Η φρίκη δεν είναι μόνο ότι βιάζουν γυναίκες αλλά το ότι αυτό έγινε θέαμα
Υπάρχουν ειδήσεις που δεν μπορείς να τις διαβάσεις ξεχωριστά. Τις βάζεις δίπλα δίπλα και βλέπεις καθαρά κάτι που τρομάζει ακόμη περισσότερο από την ίδια τη βία: πόσο εύκολα ο εξευτελισμός μιας γυναίκας γίνεται δημόσιο θέαμα.
Υπάρχουν φορές που τρεις ειδήσεις από εντελώς διαφορετικά σημεία του κόσμου δεν στέκονται ως τρία ξεχωριστά γεγονότα, αλλά σαν τρεις όψεις του ίδιου εφιάλτη. Τις διαβάζεις και δεν σου μένει μόνο η αγριότητα των πράξεων. Σου μένει κυρίως ένα άλλο, πιο βαθύ και πιο ανησυχητικό συμπέρασμα: ότι η βία κατά των γυναικών δεν αντιμετωπίζεται πια μόνο ως έγκλημα, αλλά όλο και συχνότερα ως θέαμα, ως υλικό προς κατανάλωση, ως δημόσιο επεισόδιο που τραβά βλέμματα, σχόλια, κοινό.
Αυτό είναι που ενώνει, με έναν σχεδόν ανατριχιαστικό τρόπο, την αποκάλυψη για τις διαδικτυακές κοινότητες ανδρών που ανταλλάσσουν βίντεο βιασμών και «οδηγίες», τις επιθέσεις σε γυναίκες σε φεστιβάλ στη Νιγηρία και τις μαρτυρίες για το σαφάρι αμάχων στο Σαράγεβο, όπου γυναίκες μετατρέπονταν σε στόχους ενός άρρωστου διαγωνισμού. Δεν μιλάμε απλώς για τρεις υποθέσεις βίας, αλλά για τρεις περιπτώσεις στις οποίες η γυναίκα παύει να αντιμετωπίζεται ως άνθρωπος με βούληση, όρια, αξιοπρέπεια και ζωή, και μετατρέπεται σε αντικείμενο πάνω στο οποίο ασκείται εξουσία, επιδεικνύεται ανδρική κυριαρχία και, το χειρότερο, παράγεται θέαμα.
Το πιο τρομακτικό εδώ δεν είναι μόνο οι δράστες. Οι δράστες υπήρχαν πάντα και θα συνεχίσουν να υπάρχουν όσο οι κοινωνίες παράγουν βία, ανισότητα και ατιμωρησία. Το πραγματικά τρομακτικό είναι το περιβάλλον που τους περιβάλλει. Είναι οι θεατές, είναι όσοι παρακολουθούν χωρίς να παρεμβαίνουν, όσοι καταγράφουν, όσοι μοιράζονται, όσοι σχολιάζουν, όσοι νιώθουν ότι συμμετέχουν σε κάτι συναρπαστικό, απαγορευμένο, «δυνατό». Είναι αυτό το κοινό που μετατρέπει τη φρίκη σε προϊόν.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το πιο σκοτεινό κομμάτι της υπόθεσης. Ο βιασμός, η κακοποίηση, ο εξευτελισμός της γυναίκας δεν συμβαίνουν πλέον μόνο πίσω από κλειστές πόρτες, μέσα σε εκείνη τη σιωπή που για χρόνια έκρυβε τον φόβο, την ντροπή και την αδυναμία του θύματος να μιλήσει. Συχνά συμβαίνουν μπροστά σε άλλους, με άλλους, για άλλους. Συμβαίνουν με την προσδοκία ότι θα υπάρξει κοινό. Οχι απλώς μάρτυρες, αλλά κοινό. Αυτή είναι η πιο ανατριχιαστική μετατόπιση των τελευταίων χρόνων.
Το διαδίκτυο έδωσε σε αυτό το φαινόμενο μια καινούργια, σχεδόν βιομηχανική διάσταση. Δεν μιλάμε πια για μεμονωμένους αρρωστημένους που κρύβονται σε σκοτεινές γωνιές. Μιλάμε για κοινότητες, για κυκλώματα, για πλατφόρμες, για γλώσσα, για κώδικες, για ανταλλαγή τεχνογνωσίας. Δηλαδή για έναν ολόκληρο μηχανισμό που δεν κρύβει απλώς τη βία, αλλά την οργανώνει, τη διακινεί και την κανονικοποιεί. Η φρίκη αποκτά δομή. Και όταν η φρίκη αποκτά δομή, παύει να είναι «παρέκκλιση». Γίνεται σύμπτωμα ενός κόσμου που έχει ήδη αποδεχτεί πολύ περισσότερα από όσα αντέχει να παραδεχτεί.
Το ίδιο βλέπει κανείς και σε δημόσιες επιθέσεις, σε κοινωνίες που μπορεί να διαφέρουν πολιτισμικά ή θρησκευτικά, αλλά συναντιούνται στο ίδιο σημείο: στη βαθιά ριζωμένη πεποίθηση ότι το γυναικείο σώμα παραμένει διαθέσιμο. Διαθέσιμο για έλεγχο, για τιμωρία, για διαπόμπευση, για ανδρική εκτόνωση, για επίδειξη δύναμης. Στη Νιγηρία αυτή η βία εμφανίζεται μέσα σε ένα περιβάλλον όπου η παράδοση και η πατριαρχία συγχέονται βίαια και η γυναίκα τιμωρείται σχεδόν δημόσια, σαν να πρόκειται για μέρος μιας τάξης πραγμάτων. Στο Σαράγεβο, στην πιο ακραία εκδοχή της, η ίδια λογική φτάνει στο σημείο όπου η γυναίκα δεν είναι πια παρά θήραμα. Ενα σώμα πάνω στο οποίο ο πόλεμος, ο μισογυνισμός και η εξουσία παίζουν ταυτόχρονα.
Γι’ αυτό και είναι πολύ βολικό, αλλά βαθιά παραπλανητικό, να μιλάμε κάθε φορά για «τέρατα». Η λέξη αυτή ανακουφίζει. Μας αφήνει να πιστεύουμε ότι έχουμε απέναντί μας κάτι εξωτικό, σπάνιο, ξένο προς την κοινωνία. Σαν να πρόκειται για μια ανωμαλία που δεν μας αφορά πραγματικά. Μόνο που δεν είναι έτσι. Γιατί ο άνδρας που βλέπει μια γυναίκα ως αντικείμενο βίας δεν ξεφύτρωσε από το πουθενά. Μεγάλωσε μέσα σε γλώσσα, εικόνες, αστεία, δικαιολογίες, στερεότυπα και καθημερινές μικρές ανοχές που του έμαθαν, λίγο ή πολύ, ότι η γυναίκα είναι διαθέσιμη προς σχολιασμό, προς κρίση, προς χρήση. Η ακραία βία δεν ξεκινά στην ακραία στιγμή. Ξεκινά πολύ νωρίτερα, από την κανονικοποίηση.
Ξεκινά από τη στιγμή που η γυναίκα αντιμετωπίζεται ως σώμα πριν αντιμετωπιστεί ως πρόσωπο. Από τη στιγμή που το βλέμμα πάνω της θεωρείται αυτονόητο δικαίωμα. Από τη στιγμή που η συναίνεση γίνεται διαπραγματεύσιμη. Από τη στιγμή που ο εξευτελισμός βαφτίζεται χιούμορ, η παρενόχληση φλερτ και η ανδρική επιμονή μαγκιά. Από τη στιγμή που ο πόνος της γυναίκας αμφισβητείται πιο εύκολα απ’ όσο αμφισβητείται ο λόγος του άνδρα που την έβλαψε.
Εκεί χτίζεται το έδαφος πάνω στο οποίο ανθίζει η μεγάλη φρίκη. Οχι ξαφνικά, αλλά σιγά-σιγά, με χίλιους μικρούς τρόπους που οι κοινωνίες συχνά αρνούνται να αναγνωρίσουν. Κι όταν τελικά η βία εμφανίζεται γυμνή, ωμή και αποκρουστική, όλοι κάνουν πως αναρωτιούνται από πού ήρθε. Η αλήθεια είναι ότι δεν ήρθε από μακριά. Ηταν ήδη εδώ. Απλώς μέχρι χθες φορούσε πιο καθημερινά ρούχα.
Το πιο επώδυνο συμπέρασμα είναι ίσως αυτό: ότι η κοινωνία έχει αρχίσει να εξοικειώνεται με τον γυναικείο τρόμο. Οχι πάντα συνειδητά, ούτε με τον ίδιο τρόπο παντού, αλλά αρκετά ώστε να μην τινάζεται πια κάθε φορά στον αέρα. Κι αυτή η εξοικείωση είναι ίσως πιο επικίνδυνη κι από την ίδια τη βία, γιατί χωρίς αυτήν η βία δεν θα μπορούσε να απλωθεί τόσο πολύ. Οταν ο βιασμός γίνεται «υλικό», όταν ο εξευτελισμός γίνεται βίντεο, όταν η κακοποίηση γίνεται viral στιγμή, τότε κάτι πολύ σοβαρό έχει ήδη συμβεί: έχει ραγίσει το στοιχειώδες όριο ανάμεσα στη φρίκη και στην κατανάλωσή της.
Κι αν υπάρχει κάτι που αξίζει να ειπωθεί καθαρά, είναι αυτό: το πρόβλημα δεν είναι μόνο οι άνδρες που χτυπούν, βιάζουν ή σκοτώνουν γυναίκες. Το πρόβλημα είναι και ο κόσμος που τους χωρά. Ο κόσμος που τους παρακολουθεί. Ο κόσμος που τους επιτρέπει να νιώθουν πως αυτό που κάνουν δεν είναι μόνο πράξη εξουσίας αλλά και παράσταση. Ο κόσμος που εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τη γυναικεία αξιοπρέπεια ως διαπραγματεύσιμη.
Οσο δεν κοιτάμε αυτόν τον κόσμο κατάματα, θα συνεχίζουμε να σοκαριζόμαστε επιλεκτικά και να αποτυγχάνουμε συνολικά. Και όσο η βία κατά των γυναικών θα εξακολουθεί να παράγει θεατές, τόσο δεν θα μιλάμε μόνο για εγκλήματα. Θα μιλάμε για μια κοινωνία που έχει πάψει να αντιδρά όπως θα όφειλε, ακριβώς επειδή έχει αρχίσει να συνηθίζει αυτό που δεν θα έπρεπε ποτέ να αντέχει.
Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη
Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.
Ακολουθήστε μας για όλες τις ειδήσεις στο Bing News και το Google News
