Η νέα εκπαιδευτική χρονιά και το πραγματικό πολιτικό στοίχημα
Ο Γιώργος Παναγιωτόπουλος είναι Καθηγητής, Αντιπρύτανης Πανεπιστημίου Πατρών

Στο έργο του «Η παιδεία. Το μεγάλο μας πρόβλημα», ο Ευάγγελος Παπανούτσος, εξέχων παιδαγωγός και φιλόσοφος του 20ού αιώνα, έγραφε πως ο πολίτης έχει δικαίωμα να ρωτά εκείνους που διεκδικούν τη διακυβέρνηση «πώς σκέπτονται να μορφώσουν τα παιδιά του». Κάθε φορά που επιστρέφω σε αυτή τη σκέψη, αντιλαμβάνομαι πόσο απαιτητικό είναι το ερώτημα για όποιον ζητά να κυβερνήσει. Τον υποχρεώνει να εξηγήσει ποια κοινωνία επιδιώκει να διαμορφώσει.
Μαζί με τις ευχές για τη νέα εκπαιδευτική χρονιά, θα άξιζε λοιπόν να δώσουμε στους νέους μια εξήγηση για τη χώρα που τους καλούμε να εμπιστευτούν. Τους ζητάμε να επενδύσουν χρόνια από τη ζωή τους στη μόρφωση και να πιστέψουν ότι ο κόπος τους θα έχει αντίκρισμα. Αυτή η δέσμευση αφορά το σύνολο των εφαρμοζόμενων πολιτικών, αφού όσα διδάσκονται μέσα στην τάξη δοκιμάζονται καθημερινά στη ζωή.
Όταν το σχολείο διδάσκει τον σεβασμό στους κανόνες, η κυβέρνηση έχει την ευθύνη να τους εφαρμόζει και απέναντι στους ισχυρούς. Κάθε προνομιακή εξαίρεση δίνει στους νέους ένα μάθημα που δύσκολα διορθώνεται μέσα στην τάξη. Αντίστοιχα, η καλλιέργεια της ελεύθερης σκέψης προϋποθέτει μια εξουσία που αποδέχεται ότι οι πολίτες θα γίνονται απαιτητικότεροι απέναντί της. Η εκπαιδευτική πολιτική φανερώνει, επομένως, και την αντίληψη μιας κυβέρνησης για τη δημοκρατία.
Η αντίληψη αυτή εκφράζεται και στον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση αντιμετωπίζει τον εκπαιδευτικό. Η εμπιστοσύνη στη δουλειά του σημαίνει ότι η κεντρική διοίκηση είναι πρόθυμη να μοιραστεί αρμοδιότητες, αφήνοντας στο σχολείο χώρο να αποφασίζει για ζητήματα που γνωρίζει καλύτερα. Μια κυβέρνηση κρίνεται και από την εξουσία που δέχεται να παραχωρήσει. Η ευθύνη του εκπαιδευτικού γίνεται τότε ουσιαστικότερη. Η αξιολόγηση του έργου του αποκτά νόημα όταν συμβάλλει στη βελτίωση της διδασκαλίας και δεσμεύει τη διοίκηση να αντιμετωπίζει τις ανάγκες που αναδεικνύονται.
Για να αναλάβει αυτή την ευθύνη, το σχολείο χρειάζεται τα κατάλληλα μέσα. Με τον ετήσιο προϋπολογισμό η κυβέρνηση αποφασίζει πόσο από το κόστος της μόρφωσης θα καλύψει η πολιτεία και πόσο θα αφήσει στις οικογένειες. Όταν μια αναγκαία εκπαιδευτική υποστήριξη αναζητείται ιδιωτικά τότε οι γονείς πληρώνουν μέρος μιας δημόσιας υποχρέωσης. Εκεί κρίνονται οι διακηρύξεις για τη δημόσια παιδεία.
Στο πανεπιστήμιο, η υποχρέωση αυτή μεταξύ άλλων, αφορά τόσο την ποιότητα των σπουδών όσο και τη δυνατότητα του φοιτητή να τις ολοκληρώσει, χωρίς το κόστος διαβίωσης να γίνεται εμπόδιο. Γι’ αυτό η φοιτητική μέριμνα αποτελεί ουσιαστικό μέρος της δημόσιας επένδυσης στην ανώτατη εκπαίδευση. Τα ιδρύματα χρειάζονται σταθερούς πόρους και ουσιαστική αυτοδιοίκηση για να σχεδιάζουν το έργο τους. Χρειάζονται επίσης μια πολιτεία που στηρίζει την έρευνα ακόμη κι όταν η αξία της δεν μεταφράζεται σε άμεσο οικονομικό όφελος. Σε αυτή την επιλογή φαίνεται πόσο αληθινά πιστεύει μια κυβέρνηση στη γνώση ως δύναμη προόδου.
Η επένδυση στη γνώση δημιουργεί υποχρεώσεις και για την οικονομική πολιτική. Όταν οι απόφοιτοι συναντούν περιορισμένες δυνατότητες να αξιοποιήσουν όσα έμαθαν, η διαρκής προτροπή να αποκτήσουν περισσότερα προσόντα μεταφέρει στους ίδιους την ευθύνη για αδυναμίες της οικονομίας. Έχουν κάθε λόγο λοιπόν να ζητούν από εκείνους που κυβερνούν ένα παραγωγικό σχέδιο που θα διευρύνει τις επαγγελματικές τους επιλογές. Διαφορετικά, η υπόσχεση ότι η μόρφωση ανοίγει δρόμους χάνει την αξιοπιστία της στην πιο κρίσιμη στιγμή, όταν ο νέος επιχειρεί να οργανώσει τη ζωή του.
Για να υπηρετηθεί μια τέτοια κατεύθυνση, χρειάζονται αποφάσεις που μπορεί να αποδώσουν πολύ μετά τη λήξη της θητείας εκείνων που τις λαμβάνουν. Αυτό όμως απαιτεί πολιτικό θάρρος και πατριωτική ευθύνη. Ανάλογη ευθύνη έχει και η αντιπολίτευση, όταν καλείται να προτείνει αλλαγές και να αναγνωρίσει όσα αξίζει να συνεχιστούν. Η υπεράσπιση της δημόσιας εκπαίδευσης την υποχρεώνει να εξηγήσει πώς θα αντιμετωπίσει τις αδυναμίες της. Κάθε νέα ηγεσία οφείλει να συνυπολογίζει το κόστος των διαρκών επανεκκινήσεων για όσους βρίσκονται ήδη στο σχολείο ή στο πανεπιστήμιο. Οι σημερινές αποφάσεις για την εκπαίδευση θα επηρεάζουν τη ζωή των νέων για πολλά χρόνια.
Μπορεί, λοιπόν, η παιδεία να γίνει το πεδίο όπου η πολιτική θα ξανακερδίσει την εμπιστοσύνη της κοινωνίας;
Η καθημερινή δουλειά στα σχολεία και στα πανεπιστήμια μας δίνει πολλούς λόγους για να αισιοδοξούμε. Υπάρχουν οι εκπαιδευτικοί, όλων των βαθμίδων, που κρατούν ζωντανό το ενδιαφέρον για τη γνώση και οι νέοι που επιμένουν να διεκδικούν ένα καλύτερο μέλλον.
Το πραγματικό πολιτικό στοίχημα για τις πολιτικές δυνάμεις της χώρας είναι να στηρίξουν αυτή την προσπάθεια, δίνοντας στους νέους, βάσιμους λόγους να εμπιστευτούν το μέλλον τους στη χώρα. Η αξιοπιστία του σχεδίου τους για την Ελλάδα θα κριθεί από τις δυνατότητες που θα προσφέρουν σε αυτή τη γενιά να διαμορφώσει τη ζωή της.
Καλή αρχή στη νέα εκπαιδευτική χρονιά, με την προσδοκία να απαντηθεί το κρίσιμο πολιτικό ερώτημα. Τι εκπαίδευση θέλουμε και, τελικά, τι χώρα θέλουμε να οικοδομήσουμε;
**Το παρόν άρθρο αποτυπώνει αποκλειστικά προσωπικές απόψεις του συντάκτη, οι οποίες δεν εκφράζουν και δεν αντιπροσωπεύουν, σε καμία περίπτωση, το Πανεπιστήμιο Πατρών.
Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη
Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.
Ακολουθήστε μας για όλες τις ειδήσεις στο Bing News και το Google News