Ο Γκουαντανίνο γύρισε επτά ώρες για τον Μπερτολούτσι και έναν τρόπο να αγαπάς το σινεμά που χάθηκε

Το «Joie de vivre» διαρκεί 435 λεπτά και φτάνει στη Βενετία με τον Μάρτιν Σκορσέζε, τον Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ, τον Αλφόνσο Κουαρόν και άλλες μεγάλες φωνές του κινηματογράφου. Ο Μπερνάρντο Μπερτολούτσι βρίσκεται στο κέντρο, αλλά ο Λούκα Γκουαντανίνο κοιτάζει μαζί του και μια κινηματογραφική κουλτούρα που θεωρεί πως ανήκει πια στον 20ό αιώνα

Ο Γκουαντανίνο γύρισε επτά ώρες για τον Μπερτολούτσι και έναν τρόπο να αγαπάς το σινεμά που χάθηκε Λούκα Γκουαντανίνο στο «Joie de vivre», το επτάωρο κινηματογραφικό ταξίδι γύρω από τον Μπερνάρντο Μπερτολούτσι και τη σινεφιλία του 20ού αιώνα

Ο πλήρης τίτλος του νέου ντοκιμαντέρ του Λούκα Γκουαντανίνο εξηγεί καλύτερα το σχέδιό του από τη διάρκεια των επτά ωρών. Το Joie de vivre συνοδεύεται από έναν μακρύ υπότιτλο με «σημειώσεις, σκέψεις, λέξεις, πρόσωπα και εικόνες γύρω από τον Μπερνάρντο Μπερτολούτσι και τη σινεφιλία του 20ού αιώνα που δεν υπάρχει πια».

Ο Γκουαντανίνο λοιπόν δεν φτιάχνει απλώς τη βιογραφία ενός μεγάλου Ιταλού σκηνοθέτη. Χρησιμοποιεί τον Μπερτολούτσι ως σημείο αναφοράς για να κοιτάξει μια ολόκληρη εποχή του κινηματογράφου και τον τρόπο με τον οποίο οι ταινίες τότε δημιουργούνταν, συζητιούνταν και περνούσαν από τον έναν δημιουργό στον επόμενο.

Το αποτέλεσμα διαρκεί 435 λεπτά και παρουσιάζεται εκτός διαγωνισμού στο 83ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας, με την πρώτη προβολή για το κοινό στις 8 Σεπτεμβρίου. Στο φιλμ συμμετέχουν, μεταξύ άλλων, ο Martin Scorsese, ο David Cronenberg, ο Alfonso Cuarón, ο James Gray, η Catherine Breillat, η Debra Winger και ο επί χρόνια παραγωγός του Μπερτολούτσι, Jeremy Thomas.

Μια προσωπική διαδρομή προς τον Μπερτολούτσι

Η αφετηρία είναι προσωπική.

Ο ίδιος ο Γκουαντανίνο γράφει στο σημείωμά του για την ταινία ότι ξεκινά από τη δική του εμπειρία με τον Μπερτολούτσι και το έργο του και στη συνέχεια ανοίγει τη συζήτηση σε συνεργάτες, σκηνοθέτες και ανθρώπους που επηρεάστηκαν από το σινεμά του.

Το Joie de vivre περιγράφεται από τον δημιουργό του ως «γράμμα αγάπης» προς έναν από τους σημαντικότερους και επιδραστικότερους σκηνοθέτες του 20ού αιώνα. Η πρόθεση όμως δεν είναι αγιογραφική. Ο Γκουαντανίνο δηλώνει ότι θέλει να εξετάσει και ερμηνείες γύρω από το έργο του Μπερτολούτσι τις οποίες θεωρεί παγιωμένες, κοντόφθαλμες ή λανθασμένες.

Αυτό έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για έναν δημιουργό του οποίου η φιλμογραφία εξακολουθεί να προκαλεί τόσο θαυμασμό όσο και δύσκολες συζητήσεις.

Ο «Κομφορμίστας», το 1900, ο «Τελευταίος Αυτοκράτορας» και φυσικά ο «Τελευταίος Χορός στο Παρίσι»έχουν πολύ διαφορετικές ζωές μέσα στην ιστορία του σινεμά. Ειδικά η τελευταία ταινία επανεξετάζεται εδώ και χρόνια και μέσα από όσα έγιναν γνωστά για την εμπειρία της Maria Schneider στα γυρίσματα, σε μια εποχή όπου η συζήτηση για τη συναίνεση και τις σχέσεις εξουσίας στα κινηματογραφικά πλατό έχει αλλάξει δραστικά.

Η κληρονομιά του Μπερτολούτσι δεν χωρά εύκολα σε μια γιορτινή αναδρομή. Αυτό ακριβώς φαίνεται να ενδιαφέρει τον Γκουαντανίνο.

Ο Μπερνάρντο Μπερτολούτσι πίσω από την κάμερα. Από τον «Κομφορμίστα» μέχρι τον «Τελευταίο Αυτοκράτορα», το έργο του επηρέασε διαφορετικές γενιές κινηματογραφιστών

Γιατί Σκορσέζε, Κρόνενμπεργκ και Κουαρόν

Η παρουσία τόσων σημαντικών σκηνοθετών δεν λειτουργεί απλώς ως εντυπωσιακό καστ συνεντεύξεων.

Ο Σκορσέζε, ο Κρόνενμπεργκ, ο Κουαρόν, η Μπρεγιά και ο Γκρέι εκπροσωπούν διαφορετικές κινηματογραφικές παραδόσεις και γενιές, αλλά μοιράζονται κάτι ουσιαστικό με τον Μπερτολούτσι: αντιλαμβάνονται το σινεμά ως έναν χώρο διαρκούς συνομιλίας με τις ταινίες που προηγήθηκαν.

Ο Γκουαντανίνο το περιγράφει ως μια κοσμοπολίτικη αντίληψη του κινηματογράφου, πέρα από εθνικά και περιφερειακά σύνορα. Αυτή ήταν, κατά τη δική του ανάγνωση, μία από τις μεγάλες φιλοδοξίες του Μπερτολούτσι.

Κάπου εδώ εξηγείται και ο ασυνήθιστος χρόνος του ντοκιμαντέρ.

Ο διευθυντής της Μόστρα, Alberto Barbera, αποκάλυψε ότι η ταινία εξετάζει αρκετά από τα έργα του Μπερτολούτσι μαζί με φίλους, συναδέλφους, σκηνοθέτες και κριτικούς, αλλά προχωρά πέρα από αυτά: χρησιμοποιεί τον Ιταλό δημιουργό για να θέσει ερωτήματα για το μοντέρνο σινεμά και για τον ρόλο που είχε και μπορεί ακόμη να έχει η κινηματογραφική κριτική. Ο ίδιος υποστήριξε ότι κατά την επτάωρη προβολή δεν κατάφερε να αποσπάσει το βλέμμα του από την οθόνη.

Ο Λούκα Γκουαντανίνο και ο Walter Fasano, οι δημιουργοί του «Bertolucci on Bertolucci» το 2013, όταν ο Γκουαντανίνο είχε ήδη αρχίσει να επιστρέφει κινηματογραφικά στο έργο του μεγάλου Ιταλού σκηνοθέτη

Μια σινεφιλία που «δεν υπάρχει πια»

Η πιο ενδιαφέρουσα φράση παραμένει εκείνη που ο Γκουαντανίνο έβαλε στον τίτλο: «η σινεφιλία του 20ού αιώνα που δεν υπάρχει πια».

Δεν σημαίνει ότι οι άνθρωποι σταμάτησαν να αγαπούν τις ταινίες. Σημαίνει ότι άλλαξε το περιβάλλον μέσα στο οποίο αυτή η αγάπη καλλιεργείται.

Η γενιά του Μπερτολούτσι μεγάλωσε σε έναν κινηματογραφικό κόσμο όπου η ανακάλυψη μιας ταινίας, η κριτική γύρω από αυτήν και η συζήτηση μεταξύ δημιουργών αποτελούσαν κομμάτια της ίδιας πολιτιστικής διαδικασίας. Ο τρόπος πρόσβασης στις ταινίες, η σχέση του κοινού με τις αίθουσες και τα περιοδικά, ακόμη και η ταχύτητα με την οποία ένα έργο μπορούσε να αποκτήσει φήμη έχουν αλλάξει ριζικά.

Ο Γκουαντανίνο δεν επιχειρεί, τουλάχιστον σύμφωνα με όσα έχει δηλώσει μέχρι τώρα, να αποδείξει ότι ο παλιός κόσμος ήταν καλύτερος.

Προσπαθεί να καταγράψει τι ακριβώς ήταν πριν χαθεί.

Γι’ αυτό και τα 435 λεπτά του Joie de vivre αποκτούν ενδιαφέρον πέρα από το εντυπωσιακό νούμερο. Ο Μπερτολούτσι γίνεται το πρόσωπο μέσα από το οποίο ο Γκουαντανίνο επιστρέφει σε μια εποχή όπου το να κάνεις σινεμά, να βλέπεις σινεμά και να μιλάς γι’ αυτό αποτελούσαν ακόμη μέρη της ίδιας κουβέντας.

Στη Βενετία, από τις 8 Σεπτεμβρίου, θα φανεί αν επτά ώρες αρκούν για να την ξανανοίξει.

Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη

Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.

Viber: +306909196125

Από το Δίκτυο