Τα θανάσιμα αμαρτήματα θα έπρεπε να είναι οκτώ, με όγδοο, αν όχι και πρώτο, την αισιοδοξία. Η ελπίδα κατέστρεψε πολλές φορές τον άνθρωπο, διδάσκει ο ποιητής. Διδάσκει, που λέει ο λόγος, διότι τίποτα δεν διδασκόμαστε. Κάτι ανάλογο προκαλεί και η πεποίθηση ότι μπορεί να μείνουμε ατιμώρητοι στην κουτσουκέλα μας.
Οι διαπιστώσεις αυτές, όπως βέβαια και η στατιστική, θεμελίωσαν μια αρχή του ποινικού δικαίου, σύμφωνα με την οποία η αυστηροποίηση των ποινών δεν αποτρέπει το έγκλημα. Συνεπώς, η θανατική ποινή ως μέσο χαλιναγώγησης των εσχάτων παραπτωμάτων, θα ήταν ατελέσφορη, λέει η νομική επιστήμη. Μωρ’ δεν πα να λέει η επιστήμη: Κάθε φορά που προκύπτει ένα ειδεχθές έγκλημα- κάτι που συμβαίνει με μια ενισχυμένη συχνότητα- το διαδίκτυο κατακλύζεται από πύρινη βροχή απόψεων που έχουν ως συνισταμένη την προτροπή να ριφθεί ο δράστης στην πυρά ή να στηθεί στο απόσπασμα ή και τα δύο. Σου λέει κι ο άλλος, εντάξει, δεν αποτρέπει η προοπτική της θανάτωσης το φονικό, αλλά όλο και κάτι κάνει ο φόβος της αστυνομίας στους πιο νουνεχείς μισανθρώπους (το ξέρουμε από τον εαυτό μας). Κυρίως όμως η κοινωνία αντιλαμβάνεται τη θανατική ποινή σαν δίκαιη αποκατάσταση της διασαλευμένης κοινωνικής ισορροπίας, σαν εύλογη ρεβάνς του θεϊκού νόμου με πανάρχαιους απόηχους. Ολες αυτές οι λέξεις συμπυκνώνονται ίσως κατάλληλα στο περίφημο «άχτι». Αχτουνγκ, θα το έλεγαν οι Γερμανοί, αν δεν ονόμαζαν έτσι την προσοχή. Όλα ελληνικά πια;
Στην κοινωνία επικρατεί η αίσθηση ότι επικρατεί μια γενικότερη ατιμωρησία, ως συνέπεια της παράλυσης της έννομης τάξης, που με τη σειρά της είναι παρεπόμενο της συστημικής σήψης και της επικέντρωσης των ταγών σε κατευθύνσεις ξένες προς τις κοινωνικές προτεραιότητες.
Η πεποίθηση ότι μας χρειάζεται «ένας λοχίας» επέτρεψε στη χούντα να συναντήσει μια υπόκωφη λαϊκή συγκατάβαση που ίσως και να μην την περίμενε, όπως τουλάχιστον εκ των υστέρων έλεγε ο σαρκαστικός Παττακός (ποιος είναι αυτός; θα ρωτάνε όλο και περισσότεροι οσονούπω, αν δεν το ρωτάνε ήδη).
Τώρα κάποιοι αναγνώστες θα ενοχλούνται: Ταυτίζουμε άραγε όσους ενοχλούνται από την αδράνεια και την τρυφηλότητα της έννομης τάξης με νοσταλγούς και οπαδούς αυταρχικών εξουσιών; Όχι ακριβώς, αλλά ναι, όλοι μας ρέπουμε προς τις απλουστευτικές λύσεις και τις κλασικές γενικεύσεις ή τις ισοπεδωτικές συνεκδοχές, στις οποίες άλλωστε επένδυσε ο χρυσαυγητισμός ο οποίος δεν απαντάται βέβαια μόνο στη Χρυσή Αυγή. Ολούθε όπου κινηθείς, ξέρεις ότι προϊούσης μιας κουβέντας ο συνομιλητής θα σου πει «τώρα, εδώ που τα λέμε, κι αυτοί οι Εβραίοι το έχουν παρααπαυτώσει». Ασε οι Ρομά.
Οποιος διεκδικεί τον ρόλο του κήρυκα της καταλλαγής και της νηφαλιότητας, υπονομεύεται βάναυσα από ένα διάχυτο φαινόμενο που υποδαυλίζει την κοινωνική ευερεθιστότητα. Δεν είναι ιδέα μας: Υπάρχει μια σαφής έλλειψη αστυνόμευσης η οποία θεμελιώνει την πεποίθηση ότι «δεν υπάρχει κράτος». «Ηθελα να ήξερα» σχολιάζει συνομιλητής μας- ένας παροιμιωδώς ήπιος συμπολίτης- «όταν περνάει η μοτοσικλέτα με κομμένη την εξάτμιση από την Ηρώων Πολυτεχνείου, μόνο εμένα ενοχλεί αυτός ο σαματάς;». Κάποια ανάλογη απορία έχουν και οι άλλοι συμπολίτες όταν βλέπουν έναν πιτσιρικά δικυκλιστή χωρίς κράνος στο κεντρικό αστικό και εθνικό δίκτυο: Γιατί πιστεύει ότι θα σκαπουλάρει την κλήση; Διότι θα την σκαπουλάρει σίγουρα, όπως βέβαια και όσοι καταλαμβάνουν με προκλητική αμεριμνησία με τα οχήματά τους, τα πεζοδρομημένα κομμάτια της πόλης, ακόμα και τα κεντρικότερα, δημιουργώντας ένα νέο έθιμο, όπως έγινε με τη διανοιγμένη Αγίου Γεωργίου και πλέον με τη διανοιγμένη Κανακάρη.
Η αστυνομία ασκεί πολιτική. Δεν κοντράρει την κοινωνία, και δεν αυτενεργεί, παρ’ εκτός αν το απαιτήσει η κεντρική εξουσία όπως έγινε με το αλκοτέστ. Δεν ξεχνάμε ότι οι καριερίστες αστυνομικοί, εφοριακοί και πολεοδομικά στελέχη εκλέγονται πρώτοι στις αυτοδιοικητικές εκλογές για λόγους που το ίδιο το κεντρικό σύστημα κατάπιε ασάλιωτους, αφού τις έχει ανάγκη τις υποψηφιότητες αυτές.
Ξεφύγαμε. Για τη θανατική ποινή μιλούσαμε. Αλλά κατά κάποιον τρόπο το ένα θέμα σε οδηγεί στο άλλο. Ο κόσμος έξω έχει ανάψει. Όχι, δεν θα μας σώσει η αστυνομοκρατία. Αλλά όσοι πιστεύουν ότι θα μας σώσει, δεν πρέπει να βρίσκουν επιχειρήματα με τόση ευκολία. Με την ευκαιρία, ένας πατρινός μας ρώτησε: Η τροχαία, τι ακριβώς καθήκοντα επιτελεί; Δεν ξέραμε τι να του απαντήσουμε.
*Ο Κωνσταντίνος Μάγνης ήταν διευθυντής σύνταξης της εφημερίδας «Πελοπόννησος» μέχρι τη συνταξιοδότησή του και δηλώνει βετεράνος δημοσιογράφος
Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη
Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.
Ακολουθήστε μας για όλες τις ειδήσεις στο Bing News και το Google News