Δανάη Καλοπήτα: «Μου ήταν πιο εύκολο να γράφω παρά να μιλάω»
Η ηθοποιός και συγγραφέας μιλά στο pelop.gr για την προσωπική αφετηρία της «Γυμνής», την ευθύνη απέναντι στην ηρωίδα της και την ανάγκη για μια αγκαλιά, λίγο πριν από την παράσταση στο Επίκεντρο+ της Πάτρας

Η «Γυμνή» άρχισε σε μια περίοδο κατά την οποία η Δανάη Καλοπήτα ένιωθε πως της ήταν πιο εύκολο να γράφει παρά να μιλά. Σκέψεις και συναισθήματα που δυσκολευόταν να εκφράσει στην καθημερινότητά της έγιναν κείμενο και, στη συνέχεια, ένας ρόλος που θέλησε να ερμηνεύσει η ίδια.
Στον μονόλογο, σε σκηνοθεσία Αλέξανδρου Λιακόπουλου, η Σοφία είναι μια νέα γυναίκα έγκλειστη σε ψυχιατρικό ίδρυμα. Ανάμεσα στις αναμνήσεις, στις φωνές που ακούει και στην ανάγκη να αγαπηθεί, προσπαθεί να κατανοήσει όσα της συμβαίνουν. Για τη δημιουργό της, η μεγαλύτερη ευθύνη ήταν να της δώσει χώρο να υπάρξει ως άνθρωπος με φόβους, επιθυμίες και αντιφάσεις, χωρίς να την περιορίσει σε μια διάγνωση.
Λίγο πριν από την παρουσίαση της «Γυμνής» στο Επίκεντρο+, την Τρίτη 27 Οκτωβρίου, η Δανάη Καλοπήτα μιλά για τη συνεργασία με τον σκηνοθέτη, τη σχέση της με τη Σοφία και τη σκηνική επιλογή του γυμνού. Ξεχωρίζει την αυτοαναφορά από την αυτοβιογραφία και εξηγεί γιατί, παρότι έγραψε την ηρωίδα της, κάποιες πλευρές της παραμένουν ερωτηματικό.
Τι σας οδήγησε να γράψετε τη «Γυμνή» και να θελήσετε να την ερμηνεύσετε η ίδια;
Η «Γυμνή» γεννήθηκε σε μια αρκετά δύσκολη περίοδο της ζωής μου, σε μια στιγμή που ένιωθα πως μου ήταν πιο εύκολο να γράφω παρά να μιλάω. Υπήρχαν σκέψεις και συναισθήματα που δεν μπορούσα εύκολα να εκφράσω με λόγια στην καθημερινότητά μου, κι έτσι βρήκαν τον δρόμο τους μέσα από τη γραφή. Δεν είναι μια αυτοβιογραφική παράσταση, είναι όμως βαθιά αυτοαναφορική, γιατί γεννήθηκε μέσα από τη δική μου ανάγκη να κατανοήσω, να εκφράσω και να αναμετρηθώ με όσα με απασχολούσαν εκείνη την περίοδο.
Και η απόφαση να την ερμηνεύσω η ίδια ήρθε σχεδόν φυσικά. Ένιωσα πως δεν θα μπορούσα να εμπιστευτώ αυτή την ιστορία σε μια δανεική φωνή. Όχι επειδή μόνο εγώ θα μπορούσα να την πω, αλλά επειδή είχα ανάγκη να της δώσω τη δική μου ανάσα, τον δικό μου ρυθμό, τη δική μου αλήθεια. Να μη μείνω μόνο εκείνη που την έγραψε, αλλά να γίνω και εκείνη που θα τολμούσε να την αφήσει να ακουστεί. Γιατί κάποιες φορές, όσα δεν καταφέρνουμε να πούμε βρίσκουν τελικά τη φωνή τους μέσα από την τέχνη.
Πώς συνεργαστήκατε με τον Αλέξανδρο Λιακόπουλο για να περάσει το κείμενό σας στη σκηνή; Θα μας δίνατε ένα συγκεκριμένο παράδειγμα από τις πρόβες;
Ο Αλέξανδρος Λιακόπουλος είναι για μένα ο ιδανικός σκηνοθέτης για να εμπιστευτείς κάτι τόσο προσωπικό. Είναι ένας άνθρωπος που πρώτα σε κοιτάζει στην ψυχή και μετά ως ηθοποιό. Κι όταν ένας ηθοποιός νιώθει ότι μπορεί να εμπιστευτεί απόλυτα τον σκηνοθέτη του, όλα τα υπόλοιπα έρχονται πιο φυσικά.
Θυμάμαι πως στις πρόβες υπήρχαν στιγμές που αναρωτιόμουν αν θα τα καταφέρω, αν θα μπορέσω να σταθώ απέναντι σε αυτό το κείμενο και να το υποστηρίξω όπως του αξίζει. Του εξέφραζα τους φόβους μου και κάθε φορά εκείνος, με την πίστη που έδειχνε σε μένα, μου έδινε τη δύναμη να συνεχίσω. Νομίζω πως αυτό ήταν το πιο σημαντικό που μου πρόσφερε: δεν προσπάθησε απλώς να με καθοδηγήσει σκηνοθετικά, αλλά με βοήθησε να εμπιστευτώ κι εγώ τον εαυτό μου. Και όταν κάποιος πιστεύει σε σένα τις στιγμές που εσύ αμφιβάλλεις, σου δίνει έναν πολύ σημαντικό λόγο να προχωρήσεις.
Τι περιλάμβανε η προετοιμασία σας για τη Σοφία, ειδικά ως προς τον εγκλεισμό και τις φωνές που ακούει; Σε ποιο υλικό ή σε ποιες εμπειρίες ανατρέξατε;
Η προετοιμασία μου για τη Σοφία περιλάμβανε αρκετή μελέτη γύρω από την ψυχική υγεία, ώστε να μπορέσω να προσεγγίσω τον χαρακτήρα της με ευαισθησία και κατανόηση. Παράλληλα, παρακολούθησα πολλές ταινίες και θεατρικές παραστάσεις που πραγματεύονται παρόμοια ζητήματα, αναζητώντας διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους μπορεί να αποδοθεί ο εγκλεισμός και η εμπειρία του να ακούει κανείς φωνές.
Στην προετοιμασία μου, ωστόσο, προσπαθώ πάντα να συνδέω τα βιώματα του ρόλου με δικά μου, διαφορετικά βιώματα, αναζητώντας τον κοινό τους παρονομαστή, που είναι το συναίσθημα. Πιστεύω πως, ακόμη κι αν οι συνθήκες που βιώνει ένας χαρακτήρας απέχουν πολύ από τις δικές μου εμπειρίες, το συναίσθημα μπορεί να αποτελέσει τη γέφυρα που θα με οδηγήσει σε μια πιο αληθινή και ουσιαστική προσέγγισή του. Έτσι προσπάθησα να κατανοήσω τον εσωτερικό κόσμο της Σοφίας και να προσεγγίσω την ερμηνεία της με ειλικρίνεια, ευαισθησία και χωρίς στερεότυπα.
Τι φοβηθήκατε περισσότερο μήπως αδικήσετε, γράφοντας και παίζοντας τη Σοφία;
Αυτό που φοβήθηκα περισσότερο ήταν μήπως αδικήσω την αλήθεια της Σοφίας. Μήπως, στην προσπάθειά μου να αποδώσω τον εγκλεισμό και τις φωνές που ακούει, καταφύγω σε ευκολίες ή στερεότυπα και χάσω την ανθρώπινη πλευρά της. Για μένα, η Σοφία δεν είναι η ψυχική της κατάσταση· είναι ένας άνθρωπος με συναισθήματα, ανάγκες, φόβους και επιθυμίες.
Ήθελα να προσεγγίσω τον κόσμο της με σεβασμό και ευαισθησία, χωρίς να την κρίνω ή να προσπαθήσω να την εξηγήσω απόλυτα. Νομίζω πως η μεγαλύτερη ευθύνη, τόσο στη συγγραφή όσο και στην ερμηνεία, ήταν να της δώσω χώρο να υπάρξει ως ένας ολοκληρωμένος άνθρωπος, με τις αντιφάσεις και τις ευαλωτότητές της, και όχι να την περιορίσω σε μια διάγνωση ή σε μια δύσκολη συνθήκη.
Πώς δουλέψατε τη σχέση ανάμεσα σε όσα έχουν συμβεί στη Σοφία και στον τρόπο που εκείνη τα θυμάται; Τι θέλατε να μπορεί να ξεχωρίζει ο θεατής;
Με ενδιέφερε πολύ η λεπτή γραμμή ανάμεσα σε αυτό που έχει συμβεί στη Σοφία και στον τρόπο που εκείνη το έχει βιώσει και το θυμάται. Γιατί η μνήμη δεν είναι πάντα μια αντικειμενική καταγραφή των γεγονότων· περνάει μέσα από το συναίσθημα, τον φόβο και την προσωπική μας αντίληψη. Προσπάθησα, λοιπόν, να προσεγγίσω τις αναμνήσεις της όχι μόνο ως πληροφορίες για το παρελθόν της, αλλά ως κάτι που εξακολουθεί να υπάρχει μέσα της και να επηρεάζει το παρόν της.
Αυτό που ήθελα κυρίως ήταν να μπορεί ο θεατής να διακρίνει, χωρίς απαραίτητα να είναι πάντα βέβαιος, τη διαφορά ανάμεσα σε αυτό που συνέβη, σε αυτό που η Σοφία θυμάται και σε αυτό που αισθάνεται ότι συνέβη. Δεν ήθελα να του δώσω έτοιμες απαντήσεις, αλλά να τον βάλω στη διαδικασία να αμφισβητήσει τη δική του βεβαιότητα για το τι είναι αληθινό. Για μένα, το σημαντικό δεν είναι τόσο να αποφασίσει ο θεατής αν μπορεί να εμπιστευτεί τη Σοφία, όσο να προσπαθήσει να καταλάβει τον τρόπο με τον οποίο εκείνη βιώνει τον κόσμο της.
Σε ποιον απευθύνεται η Σοφία όταν μιλά; Τι περιμένει από εκείνον που την ακούει;
Σε κανέναν και σε όλους. Και αν κάποιος μπορέσει να την ακούσει πραγματικά, θα νιώσει και ο ίδιος αυτό που και εκείνη ζητά: την αγκαλιά!
Τι εξακολουθεί να περιμένει η Σοφία από τους γονείς της και πώς επηρεάζει αυτή η προσδοκία τον τρόπο που αγαπά;
Από τους γονείς της, στην ουσία, δεν περιμένει τίποτα. Από τον εαυτό της περιμένει… να συγχωρέσει τον εαυτό της.
Στη σχέση της Σοφίας με την Ελπίδα, τι σας ενδιέφερε να αναδείξετε για την ερωτική επιθυμία, πέρα από την ανάγκη για ασφάλεια;
Αυτό που με ενδιέφερε να αναδείξω στη σχέση της Σοφίας με την Ελπίδα είναι η αλήθεια που μπορεί να γεννηθεί μέσα από το ψέμα. Το πώς, ακόμη και μέσα σε μια σχέση που μπορεί να στηρίζεται σε ψευδαισθήσεις, φόβους ή ανάγκες, η ερωτική επιθυμία και το συναίσθημα μπορούν να είναι απολύτως αληθινά. Η ανάγκη για ασφάλεια είναι σημαντική, αλλά δεν αρκεί για να εξηγήσει την έλξη ανάμεσα σε δύο ανθρώπους, ούτε την επιθυμία να αγαπήσεις και να αγαπηθείς.
Νομίζω πως όσοι δουν το έργο θα μπορέσουν να αναγνωρίσουν κάτι δικό τους σε αυτή τη σχέση. Είμαι σίγουρη πως πολλοί θα ταυτιστούν, γιατί όλοι έχουμε βρεθεί, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, μπροστά στην αντίφαση ανάμεσα σε αυτό που γνωρίζουμε και σε αυτό που θέλουμε να πιστέψουμε. Και ίσως εκεί να βρίσκεται η ουσία: στο ότι τα συναισθήματα δεν είναι πάντα ξεκάθαρα, ούτε υπακούουν στη λογική. Μπορεί να υπάρχει αλήθεια ακόμη κι εκεί όπου όλα μοιάζουν να είναι ένα ψέμα. Ή δεν μοιάζουν απλώς· είναι ένα ψέμα.
Επειδή υπογράφετε και ερμηνεύετε το έργο, μπορεί να διαβαστεί και ως προσωπική εξομολόγηση. Πόσο σας απασχολεί να διαχωρίζει ο θεατής τη δική σας ζωή από τη ζωή της Σοφίας;
Δεν νομίζω ότι με απασχολεί ιδιαίτερα αν ο θεατής θα διαχωρίσει τη ζωή μου από της Σοφίας. Με απασχολεί, όμως, ο κάθε θεατής να βρει κομμάτια από τη ζωή του στη ζωή της Σοφίας, όπως βρήκα και εγώ τα δικά μου.
Πώς προέκυψε η απόφαση να εμφανιστεί η Σοφία γυμνή; Τι αλλάζει αυτή η επιλογή στον τρόπο που αφηγείστε την ιστορία της;
Διαβάζοντας το έργο με τον κ. Λιακόπουλο, τον σκηνοθέτη της παράστασης, γυρίσαμε πίσω στην ανάμνηση της πρώτης αγκαλιάς που μας πήραν όταν γεννηθήκαμε. Τότε που ήμασταν γυμνοί. Την αγκαλιά που οι περισσότεροι ξεχνάμε. Αυτή η λέξη είναι που ορίζει όλο το έργο.
Τι παραμένει δύσκολο να καταλάβετε στη Σοφία, παρότι τη γράψατε και την υποδύεστε;
Σίγουρα δεν μπορώ να κατανοήσω απόλυτα έναν άνθρωπο που βιώνει μια τόσο σύνθετη ψυχική πραγματικότητα, ούτε θα ήθελα να ισχυριστώ πως μπορώ. Υπάρχουν πλευρές της Σοφίας που παραμένουν για μένα ένα ερωτηματικό, όσο κι αν έχω μελετήσει, γράψει και προσπαθήσει να μπω στη θέση της. Αυτό, όμως, που ξέρω είναι πως κάθε φορά που τη συναντώ, την αγκαλιάζω ξανά από την αρχή. Με τις αντιφάσεις, τους φόβους, τις επιθυμίες και τις αλήθειες της.
Δεν χρειάζεται να την καταλάβω απόλυτα για να την αγαπήσω. Και ίσως αυτό να είναι τελικά το πιο σημαντικό μάθημα που μου έχει δώσει: πως μπορούμε να πλησιάσουμε έναν άνθρωπο χωρίς να χρειάζεται να έχουμε όλες τις απαντήσεις για εκείνον.
Η φράση που συνοδεύει την παράσταση μιλά για τις νύχτες που έχουμε μόνο τον εαυτό μας να αγκαλιάσουμε. Τι ευθύνη αναλογεί στους ανθρώπους που θα μπορούσαν να βρίσκονται δίπλα στη Σοφία;
Πιστεύω πως, από ένα σημείο και μετά, την ευθύνη για τον εαυτό μας την έχουμε εμείς οι ίδιοι. Είμαστε εμείς που πρέπει να μάθουμε να μας αγκαλιάζουμε, να μας στηρίζουμε και να στεκόμαστε δίπλα μας, ακόμη κι όταν όλα γύρω μας μοιάζουν δύσκολα. Κανείς δεν μπορεί να το κάνει αυτό περισσότερο από εμάς τους ίδιους.
Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει πως δεν έχουμε ανάγκη τους άλλους ή πως δεν έχουν ευθύνη απέναντί μας. Η παρουσία, η αποδοχή και η αγάπη τους μπορούν να αποδειχθούν καθοριστικές, ειδικά όταν κάποιος δυσκολεύεται να σταθεί στα πόδια του. Η Σοφία, άλλωστε, αυτό μαθαίνει σε όλη τη διάρκεια του έργου: πως, ακόμη κι όταν αναζητάς απεγνωσμένα κάποιον να σε αγκαλιάσει, υπάρχει μια στιγμή που χρειάζεται να στραφείς προς τον εαυτό σου. Και ίσως τότε να ανακαλύψεις πως, ακόμη και τις πιο μοναχικές νύχτες, δεν είσαι εντελώς ανήμπορος απέναντι σε όσα βιώνεις.
Η «Γυμνή» στο Επίκεντρο+
Η παράσταση παρουσιάζεται στο Επίκεντρο+ στην Πάτρα, την Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2026, στις 21:15.
Εισιτήρια: 15 ευρώ γενική είσοδος, 12 ευρώ για ανέργους και φοιτητές.
Προπώληση: Ticket Services, ηλεκτρονικά και τηλεφωνικά στο 210 7234567. Στις ηλεκτρονικές και τηλεφωνικές αγορές προστίθεται χρέωση υπηρεσίας 5% επί της τιμής του εισιτηρίου.
Η παράσταση είναι ακατάλληλη για θεατές κάτω των 16 ετών. Περιέχει γυμνό και σκληρό λόγο.
Συντελεστές
– Κείμενο και ερμηνεία: Δανάη Καλοπήτα
– Σκηνοθεσία, εικαστική επιμέλεια και φωτισμοί: Αλέξανδρος Λιακόπουλος
– Μουσική επένδυση: Γιώργης Κοντοπόδης
– Κίνηση: Μαρία Αγγέλου
– Φωτογραφίες: Ιωάννα Μαρμάρου, Γιώργος Λυμπερόπουλος
– Τρέιλερ: Ευάγγελος Κάλλοου
Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη
Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.
Ακολουθήστε μας για όλες τις ειδήσεις στο Bing News και το Google News