Γυναικοκτονία στους Αμπελόκηπους: «Θόλωσα» είπε ο 42χρονος που έπνιξε και έκρυψε στο πατάρι τη σύζυγό του
Με τη φράση «εκείνη την ώρα θόλωσα» επιχείρησε να εξηγήσει στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο ο 42χρονος κατηγορούμενος τη δολοφονία της συζύγου του στους Αμπελόκηπους, τον Νοέμβριο του 2024. Στην απολογία του περιέγραψε τη μοιραία ημέρα, μίλησε για την οικογενειακή τους ζωή και δέχθηκε επίμονες ερωτήσεις από την έδρα για το σφυρί, τις σακούλες, τη λινάτσα και το πατάρι όπου έκρυψε τη σορό.
Με τη φράση «εκείνη την ώρα θόλωσα» ο 42χρονος κατηγορούμενος για τη δολοφονία της συζύγου του στους Αμπελόκηπους προσπάθησε να πείσει τους δικαστές του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου ότι δεν είχε προσχεδιάσει το έγκλημα που συγκλόνισε τον Νοέμβριο του 2024.
Ο άνδρας κατηγορείται ότι τραυμάτισε τη σύζυγό του με σφυρί, στη συνέχεια την έπνιξε με καλώδιο και έκρυψε τη σορό της στο πατάρι του σπιτιού όπου ζούσε η οικογένεια.
Κατά τη διάρκεια της απολογίας του, ο 42χρονος επιχείρησε να παρουσιάσει το έγκλημα ως αποτέλεσμα μιας στιγμής έκρηξης, μεταφέροντας στο δικαστήριο την εικόνα μιας σχέσης που, όπως ισχυρίστηκε, ήταν φορτισμένη και διαλυμένη από εντάσεις, απομακρύνσεις και αποκαλύψεις.
Την ίδια ώρα, μέσα από τα όσα είπε, επέρριψε εμμέσως ευθύνες στο θύμα, υποστηρίζοντας ότι η σύζυγός του διατηρούσε εξωσυζυγική σχέση με παιδικό του φίλο, κάτι που, όπως ανέφερε, είχε αποδεχθεί επειδή την αγαπούσε.
«Μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις, η αγάπη μου δεν θα αλλάξει»
Ο κατηγορούμενος υποστήριξε ότι γνώριζε για την εξωσυζυγική σχέση της γυναίκας του και πως είχε προσπαθήσει να το δεχθεί.
«Μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις, η αγάπη μου για εσένα δεν θα αλλάξει. Το είχα αποδεχτεί…» είπε στο δικαστήριο, μεταφέροντας, όπως ισχυρίστηκε, λόγια που της είχε πει στο παρελθόν.
Διαβάστε επίσης: Θεσσαλονίκη: «Νόμιζα ότι θα πεθάνω» – Η 52χρονη περιγράφει την επίθεση με μαχαίρι στο κατάστημά της
Σύμφωνα με την απολογία του, αυτό που τον έβγαλε εκτός εαυτού ήταν η στιγμή που η σύζυγός του φέρεται να του ανακοίνωσε ότι θα έφευγε από το σπίτι μαζί με τα παιδιά και ότι ο μικρός τους γιος δεν ήταν δικό του παιδί.
«Μου είπε ότι θα έφευγε και θα έπαιρνε τα παιδιά μαζί. Μου είπε ότι ο μικρός δεν ήταν δικό μου παιδί. Εκείνη την ώρα θόλωσα. Όλη μου η ζωή ήταν τα παιδιά μου», ισχυρίστηκε.
Ο 42χρονος περιέγραψε σειρά περιστατικών, επιχειρώντας να δείξει ότι οι σχέσεις του ζευγαριού ήταν τεταμένες. «Αναζητούσε μια καλύτερη ζωή. Εγώ δεν μπορούσα να της τη δώσω. Προσπαθούσα όμως… να μην της λείψει τίποτα. Την αγαπούσα», είπε.
«Την αγαπούσα πάρα πολύ»
Ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι για περίπου μία δεκαετία η σύζυγός του εξαφανιζόταν, άλλοτε για μικρά και άλλοτε για μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα, με αποτέλεσμα, όπως ισχυρίστηκε, να μεγαλώνει ο ίδιος τα παιδιά.
«Την αγαπούσα πάρα πολύ. Δεν ήθελα να τα πιστέψω όλα αυτά. Την αγαπούσα…» επανέλαβε ενώπιον των δικαστών.
Όταν ρωτήθηκε αν είχε αναζητήσει κάποια συμβουλή ή βοήθεια, απάντησε ότι δεν το έκανε επειδή ντρεπόταν.
«Προσπαθούσα να έχω μια ευτυχισμένη οικογένεια και δεν υπήρχε», ανέφερε, εξηγώντας ότι δεν είχε επιδιώξει τον χωρισμό λόγω των παιδιών.
«Δεν ήθελα ποτέ τα παιδιά μου να βιώσουν τον χωρισμό. Της είχα πει: “Μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις, η αγάπη μου για εσένα δεν θα αλλάξει”. Το είχα αποδεχτεί…» είπε ξανά, προτού περιγράψει τη μοιραία ημέρα.
Η δική του εκδοχή για τη δολοφονία
Στην απολογία του, ο 42χρονος επέμεινε ότι όλα έγιναν μέσα σε μια στιγμή, όταν, όπως ισχυρίστηκε, η σύζυγός του του είπε ότι θα φύγει από το σπίτι με τα παιδιά.
«Μου είπε ότι θα έφευγε και θα έπαιρνε τα παιδιά μαζί. Μου είπε ότι ο μικρός δεν ήταν δικό μου παιδί. Εκείνη την ώρα θόλωσα. Όλη μου η ζωή ήταν τα παιδιά μου», ανέφερε.
Στη συνέχεια υποστήριξε ότι προσπάθησε να της κάνει ΚΑΡΠΑ και, όταν κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να την επαναφέρει, τύλιξε τη σορό της.
«Πήρα το πάπλωμα και μια λινάτσα και την τύλιξα…» είπε.
Η έδρα στάθηκε στα αντικείμενα που υπήρχαν στο σπίτι και στη συνέχεια των ενεργειών του μετά τη δολοφονία.
Πρόεδρος: Ακούω για σφυρί, λινάτσα… πώς τα είχατε αυτά στο διαμέρισμα;
Κατηγορούμενος: Εγώ είμαι της οικοδομής και τα έχω. Τη λινάτσα την είχα για να τη βάλω στο μπαλκόνι.
Πρόεδρος: Δεν σκεφτήκατε να καλέσετε ασθενοφόρο, μήπως και ήταν ζωντανή;
Ο 42χρονος δεν περιέγραψε μια άμεση προσπάθεια ειδοποίησης των αρχών ή του ΕΚΑΒ. Αντίθετα, είπε ότι έβαλε τη γυναίκα στην ντουλάπα και την επόμενη ημέρα συνέχισε κανονικά κάποιες κινήσεις της καθημερινότητας.
Κατηγορούμενος: Την έβαλα στην ντουλάπα. Σηκώθηκα το πρωί, πήρα τα παιδιά στο σχολείο. Δεν ήμουν καλά… προσπαθούσα να βρω το κουράγιο να εξηγήσω στα παιδιά, τι θα κάνω… πήγα στη δουλειά και με ρωτούσαν τι έχω. Τους είπα ότι δήθεν έφυγε…
«Σκέφτηκα να τη βάλω στο πατάρι»
Ο κατηγορούμενος συνέχισε την περιγραφή του, λέγοντας ότι το Σάββατο το πρωί έστειλε τα παιδιά στον αδελφό του για να διαβάσουν. Τότε, όπως είπε, σκέφτηκε να μεταφέρει τη σορό στο πατάρι.
Κατηγορούμενος: Το Σάββατο το πρωί έστειλα τα παιδιά στον αδελφό μου για να διαβάσουν. Σκέφτηκα να τη βάλω στο πατάρι. Σκεφτόμουν πώς να το πω σε όλους, στα παιδιά… αυτό σκεφτόμουν…
Η έδρα επέμεινε στο γιατί, εφόσον ισχυρίζεται ότι ήθελε χρόνο για να μιλήσει, προχώρησε σε μια τόσο σύνθετη διαδικασία απόκρυψης.
Πρόεδρος: Γιατί να μπείτε στη διαδικασία να την ανεβάσετε στο πατάρι, αν ήταν να το πείτε; Την πήρατε, την τυλίξατε, την κουβαλήσατε, την βάλατε στο πατάρι…
Κατηγορούμενος: Δεν ήμουν φυσιολογικός. Την έβαλα πάνω στο πατάρι… Πήρα δύο σακούλες μαύρες σκουπιδιών, την τύλιξα και με ένα περιτύλιγμα και με πολύ δυσκολία την έβαλα πάνω. Έμεινα στο σπίτι. Το απόγευμα στις 5.00 ήρθαν τα αδέλφια μου με τις γυναίκες τους.
Η πρόεδρος επανήλθε στο θέμα της συσκευασίας της σορού, επισημαίνοντας τον αριθμό των στρώσεων με τις οποίες είχε τυλιχθεί.
Πρόεδρος: Αφού λέτε ότι θέλατε χρόνο για το πείτε, γιατί ήταν τόσο καλά τυλιγμένο; Οκτώ στρώσεις σακούλες στο σώμα συν δύο στρώσεις στο κεφάλι είχατε βάλει.
Κατηγορούμενος: Δεν θυμάμαι…
«Αν ήθελα να εξαφανιστώ μπορούσα»
Ο 42χρονος υποστήριξε ακόμη ότι δεν είχε σκοπό να εξαφανιστεί ή να αποκρύψει οριστικά το έγκλημα, λέγοντας ότι ο ίδιος τελικά κάλεσε την Αστυνομία και αποκάλυψε πού βρισκόταν η σορός της γυναίκας του.
«Αν ήθελα να εξαφανιστώ μπορούσα. Αλλά δεν σκέφτηκα ποτέ να το κρύψω… όμως πού να το αφήσω το πτώμα; Στη ντουλάπα για να το ανοίξουν τα παιδιά και να τρομάξουν; Ένα μικρό διαμέρισμα ήταν…» είπε.
Ο κατηγορούμενος επέμεινε ότι δεν λειτουργούσε με λογική μετά τη δολοφονία, ωστόσο οι ερωτήσεις της έδρας επικεντρώθηκαν ακριβώς στις πράξεις που ακολούθησαν: το τύλιγμα της σορού, τη μεταφορά της στο πατάρι, τις μαύρες σακούλες, τη λινάτσα και το γεγονός ότι την επομένη πήγε τα παιδιά στο σχολείο και στη συνέχεια στη δουλειά.
Η απολογία του 42χρονου συνεχίστηκε μέσα σε βαρύ κλίμα, με τον ίδιο να επαναλαμβάνει ότι «θόλωσε» και ότι η ζωή του ήταν τα παιδιά του, ενώ το δικαστήριο επιχειρεί να φωτίσει αν η δολοφονία ήταν αποτέλεσμα στιγμιαίας έκρηξης, όπως υποστηρίζει ο ίδιος, ή αν οι πράξεις του πριν και μετά το έγκλημα δείχνουν διαφορετική εικόνα.
Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη
Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.
Ακολουθήστε μας για όλες τις ειδήσεις στο Bing News και το Google News
