Έκοψα το τσιγάρο, αλλά αυτό που μου λείπει είναι τα παγκάκια μου
Τρεις μήνες χωρίς τσιγάρο και η καθημερινότητα συνεχίζεται σχεδόν απροσδόκητα κανονικά. Δεν λείπει στον καφέ, στο ποτό, στη δουλειά ή μετά το φαγητό. Λείπει όμως σε εκείνες τις μικρές, άχρηστες, δικές μας στιγμές που κάποτε μετριούνταν με ένα αναμμένο τσιγάρο.

Στις 22 Φεβρουαρίου έκοψα το τσιγάρο. Ημερομηνία ορόσημο από μόνη της, αλλά ακόμη περισσότερο αν σκεφτεί κανείς ότι ήταν η Κυριακή του Πατρινού Καρναβαλιού. Και στην Πάτρα, η Κυριακή του Καρναβαλιού δεν είναι απλώς μια μέρα. Είναι θόρυβος, κόσμος, μουσική, δρόμοι γεμάτοι, ξενύχτι, ποτό, γέλια, υπερβολή, ξεχαρβάλωμα, εκείνη η συλλογική άδεια που δίνει η πόλη στον εαυτό της να ξεφύγει λίγο από τα μέτρα της.
Ε, μέσα σε αυτή τη μέρα, εγώ έκοψα το τσιγάρο.
Όχι σε μια Δευτέρα με πρόγραμμα, όχι σε μια ήσυχη περίοδο, όχι με εφαρμογή στο κινητό, ημερολόγιο αποφάσεων και ευγενικές υποσχέσεις προς τον εαυτό μου. Το έκοψα την πιο ακατάλληλη, σχεδόν προκλητική μέρα. Μια μέρα που, αν είσαι καπνιστής, όλα γύρω σου μοιάζουν να σου λένε «άντε, ένα ακόμα». Ένα με τον καφέ, ένα στον δρόμο, ένα στο ποτό, ένα πριν φύγεις, ένα όταν αργεί η παρέα, ένα όταν αρχίζει η μουσική, ένα όταν τελειώνει η βραδιά.
Κι όμως, πέρασαν περίπου τρεις μήνες. Ενενήντα και κάτι μέρες μετά, είμαι ακόμη εδώ. Χωρίς τσιγάρο.
Το περίεργο είναι πως δεν μου λείπει εκεί που πίστευα ότι θα μου λείψει.
Δεν μου λείπει στον καφέ. Αυτό, αλήθεια, δεν το περίμενα. Πίστευα ότι ο καφές χωρίς τσιγάρο θα είναι μισός, σαν πρόταση χωρίς τελεία. Αλλά όχι. Ο καφές πίνεται. Κάπως πιο καθαρά ίσως, πιο γρήγορα, πιο αθώα. Δεν μου λείπει ούτε στο ποτό. Το φοβόμουν κι αυτό. Έλεγα πως μόλις βρεθώ με ποτήρι στο χέρι, μόλις πέσει λίγο η άμυνα, μόλις ξεχαστώ, θα το ζητήσω. Δεν έγινε.
Δεν μου λείπει το πρωί. Δεν μου λείπει αργά το βράδυ. Δεν μου λείπει μετά το φαγητό, αυτό το θρυλικό «μετά το φαγητό» που οι καπνιστές το έχουν αναγάγει περίπου σε μικρό θρησκευτικό δικαίωμα. Δεν μου λείπει μετά το μπάνιο, που επίσης κάποιοι το περιγράφουν σαν σκηνή από ιταλικό σινεμά, ενώ στην πραγματικότητα είσαι με βρεγμένα μαλλιά, πετσέτα στον ώμο και μια άβολη ανάγκη να μην στάξεις στο πάτωμα.
Το πιο εντυπωσιακό είναι ότι δεν μου λείπει ούτε στη δουλειά. Κι ας ήταν εκεί που κάποτε λειτουργούσε σαν κουμπί επανεκκίνησης. Κόλλαγα στο γράψιμο, σταματούσα, άναβα ένα τσιγάρο, έκανα δύο-τρεις τζούρες με ύφος ανθρώπου που δήθεν σκέφτεται πολύ βαθιά, και σε λίγα λεπτά επέστρεφα στο πληκτρολόγιο με την ψευδαίσθηση ότι τώρα όλα είναι υπό έλεγχο. Ότι μπορώ να συνεχίσω. Ότι λύθηκε το πρόβλημα.
Δεν είχε λυθεί τίποτα, φυσικά. Απλώς είχα κάνει τσιγάρο.
Κι όμως, εκεί δεν μου λείπει. Το γράψιμο συνεχίζεται. Η πίεση συνεχίζεται. Τα νεύρα συνεχίζονται. Οι προθεσμίες συνεχίζονται. Μόνο το τσιγάρο δεν συνεχίζεται. Και κάπως, άγαρμπα ίσως, βρίσκονται άλλοι τρόποι να περάσει το κύμα. Ένα ποτήρι νερό. Μια βόλτα μέσα στο σπίτι. Ένα βλέμμα στο ταβάνι, που ως γνωστόν δεν έχει προσφέρει ποτέ λύση σε κανέναν, αλλά επιμένουμε να το συμβουλευόμαστε.
Άρα, αν δεν μου λείπει σε όλες αυτές τις «κλασικές» στιγμές, πού μου λείπει;
Εδώ αρχίζει το παράξενο.
Μου λείπει μετά το σούπερ μάρκετ.
Ναι, εκεί. Όχι στη μεγάλη υπαρξιακή στιγμή, όχι στο δράμα, όχι στην ένταση. Μου λείπει όταν έχω τελειώσει τα ψώνια, όταν έχω πάρει όσα χρειαζόμουν και μερικά που δεν χρειαζόμουν καθόλου αλλά με κοίταξαν από το ράφι με τρόπο πιεστικό. Όταν έχω βγει έξω με τις σακούλες, έχω κάνει τον μικρό απολογισμό του ανθρώπου που νιώθει ότι οργάνωσε τη ζωή του επειδή αγόρασε χαρτί κουζίνας, γιαούρτια και κάτι προσφορές που δεν ξέρει αν ήταν όντως προσφορές.
Εκεί, παλιά, άναβα ένα τσιγάρο.
Ήταν σαν τελεία. Σαν μικρή επιβράβευση. Σαν να έλεγα στον εαυτό μου: εντάξει, το έκανες κι αυτό, τώρα κάτσε δύο λεπτά πριν συνεχίσεις να είσαι ενήλικας. Το σούπερ μάρκετ, άλλωστε, είναι από τις πιο ύπουλες αποδείξεις ενηλικίωσης. Δεν σε ρωτάει αν είσαι καλά. Σε ρωτάει αν θυμήθηκες απορρυπαντικό.
Μου λείπει και όταν περιμένω ταξί. Γιατί είχα αυτή την απολύτως γελοία, αλλά βαθιά ριζωμένη πεποίθηση, ότι μόλις ανάψω τσιγάρο, το ταξί θα εμφανιστεί. Όχι πριν. Όχι όταν το χρειάζομαι. Ακριβώς τη στιγμή που θα έχω κάνει την πρώτη τζούρα και θα πρέπει να το σβήσω βιαστικά, με εκείνη την ενόχληση του ανθρώπου που πιστεύει ότι το σύμπαν τον κοροϊδεύει προσωπικά.
Δεν ξέρω αν ίσχυε. Μάλλον όχι. Αλλά οι καπνιστές έχουμε φτιάξει ολόκληρη μεταφυσική γύρω από το τσιγάρο. Το τσιγάρο που φέρνει το λεωφορείο. Το τσιγάρο που φέρνει το ταξί. Το τσιγάρο που κάνει την παρέα να εμφανιστεί. Το τσιγάρο που δήθεν γεμίζει την αναμονή, ενώ στην πραγματικότητα απλώς της δίνει σχήμα.
Μου λείπει όταν πηγαίνω κάπου νωρίτερα. Πράγμα που κάνω συχνά. Πάντα σχεδόν. Αν έχω ραντεβού, θα φτάσω πριν την ώρα μου και μετά θα κάνω αυτό που κάνουν οι άνθρωποι που φτάνουν νωρίς: θα προσποιηθώ ότι ήταν επιλογή και όχι νεύρωση.
Παλιά μετρούσα την αναμονή με τσιγάρα. Ένα τσιγάρο μέχρι να έρθει ο άλλος. Μισό ακόμη αν αργούσε. Άλλο ένα αν είχα αρχίσει να εκνευρίζομαι. Η ώρα δεν περνούσε σε λεπτά. Περνούσε σε ανάμματα, στάχτες, τζούρες και εκείνο το μικρό τίναγμα του χεριού που σε έκανε να νιώθεις ότι κάτι κάνεις, ενώ απλώς περιμένεις.
Τώρα η αναμονή είναι γυμνή. Και η γυμνή αναμονή είναι παράξενο πράγμα. Δεν έχει πού να κρυφτεί. Δεν έχει καπνό να τη θολώσει. Στέκεται μπροστά σου και σε κοιτάει. Εσύ, το κινητό, ο δρόμος, και η αμηχανία του να μη κάνεις τίποτα.
Αλλά πιο πολύ απ’ όλα, μου λείπουν τα παγκάκια μου.
Αυτό δεν το περίμενα έτσι.
Πάντα μου άρεσαν τα παγκάκια. Όχι ως έπιπλα πόλης, προφανώς. Ως μικρά καταφύγια. Ως στάσεις ανάμεσα στα πράγματα. Ως σημεία όπου δεν χρειάζεται να εξηγήσεις γιατί κάθεσαι. Ένα παγκάκι έχει μια γενναιοδωρία που δεν την έχουν πολλοί χώροι. Δεν σου ζητά να καταναλώσεις. Δεν σου ζητά να μιλήσεις. Δεν σου ζητά να είσαι ενδιαφέρων. Μπορείς απλώς να καθίσεις.
Να βάλεις μουσική. Να κοιτάξεις τον κόσμο να περνάει. Να χαζέψεις στο κινητό. Να μη σκέφτεσαι κάτι συγκεκριμένο. Να κάνεις πως σκέφτεσαι κάτι σημαντικό, ενώ στην πραγματικότητα παρατηρείς παπούτσια, τσάντες, πρόσωπα, βιαστικούς ανθρώπους, ανθρώπους που μιλάνε μόνοι τους, παιδιά που τραβάνε γονείς, ζευγάρια που δεν ξέρεις αν αγαπιούνται ή αν απλώς πηγαίνουν προς την ίδια κατεύθυνση.
Για μένα, το παγκάκι είχε πάντα τσιγάρο. Ή, για να είμαι πιο ακριβής, το τσιγάρο έκανε το παγκάκι τελετουργία.
Έβρισκα ένα σημείο, καθόμουν, άναβα, έβαζα μουσική και για λίγα λεπτά ο κόσμος μπορούσε να συνεχίσει χωρίς εμένα. Δεν χρειαζόταν να πάω κάπου. Δεν χρειαζόταν να παράγω κάτι. Δεν χρειαζόταν να απαντήσω, να οργανώσω, να προλάβω, να γράψω, να θυμηθώ. Ήμουν απλώς εκεί. Με ένα τσιγάρο στο χέρι και την πόλη να περνάει από μπροστά μου.
Και όπου παγκάκι, βάλτε και τα τσιμεντένια καθίσματα στο λιμάνι. Γιατί αυτά είναι άλλη κατηγορία. Λιγότερο άνετα, αλλά πιο θεατρικά. Εκεί έχεις θάλασσα, αέρα, περαστικούς, πλοία ή την ιδέα των πλοίων, που πολλές φορές αρκεί. Το λιμάνι είναι από μόνο του μια υπόσχεση αναχώρησης, ακόμη κι αν εσύ δεν πας πουθενά. Κάθεσαι, κοιτάς, καπνίζεις, και για λίγο είσαι και εδώ και αλλού.
Εδώ και τρεις μήνες, δεν έχω κάτσει πραγματικά σε παγκάκι.
Δοκίμασα δύο-τρεις φορές στο λιμάνι. Κάθισα. Έβαλα μουσική. Κοίταξα γύρω. Έπιασα το κινητό. Έκανα όλα τα βήματα σωστά, σαν άνθρωπος που προσπαθεί να επαναλάβει μια συνταγή από μνήμης. Αλλά κάτι έλειπε.
Και αυτό είναι το δύσκολο με το κόψιμο του τσιγάρου. Δεν κόβεις μόνο τη νικοτίνη. Κόβεις μικρές σκηνοθεσίες του εαυτού σου. Κόβεις κινήσεις, παύσεις, αφορμές, τρόπους να στέκεσαι στον κόσμο. Κόβεις το αντικείμενο που κρατούσες όταν δεν ήξερες τι να κάνεις με τα χέρια σου. Κόβεις το άλλοθι για να μείνεις λίγο ακόμη. Κόβεις το διάλειμμα που δεν χρειαζόταν να δικαιολογήσεις.
Και μετά πρέπει να μάθεις ξανά πώς να κάθεσαι. Ακούγεται αστείο, αλλά δεν είναι εντελώς. Γιατί το τσιγάρο, όσο λάθος κι αν ήταν, όσο κι αν ήξερα τι έκανε, είχε γίνει μέρος της προσωπικής μου γεωγραφίας. Υπήρχαν μέρη που τα είχα συνδέσει μαζί του. Σημεία στην πόλη. Διαδρομές. Γωνίες. Αναμονές. Μικρές τελετές ελευθερίας, ακόμη κι αν ήταν μια ελευθερία με φίλτρο, καπνό και κακή αναπνοή.
Δεν μου λείπει λοιπόν το τσιγάρο όπως το φαντάζεται κάποιος. Δεν περνάω έξω από περίπτερο και υποφέρω. Δεν ζηλεύω ιδιαίτερα όταν βλέπω άλλους να καπνίζουν. Δεν έχω την καθημερινή μάχη που φοβόμουν. Μερικές φορές το ξεχνάω τελείως. Και αυτό, αν μου το έλεγες πριν από τρεις μήνες, θα γελούσα με την αλαζονεία του ανθρώπου που δεν έχει κόψει τίποτα ποτέ.
Μου λείπει όμως εκεί όπου το τσιγάρο δεν ήταν ανάγκη. Ήταν συντροφιά. Ήταν παρένθεση. Ήταν τρόπος να δίνω διάρκεια σε κάτι ασήμαντο.
Μου λείπει στο «μετά» του σούπερ μάρκετ. Στην αναμονή του ταξί. Στο νωρίτερα ενός ραντεβού. Στα παγκάκια. Στο λιμάνι. Σε εκείνες τις στιγμές που δεν ζητούν τίποτα από κανέναν και ίσως γι’ αυτό είναι τόσο πολύτιμες.
Και κάπως έτσι, τρεις μήνες μετά, δεν παλεύω με το να μην καπνίσω. Παλεύω με το να ξαναβρώ τις στιγμές μου χωρίς αυτό.
Να ξανακαθίσω σε ένα παγκάκι και να μη νιώσω ότι λείπει το βασικό αντικείμενο της σκηνής. Να περιμένω ταξί χωρίς να χρειάζεται να ανάψω κάτι για να έρθει. Να φτάνω νωρίς και να αντέχω την αναμονή χωρίς να τη μετράω σε τζούρες. Να βγω από το σούπερ μάρκετ και να επιβραβεύσω τον εαυτό μου με κάτι που δεν καίγεται.
Ίσως αυτό είναι το επόμενο στάδιο. Όχι να ξεχάσω το τσιγάρο. Αυτό, σε μεγάλο βαθμό, έχει ήδη συμβεί. Αλλά να πάρω πίσω τα μέρη που του είχα παραχωρήσει.
Κυρίως τα παγκάκια μου.
Γιατί δεν μπορεί. Κάπου εκεί έξω θα υπάρχει ακόμη ένα παγκάκι που θα με δεχτεί όπως είμαι τώρα. Χωρίς καπνό, χωρίς αναπτήρα, χωρίς αυτή τη μικρή θεατρική κίνηση του χεριού. Μόνο με μουσική, λίγο χρόνο, και την πόλη να περνάει μπροστά μου.
Και ίσως, την πρώτη φορά που θα καταφέρω να καθίσω χωρίς να λείπει τίποτα, να είναι τότε που θα έχω κόψει πραγματικά το τσιγάρο. Όχι από το σώμα. Από τις σκηνές μου.
Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη
Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.
Ακολουθήστε μας για όλες τις ειδήσεις στο Bing News και το Google News