Γυναικοκτονία: Η λέξη που δείχνει το μοτίβο πίσω από το έγκλημα
Η λέξη «γυναικοκτονία» δεν μπήκε στη δημόσια συζήτηση για να φορτίσει περισσότερο έναν θάνατο. Μπήκε γιατί υπάρχουν εγκλήματα που επαναλαμβάνονται με κοινά χαρακτηριστικά: έλεγχος, απειλές, φόβος, άρνηση της ελευθερίας μιας γυναίκας να φύγει, να χωρίσει, να αποφασίσει για τη ζωή της.
Κάθε φορά που μια γυναίκα δολοφονείται από τον σύντροφο, τον σύζυγο, τον πρώην, τον άνθρωπο που είχε υπάρξει δίπλα της, επιστρέφει η ίδια αντίδραση: «Ανθρωποκτονία είναι. Γιατί να τη λέμε γυναικοκτονία;».
Η ερώτηση ακούγεται λογική μόνο στην επιφάνεια. Γιατί κανείς δεν αμφισβητεί ότι πρόκειται για ανθρωποκτονία. Κανείς δεν ζητά να μετρήσει αλλιώς η αξία της ζωής. Κανείς δεν λέει ότι ένας θάνατος πονά λιγότερο όταν το θύμα είναι άνδρας. Το ζήτημα βρίσκεται αλλού: στο γιατί επαναλαμβάνονται τόσο συχνά αυτές οι δολοφονίες μέσα σε σχέσεις όπου ο έλεγχος βαφτίστηκε ενδιαφέρον, η ζήλια πέρασε για πάθος, η απειλή αντιμετωπίστηκε σαν «οικογενειακή ένταση» και η γυναίκα βρέθηκε τελικά μόνη απέναντι σε έναν άνθρωπο που θεωρούσε πως έχει δικαίωμα πάνω της.
Η λέξη γυναικοκτονία υπάρχει για να δείξει αυτή τη διαδρομή.
Δεν περιγράφει απλώς το τέλος. Περιγράφει όσα προηγήθηκαν. Τα σημάδια που συχνά υπήρχαν. Τις απειλές που ειπώθηκαν. Την παρακολούθηση, την πίεση, την απομόνωση, τον φόβο. Τη στιγμή που μια γυναίκα προσπάθησε να φύγει και κάποιος το εξέλαβε ως προσβολή, προδοσία ή απώλεια ιδιοκτησίας. Εκεί, στη νοοτροπία της κατοχής, βρίσκεται ο πυρήνας του όρου.
Η γυναικοκτονία δεν είναι πιο «δραματική» λέξη για τη δολοφονία. Είναι πιο ακριβής λέξη για ένα συγκεκριμένο είδος δολοφονίας.
Για χρόνια, πολλά τέτοια εγκλήματα περιγράφονταν με φράσεις που μαλάκωναν την πραγματικότητα. «Έγκλημα πάθους». «Τη ζήλευε». «Δεν άντεξε τον χωρισμό». «Την αγαπούσε υπερβολικά». Αυτές οι λέξεις έκαναν κάτι ύπουλο: έβαζαν συναίσθημα εκεί όπου υπήρχε εξουσία. Έδιναν σχεδόν ρομαντική σκιά σε πράξεις ωμής βίας. Έστρεφαν το βλέμμα στον θυμό του δράστη, στην πληγή του, στην υποτιθέμενη απελπισία του, αντί να μείνουν στο απλό και δύσκολο γεγονός: μια γυναίκα έχασε τη ζωή της επειδή κάποιος δεν δέχθηκε την αυτονομία της. Ο όρος γυναικοκτονία σπάει αυτή τη θολούρα.
Μας αναγκάζει να δούμε το μοτίβο. Να μη σταθούμε μόνο στο τελευταίο βράδυ, στο τελευταίο τηλεφώνημα, στην τελευταία επίθεση. Να ρωτήσουμε τι είχε συμβεί πριν. Αν είχε υπάρξει καταγγελία. Αν είχε ζητήσει βοήθεια. Αν είχε μιλήσει σε φίλους, συγγενείς, γείτονες. Αν κάποιος υποτίμησε τον κίνδυνο. Αν η απειλή αντιμετωπίστηκε σαν λόγια της στιγμής. Αν το «θα σε σκοτώσω» ακούστηκε και πέρασε σαν μια ακόμη φράση θυμού.
Εδώ η λέξη αποκτά πρακτική σημασία. Όταν ένα φαινόμενο ονομάζεται σωστά, μπορεί να καταγραφεί σωστά. Όταν καταγράφεται σωστά, μπορεί να μελετηθεί. Και όταν μελετάται, μπορεί να υπάρξει καλύτερη πρόληψη. Η γυναικοκτονία ως όρος βοηθά τις αρχές, τη Δικαιοσύνη, τις κοινωνικές υπηρεσίες, τη δημοσιογραφία και την ίδια την κοινωνία να αναγνωρίσουν ότι τέτοια εγκλήματα συχνά έχουν προειδοποιητικά σημάδια.
Η λέξη από μόνη της δεν σώζει ζωές. Καμία λέξη δεν έχει τέτοια δύναμη αν μείνει σε ομιλίες, πάνελ και ανακοινώσεις. Χρειάζονται δομές που λειτουργούν, αστυνομική ανταπόκριση χωρίς υποτίμηση, ασφαλείς ξενώνες, πραγματική προστασία, ταχεία εκτίμηση κινδύνου, δικαστική εγρήγορση, σχολεία που μαθαίνουν στα παιδιά ότι η αγάπη δεν έχει σχέση με την κατοχή. Χρειάζεται μια καθημερινή αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο ακούμε μια γυναίκα όταν λέει ότι φοβάται. Όμως χωρίς τη λέξη, όλα αυτά ξεκινούν με καθυστέρηση.
Γιατί αν κάθε υπόθεση αντιμετωπίζεται σαν μεμονωμένη «τραγωδία», χάνεται το κοινό νήμα. Αν κάθε δολοφονία παρουσιάζεται σαν ξέσπασμα, χάνεται η προηγούμενη βία. Αν κάθε δράστης εμφανίζεται ως άνθρωπος που «θόλωσε», χάνεται η ευθύνη μιας νοοτροπίας που για χρόνια ανεχόταν την ιδέα ότι μια γυναίκα μπορεί να ελέγχεται, να περιορίζεται, να φοβάται, αρκεί όλα αυτά να μένουν μέσα στο σπίτι.
Η γυναικοκτονία δεν χωρίζει τους νεκρούς σε κατηγορίες αξίας. Χωρίζει τα εγκλήματα ανάλογα με τα χαρακτηριστικά τους. Όπως η έννομη τάξη και η δημόσια συζήτηση διακρίνουν το οργανωμένο έγκλημα, την τρομοκρατική ενέργεια, τη ληστεία μετά φόνου, την ενδοοικογενειακή βία, έτσι χρειάζεται να διακρίνουν και τη δολοφονία μιας γυναίκας όταν συνδέεται με το φύλο της και με σχέσεις κυριαρχίας. Η ακριβής γλώσσα δεν είναι πολυτέλεια, είναι εργαλείο.
Και ίσως γι’ αυτό η λέξη ενοχλεί τόσο. Επειδή αφαιρεί τα άλλοθι. Επειδή δεν αφήνει χώρο για το «ήταν η κακιά στιγμή». Επειδή βάζει απέναντί μας μια αλήθεια που δεν βολεύει: αρκετές γυναίκες δεν σκοτώθηκαν ξαφνικά. Είχαν ήδη αρχίσει να κινδυνεύουν πολύ πριν το έγκλημα γίνει είδηση.
Ο όρος γυναικοκτονία χρειάζεται για να μη συνηθίσουμε την επανάληψη. Για να μη διαβάζουμε κάθε φορά ένα νέο όνομα σαν να είναι η πρώτη φορά. Για να μη μένουμε στην περιγραφή του θανάτου, ενώ η πρόληψη βρίσκεται στη διαδρομή που προηγήθηκε.
Μια κοινωνία που θέλει να προστατεύσει τις γυναίκες πρέπει πρώτα να μάθει να ακούει τι της λέει η πραγματικότητα. Και η πραγματικότητα, όσο κι αν κάποιοι δυσανασχετούν με τη λέξη, έχει ήδη μιλήσει.
Τη λένε γυναικοκτονία.
Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη
Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.
Ακολουθήστε μας για όλες τις ειδήσεις στο Bing News και το Google News
