Ίων: Αλήθεια και ψευδαίσθηση
Στον ιερό χώρο των Δελφών, εκεί όπου οι άνθρωποι προσέρχονται για να ακούσουν από τον θεό το μέλλον τους, ο Ευριπίδης στήνει μια παράδοξη ιστορία στην οποία το παρελθόν είναι εκείνο που ζητά επίμονα να αποκαλυφθεί
Με τον «Ίωνα» του Ευριπίδη, η Επίδαυρος έκλεισε φέτος τον κύκλο των παραστάσεών της στις 28 και 29 Αυγούστου. Ο Θωμάς Μοσχόπουλος ανέλαβε τη μετάφραση, τη σκηνοθεσία και τη δραματουργική επεξεργασία του έργου, επιχειρώντας να συναντήσει έναν Ευριπίδη λιγότερο οικείο, έναν ποιητή που αφήνει το τραγικό να διαβρωθεί από το παράδοξο, το χιούμορ και την αμφιβολία.
Η παραγωγή του Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου, με την οποία ο οργανισμός επέστρεψε στο αργολικό θέατρο, επέλεξε ένα από τα σπανιότερα παρουσιαζόμενα έργα του αρχαίου δράματος και το έφερε ενώπιον ενός κοινού που γνωρίζει καλά τις μεγάλες τραγωδίες, αλλά ίσως λιγότερο αυτή την ιδιόμορφη, σχεδόν αινιγματική πλευρά του Ευριπίδη.
Στον «Ίωνα» τίποτε δεν μένει απολύτως στη θέση του. Η τραγωδία συνομιλεί με την κωμωδία, το θαύμα με την αμφισβήτηση, ο μύθος με την ανθρώπινη ανάγκη να βρει μια λογική μέσα στο χάος, και πάνω απ’ όλα βρίσκεται ένας άνθρωπος που ψάχνει να μάθει ποιος είναι. Η αναζήτηση της καταγωγής του γίνεται αναζήτηση ταυτότητας, μνήμης και ανήκειν, ένα ερώτημα αρχαίο όσο και ο ίδιος ο μύθος, αλλά επίμονα σύγχρονο.
Στον κόσμο του Ευριπίδη, ακόμη και οι θεοί δεν προσφέρουν βεβαιότητες, αφήνουν πίσω τους ερωτήματα, πληγές και ζωές που πρέπει μόνες τους να συναρμολογήσουν την αλήθεια τους.
Ο «Ίων» του Ευριπίδη είναι ένα έργο που αρχίζει σαν αναζήτηση χρησμού και καταλήγει σαν αναζήτηση ταυτότητας.
Στον ιερό χώρο των Δελφών, εκεί όπου οι άνθρωποι προσέρχονται για να ακούσουν από τον θεό το μέλλον τους, ο Ευριπίδης στήνει μια παράδοξη ιστορία στην οποία το παρελθόν είναι εκείνο που ζητά επίμονα να αποκαλυφθεί.
Η Κρέουσα και ο Ξούθος, το βασιλικό ζευγάρι της Αθήνας, φτάνουν στο μαντείο του Απόλλωνα ύστερα από χρόνια άτεκνου γάμου. Αναζητούν μια απάντηση για το παιδί που δεν ήρθε ποτέ. Δεν γνωρίζουν ότι ο θεός έχει ήδη αφήσει πίσω του ένα παιδί, ένα παιδί που υπάρχει και περιμένει.
Ο Ίων, νεαρός υπηρέτης του ναού, έχει μεγαλώσει στους Δελφούς χωρίς να γνωρίζει την καταγωγή του. Είναι ένα πλάσμα σχεδόν βγαλμένο από τη σιωπή, υπηρετεί τον θεό που τον γέννησε, χωρίς να γνωρίζει ότι ο Απόλλωνας είναι ο πραγματικός του πατέρας. Η άγνοιά του αποτελεί τον πυρήνα της τραγικής ειρωνείας του έργου. Οι Δελφοί, τόπος της θεϊκής γνώσης, φιλοξενούν έναν άνθρωπο που αγνοεί το σημαντικότερο μυστικό της ζωής του.
Το μυστικό αυτό συνδέεται με την Κρέουσα. Νεαρή ακόμη, είχε υποστεί τη σεξουαλική βία του Απόλλωνα και από αυτή την ένωση είχε γεννηθεί ένα παιδί. Φοβισμένη, μόνη και αβοήθητη, το είχε εγκαταλείψει σε μια σπηλιά, αφήνοντας τη μοίρα να αποφασίσει για εκείνο. Το παιδί όμως σώθηκε και μεγάλωσε στους Δελφούς. Έτσι, όταν η Κρέουσα συναντά τον Ίωνα, βρίσκεται απέναντι σε έναν άγνωστο νέο που είναι, χωρίς να το ξέρει, η ίδια της η απώλεια.
Η σύγκρουση γίνεται οξύτερη όταν ο Ξούθος, ακολουθώντας τον χρησμό, αναγνωρίζει στον Ίωνα τον γιο του. Ο Ίων αποκτά ξαφνικά πατέρα, όνομα και προοπτική, ενώ η Κρέουσα αισθάνεται πως χάνει οριστικά το παιδί που κάποτε της άρπαξαν οι θεοί και οι περιστάσεις. Από αυτή την παρεξήγηση γεννιέται η πιο σκοτεινή πλευρά του έργου, η μητέρα, κυριευμένη από απόγνωση και οργή, επιχειρεί να εξοντώσει τον νέο που δεν γνωρίζει ότι είναι δικός της γιος. Ο Ίων, αντίστοιχα, περνά από την άγνοια στην απειλή και από την εμπιστοσύνη στην καχυποψία.
Εδώ ο Ευριπίδης μετακινεί την τραγωδία από το πεδίο των μεγάλων ηρώων στο πεδίο των ανθρώπων που συνθλίβονται από αποφάσεις άλλων. Η Κρέουσα δεν είναι μια ηρωίδα που η μοίρα απλώς δοκιμάζει, είναι μια γυναίκα που κουβαλά ένα τραύμα το οποίο οι θεοί δεν θεραπεύουν και η κοινωνία δεν αναγνωρίζει. Ο Ίων δεν είναι εξαρχής ήρωας, είναι ένας νέος χωρίς παρελθόν, ένας άνθρωπος που πρέπει πρώτα να αποκτήσει το δικαίωμα να γνωρίζει ποιος είναι.
Η αναγνώριση μητέρας και γιου αποτελεί, έτσι, κάτι περισσότερο από τη λύση ενός μυστηρίου. Είναι η αποκατάσταση ενός διαλυμένου δεσμού και, ταυτόχρονα, η επανασύνδεση του ανθρώπου με την ιστορία του. Η Αθηνά, εμφανιζόμενη στο τέλος, δίνει στο προσωπικό δράμα μια δημόσια και ιστορική διάσταση, ο Ίων προορίζεται να γίνει ο μυθικός γενάρχης των Ιώνων.
Όμως, η τελική λύση δεν σβήνει όσα προηγήθηκαν. Ο Ευριπίδης αφήνει πίσω του ένα παράξενο μείγμα ανακούφισης και ανησυχίας. Ο «Ίων» μπορεί να οδηγείται σε αίσιο τέλος, όμως ο δρόμος προς αυτό περνά μέσα από την εγκατάλειψη, τη βία, την εξαπάτηση και την αμφισβήτηση της ηθικής των θεών. Ο «Ίων» μοιάζει να βρίσκεται σε ένα μεταίχμιο, εκεί όπου η τραγωδία αρχίζει να απομακρύνεται από το αναπόδραστο σκοτάδι και να ανοίγει, απροσδόκητα, προς την κωμωδία, την αναγνώριση και τη συμφιλίωση.
Ο Μοσχόπουλος σαγηνεύτηκε από το δημιούργημα αυτό, καθώς, όπως διευκρίνισε, «κρύβει εκπλήξεις και παγίδες, επί τούτου τοποθετημένες από τον Ευριπίδη. Είναι ένα έργο αμφίθυμο και αμφίσημο, κάτι που συνιστά μεγάλη πρόκληση για το σκηνοθέτη και τους ηθοποιούς». Παράλληλα, ο γνωστός δημιουργός παρατήρησε ότι «έχει και χιούμορ και συγκίνηση, αλλά και ένα μυστικιστικό στοιχείο υπό μόνιμη αίρεση. Σαν να ‘αυτοαναιρείται’ ο Ευριπίδης, να ‘αυτοτρολάρεται’».
Κλείνοντας τη σκέψη του, έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στη θεολογική διάσταση της πλοκής, σημειώνοντας πως «το γεγονός ότι βγάζει δύο από μηχανής θεούς -όταν δεν μπορεί να δώσει λύση ο Απόλλωνας, εμφανίζει την Πυθία- είναι σαν να αναρωτιέται: ‘υπάρχουν θεοί, ή μήπως τους εφευρίσκουμε εμείς, επειδή τους χρειαζόμαστε;».
Ο «Ίων» του Ευριπίδη είναι ένα έργο δύσκολο να τιθασευτεί σκηνικά. Κινείται διαρκώς σε μια εύθραυστη περιοχή ανάμεσα στην τραγωδία, την κωμωδία, το παράδοξο και το σχεδόν μεταθεατρικό παιχνίδι, ενώ πίσω από την πλοκή του υποβόσκει ένα διαρκές ερώτημα για την αλήθεια, την ταυτότητα, την πίστη και την ανθρώπινη ανάγκη να κατασκευάζουμε βεβαιότητες.
Η παράσταση του Θωμά Μοσχόπουλου, σε παραγωγή του Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου, επιχειρεί να αναμετρηθεί ακριβώς με αυτή την αμφισημία, χωρίς να την εξομαλύνει. Και μόνο γι’ αυτό, το εγχείρημα αξίζει να αντιμετωπιστεί με κατανόηση και γενναιοδωρία.
Ο Μοσχόπουλος προσεγγίζει τον «Ίωνα» ως ένα σκηνικό παιχνίδι, όπου τίποτα δεν είναι απολύτως αυτό που φαίνεται. Το σκηνικό του Βασίλη Παπατσαρούχα, παραπέμποντας ταυτόχρονα στους Δελφούς ως «ομφαλό της γης» και στις έννοιες της διάθλασης και του αντικατοπτρισμού, υπηρετεί έξυπνα αυτή την ιδέα. Το φως, το σκοτάδι, οι πολλαπλές όψεις της πραγματικότητας γίνονται οργανικά στοιχεία της σκηνικής αφήγησης. Η κωμικότητα, η ελαφρότητα και η περιπαιχτική ειρωνεία λειτουργούν ως τρόποι να αποκαλυφθεί η ευκολία με την οποία ο άνθρωπος προσκολλάται σε μια πεποίθηση, σε μια επιθυμία ή σε μια βολική εκδοχή της αλήθειας.
Ενδιαφέρον είναι το εύρημα του διπλού Ερμή, με τον Αντρέα Κουτσόφτα και τον Βασίλη Χαραλάμπου να προσδίδουν από την αρχή μια θεατρικότητα που προετοιμάζει τον θεατή για το παιχνίδι των ταυτοτήτων και των αντικατοπτρισμών. Οι ερμηνείες κινούνται γενικά με συνέπεια πάνω στη λεπτή γραμμή ανάμεσα στο δραματικό και το κωμικό. Ξεχωρίζει, ασφαλώς, η Στέλλα Φυρογένη ως Κρέουσα, στιβαρή, παθιασμένη και ουσιαστική, κατορθώνει να προσδώσει στο πρόσωπο μια δραματική πυκνότητα που λειτουργεί ως αντίβαρο στην παιχνιδιάρικη σκηνοθετική γραμμή.
Ο Γιάννης Τσουμαράκης ως Ίωνας, ο Νεοκλής Νεοκλέους στον ρόλο του Ξούθου, ο Γιάννης Βαρβαρέσος ως Πυθία και η Μαργαρίτα Ζαχαρίου ως Αθηνά υπηρέτησαν με συνέπεια αυτή τη λεπτή γραμμή που διαχωρίζει το σοβαρό από το γελοίο.
Εξίσου σημαντικό ατού είναι η μουσική διάσταση της παράστασης. Η εμπνευσμένη μουσική της Αναστασίας Δημητριάδου (Nama Dama) δεν λειτουργεί απλώς ως συνοδευτικό υλικό, αλλά συμβάλλει στη δημιουργία ατμόσφαιρας και ρυθμού, προσδίδοντας στην παράσταση μια ιδιαίτερη σκηνική ταυτότητα, όπως μου ψιθύριζε κατά τη διάρκεια της παράστασης ο γιος μου, ο Αλέξανδρος, ο οποίος το έχει με τους ήχους, τις αρμονίες και τις μελωδίες.
Στην παράσταση υπάρχει αισθητήριο, φροντίδα και εμφανής διάθεση να συνομιλήσει ο αρχαίος λόγος με μια σύγχρονη θεατρική γλώσσα. Ωστόσο, ακριβώς αυτή η σύγχρονη γλώσσα είναι και το σημείο όπου η παράσταση παρουσιάζει τις αδυναμίες της.
Ορισμένα σκηνοθετικά ευρήματα μοιάζουν περισσότερο να δηλώνουν την ιδέα τους παρά να την υπηρετούν οργανικά. Τα μαύρα γυαλιά, για παράδειγμα, συνομιλούν με την έννοια της όρασης, των διαφορετικών εκδοχών της αλήθειας και το εκτυφλωτικό φως του Απόλλωνα, αλλά ταυτόχρονα γειώνουν υπερβολικά το σκηνικό σύμπαν σε ένα αναγνωρίσιμο, σημερινό περιβάλλον.
Η συμβολική τους λειτουργία δεν είναι πάντοτε αρκετά ισχυρή ώστε να δικαιολογήσει την παρουσία τους.
Υπάρχουν επίσης στιγμές όπου η επιμονή στην κωμικότητα και στο σκηνικό παιχνίδι αποδυναμώνει αντί να αναδεικνύει τη δραματική ένταση. Ο «Ίων» απαιτεί μια εξαιρετικά λεπτή ισορροπία, όταν αυτή διαταράσσεται, το έργο κινδυνεύει να μοιάσει είτε υπερβολικά ανάλαφρο είτε υπερβολικά κατασκευασμένο. Σε ορισμένα σημεία η σκηνοθετική πρόθεση γίνεται περισσότερο ορατή από το ίδιο το δράμα.
Παρά τις αστοχίες της, όμως, πρόκειται για μια παράσταση που επιχειρεί πραγματικά να συνομιλήσει με τον Ευριπίδη και όχι απλώς να τον «επικαιροποιήσει». Η αξία της βρίσκεται κυρίως στην ειλικρινή προσπάθεια να αναδειχθούν οι αντιφάσεις ενός έργου που από τη φύση του αντιστέκεται στις εύκολες κατηγοριοποιήσεις. Ο Μοσχόπουλος δεν λύνει όλες τις δυσκολίες του «Ίωνα» και ίσως σε ορισμένα σημεία δημιουργεί και καινούργιες. Καταφέρνει όμως να μας θυμίσει κάτι ουσιαστικό, ότι στον Ευριπίδη η αλήθεια δεν είναι ποτέ ένα σταθερό σημείο, αλλά μια εύθραυστη κατασκευή, που μπορεί ανά πάσα στιγμή να διαθλαστεί, να ανατραπεί και να πάρει μια άλλη, απρόσμενη μορφή.
Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη
Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.
Ακολουθήστε μας για όλες τις ειδήσεις στο Bing News και το Google News
Από το Δίκτυο
Αετός Ρίου: Πλήθος κόσμου και ευχές στον Αγιασμό ΦΩΤΟ
Το Playstation έφτιαξε δικό του NETFLIX με πάνω από 100 κανάλια δωρεάν
Κλάδεμα και λίπανση το φθινόπωρο: Τι απαγορεύεται να ρίξεις στα φυτά
Περιπέτεια και αγωνία στο Κατάκολο, σκάφος βρέθηκε σε αβαθή
Αυτή την τεχνολογία στα αυτοκίνητα μισούν οι οδηγοί, να τι πραγματικά θέλουν
