Κίμπερλι Γκιλφόιλ: Από την ακύρωση του MAGA Freedom Fest στην αποχώρηση από την Αθήνα
Ο Έρικ Ντίτερς, τα μηνύματα για τα 100.000 δολάρια και οι αποκαλύψεις της Wall Street Journal που προηγήθηκαν της απόφασης του Λευκού Οίκου – Τι υποστηρίζουν οι δύο πλευρές
Η ακύρωση του MAGA Freedom Fest τον Σεπτέμβριο του 2026 αποτέλεσε ένα από τα επεισόδια που προηγήθηκαν της δημόσιας αντιπαράθεσης ανάμεσα στον Έρικ Ντίτερς και την Κίμπερλι Γκιλφόιλ. Λίγες εβδομάδες αργότερα, η πρώην πρέσβειρα των ΗΠΑ στην Ελλάδα βρέθηκε στο επίκεντρο δημοσιευμάτων για οικονομικές απαιτήσεις από πολιτικό δωρητή, με αποτέλεσμα ο Λευκός Οίκος να της ζητήσει να αποχωρήσει από τη θέση της στις 13 Οκτωβρίου.
Κεντρικό πρόσωπο στην υπόθεση είναι ο Έρικ Ντίτερς, επιχειρηματίας, δικηγόρος και συντηρητικός σχολιαστής από το Κεντάκι, ο οποίος έχει υποστηρίξει τον Ντόναλντ Τραμπ και διατηρούσε επαφές με πρόσωπα του κινήματος MAGA. Ο ίδιος παρέδωσε σε δημοσιογραφικά μέσα μηνύματα και άλλα στοιχεία από την επικοινωνία του με τη Γκιλφόιλ, υποστηρίζοντας ότι εκείνη ζήτησε οικονομική βοήθεια και συνέδεσε τις πολιτικές της διασυνδέσεις με υποθέσεις που τον απασχολούσαν.
Οι ισχυρισμοί του αποτέλεσαν αντικείμενο δημοσιευμάτων της Wall Street Journal και άλλων αμερικανικών μέσων. Η πλευρά της Γκιλφόιλ αμφισβήτησε τη γνησιότητα των μηνυμάτων και αρνήθηκε τις κατηγορίες περί αθέμιτης συναλλαγής.
Η ακύρωση του Freedom Fest
Ο Ντίτερς είχε διοργανώσει το Freedom Fest, μια εκδήλωση με έντονο φιλοτραμπικό χαρακτήρα, στην οποία είχαν συμμετάσχει κατά τα προηγούμενα χρόνια γνωστά πρόσωπα της αμερικανικής συντηρητικής παράταξης. Στις διοργανώσεις είχαν εμφανιστεί, μεταξύ άλλων, η Γκιλφόιλ, ο Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ, ο Έρικ Τραμπ και η συντηρητική σχολιάστρια Κάντας Όουενς.
Τον Σεπτέμβριο του 2026, ο επιχειρηματίας ανακοίνωσε την ακύρωση της προγραμματισμένης διοργάνωσης, η οποία επρόκειτο να πραγματοποιηθεί στις 26 Σεπτεμβρίου στο Κεντάκι. Το οικονομικό μοντέλο της εκδήλωσης βασιζόταν στην πώληση 100 εισιτηρίων VIP, αξίας 1.000 δολαρίων το καθένα, σε εύπορους γνωστούς και επαγγελματικές επαφές του.
Όπως δήλωσε ο ίδιος, είχαν πωληθεί μόλις έξι εισιτήρια, γεγονός που δεν του επέτρεπε να καλύψει το κόστος της διοργάνωσης. Η ακύρωση συνοδεύτηκε από δημόσια έκφραση δυσαρέσκειας για την περιορισμένη οικονομική στήριξη που έλαβε.
Το συγκεκριμένο περιστατικό δεν αποδεικνύει από μόνο του ότι συνδέεται αιτιωδώς με όσα ακολούθησαν. Ωστόσο, ο Ντίτερς πέρασε στη συνέχεια σε ανοιχτή αντιπαράθεση με πρόσωπα του πολιτικού περιβάλλοντος Τραμπ και προανήγγειλε αποκαλύψεις για τη Γκιλφόιλ.
Η καταγγελία για τα 100.000 δολάρια
Η υπόθεση απέκτησε ευρύτερη δημοσιότητα όταν η Wall Street Journal δημοσίευσε, τον Οκτώβριο, ρεπορτάζ βασισμένο σε μηνύματα που φέρεται να αντάλλαξαν οι δύο πλευρές μέσω της εφαρμογής Signal.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, τον Ιούλιο του 2025, λίγες ημέρες πριν από την ακρόαση επικύρωσης του διορισμού της από τη Γερουσία, η Γκιλφόιλ φέρεται να ζήτησε από τον Ντίτερς να καταβάλει 100.000 δολάρια για λογαριασμό της American Express.
Στα μηνύματα που επικαλείται ο επιχειρηματίας, η τότε υποψήφια πρέσβειρα φέρεται να έδινε οδηγίες για την πληρωμή της εταιρείας πιστωτικών καρτών και να υποστήριζε ότι η μεταφορά των χρημάτων δεν θα εμφανιζόταν σε άλλα σημεία.
Ο Ντίτερς ισχυρίστηκε ότι αρνήθηκε να προχωρήσει στην καταβολή του ποσού. Παράλληλα, υποστήριξε ότι η Γκιλφόιλ τού είχε προσφέρει τη δυνατότητα να αξιοποιήσει τις επαφές της με κυβερνητικούς αξιωματούχους για να τον βοηθήσει σε φορολογικά και νομικά ζητήματα.
Ο ίδιος χαρακτήρισε τη φερόμενη σύνδεση οικονομικής βοήθειας και πολιτικής πρόσβασης ως ανταλλαγή ανταλλάγματος με εξυπηρέτηση. Πρόκειται, ωστόσο, για δικό του ισχυρισμό, ο οποίος δεν συνιστά από μόνος του απόδειξη παράνομης συναλλαγής.
Η απάντηση της Γκιλφόιλ
Η πλευρά της πρώην πρέσβειρας απέρριψε τις κατηγορίες. Οι δικηγόροι της αμφισβήτησαν τη γνησιότητα των μηνυμάτων και υποστήριξαν ότι ο Ντίτερς τής όφειλε χρήματα για πραγματικές υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων ομιλίες και συμβουλευτική υποστήριξη που είχαν παρασχεθεί πριν από την υποψηφιότητά της για τη διπλωματική θέση.
Ο ίδιος αρνήθηκε ότι η οικονομική απαίτηση αφορούσε ανεξόφλητες αμοιβές για τέτοιες υπηρεσίες.
Η Γκιλφόιλ δήλωσε μετά τις αποκαλύψεις ότι οι κατηγορίες εναντίον της ήταν ψευδείς και ότι θα υπερασπιστεί το όνομα, τη φήμη και την ακεραιότητά της.
Η υπόθεση αφορά, επομένως, δύο αντικρουόμενες εκδοχές: από τη μία, ο Ντίτερς υποστηρίζει ότι του ζητήθηκε οικονομική βοήθεια σε συνδυασμό με την υπόσχεση πολιτικής πρόσβασης· από την άλλη, η πλευρά της Γκιλφόιλ κάνει λόγο για νόμιμες οικονομικές απαιτήσεις και αμφισβητεί τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν.
Οι ευρύτερες καταγγελίες για τη θητεία στην Αθήνα
Οι αποκαλύψεις για τον Ντίτερς δεν ήταν το μοναδικό ζήτημα που απασχόλησε τα αμερικανικά μέσα σχετικά με τη θητεία της Γκιλφόιλ στην Ελλάδα.
Προηγούμενο δημοσίευμα της Wall Street Journal είχε αναφερθεί στην προώθηση των συμφερόντων του ελληνικού κατασκευαστικού ομίλου Aktor σε επαφές που αφορούσαν ενεργειακές συμφωνίες. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, ο λομπίστας Χρήστος Μαραφάτσος, ο οποίος συνδεόταν με τον όμιλο, συμμετείχε σε συναντήσεις της πρέσβειρας σε τέτοιο βαθμό ώστε ορισμένοι συνομιλητές να θεωρούν ότι είχε επίσημο ρόλο στο επιτελείο της.
Παράλληλα, διατυπώθηκαν ερωτήματα σχετικά με δώρα, διευκολύνσεις και ταξίδια που φέρεται να συνδέονταν με τη δραστηριότητά της. Οι αναφορές αυτές ενίσχυσαν τον έλεγχο της συμπεριφοράς της από την Ουάσιγκτον.
Αμερικανικά δημοσιεύματα ανέφεραν ότι το Γραφείο του Γενικού Επιθεωρητή του Στέιτ Ντιπάρτμεντ είχε ξεκινήσει έλεγχο για καταγγελίες που αφορούσαν τη συμπεριφορά της. Η ύπαρξη ελέγχου δεν ισοδυναμεί με διαπίστωση παράβασης ή ενοχής.
Η απόφαση του Λευκού Οίκου
Στις 12 Οκτωβρίου, ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι εξετάζει την υπόθεση και εξέφρασε δυσαρέσκεια για όσα είχαν δημοσιευθεί.
Την επόμενη ημέρα, η εκπρόσωπος Τύπου του Λευκού Οίκου, Κέιτι Ζακαράια, ανακοίνωσε ότι είχε ζητηθεί από την πρέσβειρα να παραιτηθεί. Η Γκιλφόιλ ανακοίνωσε στη συνέχεια την αποχώρησή της, χαρακτηρίζοντας την υπηρεσία της στην Ελλάδα «την τιμή μιας ζωής».
Η εξέλιξη ήρθε έπειτα από σειρά δημοσιευμάτων που αφορούσαν τόσο τις οικονομικές καταγγελίες του Ντίτερς όσο και άλλα ζητήματα σχετικά με τη διπλωματική της δραστηριότητα. Ο Τραμπ δήλωσε ότι δεν του άρεσαν όσα διάβαζε, ενώ η Γκιλφόιλ επέμεινε ότι οι κατηγορίες σε βάρος της ήταν ψευδείς.
Η αποχώρησή της δεν συνιστά από μόνη της δικαστική κρίση για τους ισχυρισμούς που διατυπώθηκαν.
Το μήνυμα Ρούμπιο για τη δεοντολογία
Μετά την αποχώρηση της Γκιλφόιλ, ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάρκο Ρούμπιο απηύθυνε μήνυμα προς το προσωπικό του Στέιτ Ντιπάρτμεντ σχετικά με την τήρηση των κανόνων δεοντολογίας και την αποφυγή συγκρούσεων συμφερόντων.
Σύμφωνα με δημοσιεύματα, ο Ρούμπιο υπογράμμισε ότι οι δημόσιοι λειτουργοί οφείλουν να ενεργούν αμερόληπτα και να μην αξιοποιούν τα αξιώματά τους για προσωπικό όφελος. Αναφέρθηκε επίσης στους περιορισμούς που ισχύουν για συγκεκριμένες μορφές πολιτικής δραστηριότητας των ομοσπονδιακών υπαλλήλων.
Το μήνυμα επανέφερε στο προσκήνιο τη συζήτηση για τα όρια ανάμεσα στις προσωπικές σχέσεις, τις οικονομικές συναλλαγές και την άσκηση δημόσιων καθηκόντων.
Η υπόθεση της Γκιλφόιλ εξελίχθηκε έτσι από μια καταγγελία για οικονομική απαίτηση σε ευρύτερη κρίση γύρω από τη συμπεριφορά μιας Αμερικανίδας διπλωμάτη στην Αθήνα. Τα στοιχεία που έχουν δημοσιοποιηθεί, οι αντικρουόμενες δηλώσεις και οι αναφερόμενοι έλεγχοι αποτελούν διαφορετικές πτυχές της υπόθεσης, η οποία απαιτεί σαφή διάκριση ανάμεσα σε όσα έχουν ανακοινωθεί επισήμως και σε όσα εξακολουθούν να αποτελούν καταγγελίες.
Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη
Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.
Ακολουθήστε μας για όλες τις ειδήσεις στο Bing News και το Google News
