Οι πολιτικοί πειραματισμοί που αποδυναμώνουν την Τοπική Αυτοδιοίκηση

Του Γιώργου Ρούσσου, νομικού, πρ. Γενικού Γραμματέα του Δήμου Αιγιάλειας και Γραμματέα της Τοπικής Οργάνωσης ΠΑΣΟΚ Δυτικής Αιγιάλειας

Οι πολιτικοί πειραματισμοί που αποδυναμώνουν την Τοπική Αυτοδιοίκηση

Ο ρόλος της Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ Α’ και Β’ βαθμού) είναι η διοίκηση των τοπικών υποθέσεων, η αναβάθμιση της ποιότητας ζωής των δημοτών, η προώθηση της τοπικής ανάπτυξης και η παροχή κοινωνικής αλληλεγγύης. Λειτουργεί ως ο πλησιέστερος στον πολίτη θεσμός, διαχειριζόμενος θέματα καθημερινότητας, παιδείας, πρόνοιας,  περιβάλλοντος, υποδομών ,  πολιτισμού και αθλητισμού.

Η οργανωτική αναδιάρθρωση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης είναι αναγκαία παράμετρος, η οποία πρέπει να ενταχθεί στον γενικότερο προβληματισμό του µετασχηµατισµού του πολιτικού και διοικητικού συστήµατος της χώρας. Η ουσιαστική αποκέντρωση  πόρων, αρµοδιοτήτων και αναπτυξιακών σχεδιασµών µπορεί να οδηγήσει σε αναβαθµισµένους ΟΤΑ, δηµότες µε εµπιστοσύνη στην άσκηση εξουσίας και πολίτες µε αίσθηµα υπευθυνότητας και σεβασµού στο περιβάλλον µέσα στο οποίο ζουν, εργάζονται, παράγουν.

Συνεπώς ο ρόλος της αυτοδιοίκησης αναδεικνύεται ως εξαιρετικά σημαντικός διότι πέραν του κομβικού της ρόλου , αποτελεί και τον βραχίονα του κεντρικού κράτους που παρεμβαίνει άμεσα στην ζωή  των δημοτών ακόμα και στο πιο απομακρυσμένο σημείο της χώρας.

Αντιλαμβανόμενη όμως η εκάστοτε κεντρική εξουσία  την μεγάλη σημασία της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, πολλές φορές επιχείρησε να την καταστήσει εργαλείο  πολιτικής , πλήττοντας όμως με αυτόν τον τρόπο την καρδιά του θεσμού και δυναμιτίζοντας την εύρυθμη λειτουργία του .

Υπάρχουν πλείστα όσα παραδείγματα απόπειρας εργαλειοποίησης της αυτοδιοίκησης , τα οποία όμως  όχι μόνο συνεισέφεραν ελάχιστα στις σκοπιμότητες των εμπνευστών τους , αλλά κυρίως κατέστησαν τον θεσμό  δυσλειτουργικό και αναποτελεσματικό, κλονίζοντας έτσι την εμπιστοσύνη των πολιτών απέναντι στην αυτοδιοίκηση και τους πολλαπλούς ρόλους που καλείται αυτή να διαδραματίσει.

Επιπλέον είναι γνωστό ότι το κεντρικό κράτος  αναθέτει συνεχώς στην αυτοδιοίκηση νέα καθήκοντα.  Πλην όμως αυτό γίνεται με προχειρότητα και χωρίς καμία προεργασία, χωρίς να προηγούνται αναλογιστικές μελέτες και  χωρίς να  αυξάνονται αντίστοιχα οι  πόροι  για το εκάστοτε ανατεθέν έργο με αποτέλεσμα να μειώνονται οι στοχοθεσίες ,  να δυσχεραίνει η  επίτευξη στόχων και να αποβαίνουν τα νέα καθήκοντα σε βάρος των προϋπολογισμών των Δήμων και τελικά των δημοτών.

Συγκεκριμένα,  τα τελευταία χρόνια είχαμε αρχικά  τον νόμο  4555/2018 ή της λεγόμενης «απλής αναλογικής», οποίος όμως απέτυχε οικτρά διότι όχι μόνο δεν απέδιδε την αναλογούσα εξουσία και ευθύνη  σε κάθε συνδυασμό , αλλά θεσμοθετούσε  υπερεξουσίες στην μετεκλογικά συνενωθείσα μειοψηφία  , contra στον εκλεγμένο δήμαρχο. Με αυτό τον τρόπο δυσκόλευε αν δεν απαγόρευε τη λήψη αποφάσεων στο δημοτικό συμβούλιο για θέματα  που εισηγούταν η παράταξη του Δημάρχου και βεβαίως επέτρεπε στην ενωμένη αντιπολίτευση καίτοι απαρτιζόμενη από ετερόκλιτους συνδυασμούς ως έχουσα την τεχνητή πλειοψηφία στα συμβούλια,  να ασκεί διοίκηση ενάντια στη βούληση των δημοτών η οποία εκφράστηκε με την εκλογή του Δημάρχου, λαμβάνοντας η ίδια αποφάσεις που όφειλε να εκτελέσει ο δήμαρχος , εμποδίζοντας τον παράλληλα να εφαρμόσει το δικό του πρόγραμμα.

Ακολούθως η  Ν.Δ. με νομοθετικές παρεμβάσεις αμφίβολης συνταγματικότητας (ν. 4623/2019 και 4625/2019), προσπάθησε να αποκαταστήσει εν μέρει την κυβερνησιμότητα των δήμων μεταφέροντας πλείστες όσες αρμοδιότητες του Δημοτικού Συμβουλίου στην Οικονομική Επιτροπή , όργανο στο οποίο την πλειοψηφία είχε η παράταξη του  Δημάρχου, πλην όμως το έκανε με βιασύνη  και προχειρότητα με αποτέλεσμα, γενομένης προσφυγής στο ΣΤΕ, να ακυρωθούν οι νόμοι αυτοί εκ των υστέρων με τις υπ αριθμ 2377/2022, 2378/2022 αποφάσεις της Ολομέλειας του παραπάνω Δικαστηρίου και να διασωθούν με τις ίδιες αποφάσεις οριακά ως νόμιμες όλες οι πράξεις που είχαν διενεργηθεί μέχρι τότε  με τη σύννομη  εμπλοκή του ανωτέρω οργάνου (Οικονομική Επιτροπή) , αφού το ΣΤΕ έκρινε ότι οι ανωτέρω αποφάσεις του δεν είχαν αναδρομική ισχύ  και έτσι αποφεύχθηκαν  μαζικές ενστάσεις ακυρότητας διαδικασιών που θα οδηγούσαν στην ακύρωση όλων των πεπραγμένων της τριετίας και στην κατάρρευση όλων των Δήμων και Περιφερειών.

Στη συνέχεια η Ν.Δ. κινούμενη ολοκληρωτικά στην αντίθετη κατεύθυνση , εισήγαγε νέο εκλογικό νόμο για την αυτοδιοίκηση (ν.4804/2021)  που έδινε υπερεξουσίες στον Δήμαρχο , πχ ως πρόεδροι κοινοτήτων εκλεγόντουσαν αυτοί που ήταν υποψήφιοι με τον συνδυασμό του εκλεγέντος Δημάρχου ανεξαρτήτως της θέσης που έλαβαν σύμφωνα με τις ψήφους των συμπολιτών τους στις κοινότητες, με αποτέλεσμα η σχετική νομοθεσία στη συνέχεια να αλλάξει κατόπιν γενικής κατακραυγής και συνολικά ο νόμος να υποστεί αλλεπάλληλες  τροποποιήσεις μέχρι τις δημοτικές εκλογές του Οκτώβρη 2023. Ένα επιπλέον αρνητικό χαρακτηριστικό του νόμου αυτού είναι ότι επέτρεπε υποψηφιότητες σε υπερμεγέθεις αριθμούς που έφταναν μέχρι το 150% των προβλεπομένων αιρετών θέσεων,  γεγονός που καθιστούσε δυσχερή έως  και απαγορευτική οποιαδήποτε προσπάθεια καθόδου στην εκλογική διαδικασία μικρότερων συνδυασμών,  φαλκιδεύοντας έτσι το δικαίωμα τους για μια θέση στα έδρανα των οργάνων και συρρικνώνοντας τα όρια της Δημοκρατίας .

Είναι ενδεικτικό ότι , κυριολεκτικά την παραμονή(!!!)  των προηγουμένων αυτοδιοικητικών  εκλογών, νομοθετήθηκε  η βίαιη κατάργηση  όλων των  νομικών  προσώπων  των Δήμων με ελάχιστες εξαιρέσεις (Ν. 5056/2023, ΦΕΚ 163/Α/6-10-2023). Αυτόματα καταργήθηκαν όλα τα ΝΠΔΔ των Δήμων , οι Σχολικές Επιτροπές και οι Κοινωφελείς Επιχειρήσεις, ενώ επιχειρήθηκαν οι συνενώσεις των ΔΕΥΑ σε μια επιχείρηση ανά Νομό. Τελικά το  έωλο επιχείρημα για τα παραπάνω, δηλ  της δήθεν αναβάθμισης των υπηρεσιών προς τους πολίτες και του ευχερέστερου  ελέγχου των δαπανών από  τις καταργήσεις των Νομικών Προσώπων και Κοινωφελών Επιχειρήσεων αποδείχτηκε ανεδαφικό , αφού οι σχετικές διαδικασίες όχι μόνο έχασαν την ευελιξία τους αλλά αντίθετα δημιουργήθηκαν και μεγάλες δυσλειτουργίες λόγω της ελλιπούς τεχνογνωσίας και της υποστελέχωσης των δημοτικών  υπηρεσιών οι οποίες επιφορτίστηκαν με τα νέα καθήκοντα. Η  εκφρασμένη θέση του ΠΑΣΟΚ αναφορικά με την κατάργηση των Σχολικών Επιτροπών,  πολύ σωστά κάνει λόγο για αυστηρό συγκεντρωτισμό που αντί να στηρίξει την αυτονομία και την λογοδοσία των σχολικών μονάδων , αφαιρεί εργαλεία από την σχολική κοινότητα   με αποτέλεσμα καθυστερήσεις , αδιαφάνεια και αποξένωση των σχολείων από τη λήψη αποφάσεων που συνεπάγονται επιβάρυνση της καθημερινότητας των  μαθητών.

Ιδιαίτερη  μνεία επιβάλλεται να γίνει στους λεγόμενους Αναπτυξιακούς Οργανισμούς των ΟΤΑ. Οι Αναπτυξιακοί Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΑΟΤΑ) είναι ανώνυμες εταιρείες ειδικού σκοπού, με κύριο θεσμικό πλαίσιο τον Ν. 4674/2020 (ΦΕΚ Α 53/11.03.2020). Σκοπός τους είναι η εφαρμογή της αναπτυξιακής πολιτικής των ΟΤΑ, η απορρόφηση πόρων, η υλοποίηση επενδυτικών προγραμμάτων και η παροχή τεχνικής υποστήριξης στους Δήμους και τις Περιφέρειες.

Υποτίθεται ότι θεσμοθετήθηκαν προκειμένου να καταστεί πιο ευέλικτη και πιο αποτελεσματική  η  αναπτυξιακή πολιτική των ΟΤΑ και πιο ευρεία και ταχύτερη η απορρόφηση πόρων , αλλά αυτό  που κυρίως κατάφεραν είναι να καταστεί πιο αυθαίρετη  και πιο ανέλεγκτη   η διαχείριση του δημοσίου χρήματος . Συγκεκριμένα στους ΑΟΤΑ   βάσει του τρόπου λειτουργίας τους , παρέχεται η δυνατότητα να παρακάμπτουν τον ν. 4412/16 περί δημοσίων συμβάσεων ο οποίος εμπεριέχει απόλυτα αυστηρό πλαίσιο κανόνων για την  κατάρτιση της κάθε σύμβασης .  Όμως έτσι,   καθίσταται θολός ο τρόπος διοίκησης και στελέχωσης τους και βεβαίως δυσχερής ο έλεγχος των κονδυλίων και η μέθοδοι  κατανομής τους ,   δεδομένου ότι τα ποσά που διαχειρίζονται οι ΑΟΤΑ  κατανέμονται όχι πάντα με  διαφανείς διαδικασίες   και ενίοτε ακολουθούν δαιδαλώδεις διαδρομές κατά τρόπο που δεν δύναται να ελεγχθούν ευχερώς  από τα Δημοτικά Συμβούλια.   Έτσι με την ευλογία της Πολιτείας παραβιάζονται οι Αρχές της Χρηστής Διοίκησης, της Διαφάνειας και της προστασίας του  Δημοσίου Συμφέροντος .

Σε πλήρη εναρμόνιση με τις προαναφερόμενες παθογένειες και ο τελευταίος νόμος για την Τοπική Αυτοδιοίκηση ( Ν. 5314/2026 , ΦΕΚ Α΄ 103). Η , με προφανή σκοπιμότητα, κατάργηση των εκλογών της δεύτερης Κυριακής δεν είναι απλά μια αναδιάρθρωση της διαδικασίας των αυτοδιοικητικών εκλογών, αλλά είναι μια μορφή περιστολής των δημοκρατικών διαδικασιών.  Και τούτο διότι η δεύτερη Κυριακή δεν ήταν μόνο μια επαναληπτική ψηφοφορία, αλλά επακόλουθο μιας  εβδομάδας που μεσολαβούσε και η οποία  ήταν ένας θεσμικός «διαπραγματευτικός χώρος». Ανάγκαζε τις τοπικές παρατάξεις να καθίσουν στο ίδιο τραπέζι πριν την εκλογή , να συγκλίνουν σε προγραμματικές θέσεις, να κάνουν συμβιβασμούς και να συνθέσουν προγράμματα προς όφελος της τοπικής κοινωνίας. Ούτε συνάδει με τις αρχές της Δημοκρατίας το επιφανειακό σκεπτικό σύμφωνα με το οποίο η ταχύτητα της εκλογής προέχει της δημοκρατικής εγκυρότητας. Η αποτελεσματικότητα των δήμων δεν κερδίζεται με τεχνητές πλειοψηφίες στις κάλπες, αλλά με πραγματικό διάλογο και ευρεία αποδοχή — στοιχεία που η συγκεκριμένη «μεταρρύθμιση» επέλεξε συνειδητά να αφαιρέσει από το εκλογικό  σκηνικό.

Συμπερασματικά  επισημαίνουμε ότι η Τοπική Αυτοδιοίκηση δεν επιτρέπεται  να συνιστά πεδίο μικροπολιτικών σκοπιμοτήτων, ούτε πολιτικών αντιπαραθέσεων της κεντρικής πολιτικής σκηνής. Έτσι,  προεχόντως επιβάλλεται να διορθωθούν τα παραπάνω κακώς κείμενα που και τον έλεγχο δυσχεραίνουν αλλά και την αποτελεσματικότητα εμποδίζουν. Και βεβαίως κλονίζουν την εμπιστοσύνη των πολιτών στην Αυτοδιοίκηση.

Επιβάλλεται να αυξηθεί η χρηματοδότηση των ΟΤΑ από την κεντρική κυβέρνηση , με την παράλληλη διασφάλιση της διαφάνειας και του εξορθολογισμού της διαχείρισης του Δημοσίου χρήματος. Οι Δήμοι αντιμετωπίζουν δεινή οικονομική κατάσταση, με το έλλειμμα στους προϋπολογισμούς τους να εκτιμάται υψηλό, παρά τις ενισχύσεις από τους Κεντρικούς Αυτοτελείς Πόρους (ΚΑΠ). Υπάρχει χρόνια υποχρηματοδότηση, καθώς τα έσοδα από το κράτος δεν καλύπτουν το πραγματικό κόστος των αρμοδιοτήτων που τους έχουν μεταφερθεί.

Έτσι  δεν νοείται μεταφορά αρμοδιοτήτων και ανάθεση νέων καθηκόντων από την κεντρική διοίκηση στους ΟΤΑ, χωρίς  να συνοδεύονται από οικονομοτεχνικές μελέτες, ανάλογες χρηματοδοτήσεις και οδικούς χάρτες προς την επίτευξη των στόχων.

Εξ άλλου είναι γνωστό ότι οι ΟΤΑ υποφέρουν από σοβαρές ελλείψεις σε μόνιμο προσωπικό, ιδιαίτερα σε τεχνικές και εξειδικευμένες υπηρεσίες, γεγονός που δυσχεραίνει την εκτέλεση έργων και την παροχή υπηρεσιών και ως εκ τούτου είναι επιβεβλημένη η άρτια στελέχωση τους με εξειδικευμένο προσωπικό σε όλα τα επίπεδα λειτουργίας τους.

Τέλος το νομοθετικό πλαίσιο περί της εκλογικής διαδικασίας  των αυτοδιοικητικών εκλογών   δεν μπορεί να αποτελεί αντικείμενο πειραματισμών ούτε πεδίο συγκυριακών σκοπιμοτήτων, αντίθετα πρέπει να αναβαθμιστεί με διατάξεις αυξημένης ισχύος προκειμένου να καταστεί αδύνατη η αλλοίωση του με συνεχείς αμφιλεγόμενες αλλαγές και μάλιστα παραμονές των εκλογών, ώστε να συνιστά πυλώνα σταθερότητας απέναντι στους διοικούμενους , τους συναλλασσόμενους και τους εκάστοτε υποψήφιους.

Διότι  μόνο έτσι αποκαθίσταται έστω με αργά αλλά σταθερά βήματα η απαιτούμενη εμπιστοσύνη των πολιτών προς τους Δήμους και τις περιφερειακές διοικήσεις και κατ΄ επέκταση προς το κεντρικό κράτος.

Και  μόνο έτσι ικανοποιείται το δημόσιο συμφέρον που τελικά είναι και το ζητούμενο μέσω της εύρυθμης λειτουργίας του θεσμού της Τοπικής Αυτοδιοίκησης .

Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη

Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.

Viber: +306909196125

Από το Δίκτυο