θα τα παραλάβει την επόμενη ημέρα, ενημερώθηκε τηλεφωνικά λίγο πριν μεταβεί στο κατάστημα ότι αυτό δεν ήταν δυνατό, επειδή τα σκουλαρίκια βρίσκονταν στην αστυνομία.

Στην υπόθεση αναφέρθηκε και ο ιδιωτικός ερευνητής Γιώργος Τσούκαλης, ο οποίος σημείωσε ότι η Λόλα Νταϊφά είχε κλονιστεί βαθιά από την περιπέτεια, καθώς είχε χάσει μια περιουσία και στη συνέχεια έβλεπε τα αντικείμενά της να τίθενται προς πώληση χωρίς να μπορεί να βρει άκρη. Ο ίδιος στάθηκε και στο ζήτημα του Ευαγγελίου, λέγοντας ότι όποιος κατέχει τέτοιο αντικείμενο πρέπει να το έχει δηλώσει στην Εφορεία Αρχαιοτήτων, ώστε να είναι νόμιμος κάτοχος και να μπορεί, σε περίπτωση κλοπής, να το διεκδικήσει.

Παράλληλα, έθεσε και το ερώτημα πώς ένα τέτοιο Ευαγγέλιο, που έχει φιλοτεχνηθεί στη Βενετία από Ηπειρώτες τυπογράφους, βρέθηκε στα χέρια ιδιώτη, τονίζοντας ότι κρίσιμο στοιχείο στην υπόθεση είναι η διαδρομή του αντικειμένου. Όπως είπε, αυτή ακριβώς η διαδρομή είναι που καλείται πλέον να αποδειχθεί.

Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι εκείνη μιας υπόθεσης που δεν περιορίζεται πια σε μεμονωμένες αμφισβητήσεις για τη γνησιότητα κάποιων έργων, αλλά αγγίζει ένα ευρύτερο πλέγμα καταγγελιών, μαρτυριών και πιθανών ποινικών ευθυνών. Με τις έρευνες να βρίσκονται σε πλήρη εξέλιξη, το βάρος πέφτει πλέον στα στοιχεία που θα επιβεβαιώσουν ή θα καταρρίψουν όσα καταγγέλλονται, σε μια υπόθεση που ήδη έχει προκαλέσει ισχυρό σοκ στον χώρο της τέχνης και των συλλεκτικών αντικειμένων.

Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη

Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.

Viber: +306909196125