Η κερκίδα που μεγαλώνει στρατιώτες
*Ο Νίκος Μαρούδας είναι οικονομικός αναλυτής.
Κάθε Κυριακή η Ελλάδα χωρίζεται στα δύο. Οχι για ιδεολογίες, ούτε για μεγάλα κοινωνικά ζητήματα. Για μια φανέλα. Για ένα κασκόλ. Για ένα σύνθημα. Και, δυστυχώς, πολλές φορές για το δικαίωμα να μισείς τον απέναντι.
Το πιο παράξενο είναι ότι κανείς δεν φαίνεται να εκπλήσσεται. Η βία στα γήπεδα έχει γίνει σχεδόν μέρος της ποδοσφαιρικής παράδοσης. Σαν να θεωρούμε φυσιολογικό ότι ο αθλητισμός χρειάζεται λίγη βρισιά, λίγες απειλές, μερικά σπασμένα καθίσματα και, πού και πού, έναν νεκρό για να θυμηθούμε ότι «κάτι πρέπει να γίνει».
Οι παλιοί οργανωμένοι μεγάλωσαν. Εγιναν σύζυγοι, έγιναν πατέρες και σήμερα κρατούν από το χέρι το πεντάχρονο παιδί τους για να το μυήσουν, υποτίθεται, στην αγάπη για την ομάδα. Μόνο που η πρώτη του ποδοσφαιρική εμπειρία δεν είναι η χαρά του παιχνιδιού. Είναι τα χυδαία συνθήματα, οι κατάρες, οι απειλές, οι ύβρεις και η πεποίθηση ότι ο αντίπαλος δεν είναι άνθρωπος αλλά εχθρός.
Και μετά απορούμε γιατί ένα παιδί μεγαλώνει πιστεύοντας ότι η φανέλα αξίζει περισσότερο από την ανθρώπινη ζωή.
Ο φανατισμός δεν είναι κληρονομικός. Διδάσκεται. Μαθαίνεται. Επαναλαμβάνεται. Και η κερκίδα είναι το καλύτερο σχολείο όταν οι δάσκαλοι είναι χιλιάδες.
Βέβαια, οι διοικήσεις των ομάδων θα δηλώσουν ξανά ότι καταδικάζουν τη βία. Είναι η καθιερωμένη ανακοίνωση μετά από κάθε επεισόδιο. Πέντε γραμμές γεμάτες ευαισθησία, μέχρι να έρθει ο επόμενος αγώνας, όπου οι ίδιοι «θερμοί» οπαδοί θα θεωρούνται ξανά η ψυχή της εξέδρας. Τελικά, ο καλός οπαδός είναι αυτός που αγοράζει εισιτήριο, φωνάζει ασταμάτητα και, αν χρειαστεί, λειτουργεί και ως άτυπος στρατός της ομάδας.
Και η Πολιτεία; Η Πολιτεία εμφανίζεται πάντα μετά. Με αυστηρές δηλώσεις, έκτακτες συσκέψεις, νέες επιτροπές και νομοσχέδια που παρουσιάζονται ως ιστορικές τομές. Κάθε κυβέρνηση ανακοινώνει ότι «τώρα τελειώνει η βία». Μέχρι να συμβεί το επόμενο περιστατικό και να ξεκινήσει ξανά η ίδια παράσταση.
Η ειρωνεία είναι πως σε χώρες όπου οι νόμοι εφαρμόζονται πραγματικά, οι οικογένειες πηγαίνουν στο γήπεδο χωρίς να σκέφτονται αν θα επιστρέψουν ασφαλείς. Στην Ελλάδα, αντίθετα, πανηγυρίζουμε όταν ένας αγώνας ολοκληρώνεται χωρίς επεισόδια, λες και αυτό αποτελεί εθνικό επίτευγμα.
Δεν λείπουν οι νόμοι. Λείπει η συνέπεια. Λείπει η βούληση να συγκρουστεί κανείς με τα οργανωμένα συμφέροντα που εδώ και δεκαετίες χρησιμοποιούνται άλλοτε ως πελατεία, άλλοτε ως μηχανισμός πίεσης και άλλοτε ως πολύτιμο «σκηνικό» για την τηλεοπτική εικόνα του ελληνικού ποδοσφαίρου.
Το ποδόσφαιρο θα έπρεπε να είναι γιορτή. Αντί γι’ αυτό, πολλές φορές θυμίζει στρατόπεδο. Οι ομάδες μιλούν για οικογένεια, αλλά εκπαιδεύουν οπαδούς να μισούν. Η Πολιτεία μιλά για μηδενική ανοχή, αλλά δείχνει τεράστια ανοχή όταν τα φώτα σβήνουν και οι κάμερες φεύγουν.
Το πιο θλιβερό όμως είναι άλλο. Τα παιδιά που σήμερα κάθονται δίπλα στους γονείς τους στις εξέδρες, αύριο θα πάρουν τη θέση τους. Θα φωνάζουν τα ίδια συνθήματα, θα κουβαλούν το ίδιο μίσος και ίσως θα μεγαλώσουν και τα δικά τους παιδιά με τον ίδιο τρόπο.
Και τότε θα αναρωτηθούμε ξανά γιατί η οπαδική βία δεν τελειώνει ποτέ.
Η απάντηση είναι απλή, όσο και ενοχλητική: γιατί δεν τη θεωρήσαμε ποτέ πραγματικά πρόβλημα. Τη βαφτίσαμε «πάθος», την ανεχθήκαμε ως «παράδοση» και τη χρησιμοποιήσαμε όταν συνέφερε. Μέχρι που το τίμημα πληρώθηκε με ανθρώπινες ζωές.
Ισως ήρθε η ώρα να καταλάβουμε ότι ο μεγαλύτερος αντίπαλος του ελληνικού ποδοσφαίρου δεν φοράει τη φανέλα της άλλης ομάδας. Κοιτάζει κάθε Κυριακή τον καθρέφτη του.
«Στα ελληνικά γήπεδα δεν παράγονται μόνο ποδοσφαιριστές. Παράγονται και φανατικοί. Και γι’ αυτό δεν φταίνε τα παιδιά. Φταίνε όσοι τους έμαθαν ότι το μίσος είναι ο δωδέκατος παίκτης».
*Ο Νίκος Μαρούδας είναι οικονομικός αναλυτής.
Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη
Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.
Ακολουθήστε μας για όλες τις ειδήσεις στο Bing News και το Google News
