Ιδιωτικό χρέος και ΜμΕ: η σιωπηλή κρίση που το σύστημα δυσκολεύεται να διαχειριστεί

Η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να φέρει ένα σημαντικό διαρθρωτικό βάρος που, παρά τις επιμέρους παρεμβάσεις των τελευταίων ετών, παραμένει χωρίς ουσιαστική και μόνιμη αντιμετώπιση: το ιδιωτικό χρέος. Πρόκειται για ένα πρόβλημα που έχει μεταβάλει τη μορφή και τη γεωγραφία του μέσα στην οικονομία, μετατοπιζόμενο σταδιακά από το τραπεζικό σύστημα προς το Δημόσιο και τις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων (servicers), ενώ συνεχίζει να περιορίζει τη ρευστότητα και τις αναπτυξιακές δυνατότητες χιλιάδων μικρομεσαίων επιχειρήσεων.
Το ζήτημα δεν αφορά αποκλειστικά τους ίδιους τους οφειλέτες. Επηρεάζει τη συνολική παραγωγική βάση της χώρας, καθώς οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις αντιπροσωπεύουν περίπου το 99% των ελληνικών επιχειρήσεων, απασχολούν το μεγαλύτερο μέρος του εργατικού δυναμικού του ιδιωτικού τομέα και αποτελούν βασικό πυλώνα της τοπικής οικονομικής δραστηριότητας.
Το μέγεθος του προβλήματος
Σύμφωνα με τα πλέον πρόσφατα διαθέσιμα στοιχεία για το 2025, το συνολικό ιδιωτικό χρέος νοικοκυριών και επιχειρήσεων στην Ελλάδα εκτιμάται στα 400–408 δισεκατομμύρια ευρώ, επίπεδο που αντιστοιχεί σε ποσοστό άνω του 160% του ΑΕΠ.
Από το ποσό αυτό, περισσότερα από 236 δισεκατομμύρια ευρώ χαρακτηρίζονται ως ληξιπρόθεσμα ή προβληματικά, γεγονός που αναδεικνύει το εύρος της πίεσης που συνεχίζει να δέχεται η πραγματική οικονομία.
Η σύνθεση του χρέους παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ενώ κατά την προηγούμενη δεκαετία το επίκεντρο βρισκόταν κυρίως στα μη εξυπηρετούμενα τραπεζικά δάνεια, σήμερα το μεγαλύτερο μέρος του βάρους εντοπίζεται στις οφειλές προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία, καθώς και στα χαρτοφυλάκια που διαχειρίζονται οι servicers.
Η εξέλιξη αυτή αντανακλά τις περιορισμένες δυνατότητες των προηγούμενων ρυθμιστικών παρεμβάσεων να δημιουργήσουν μόνιμες συνθήκες εξυγίανσης και βιώσιμης επανένταξης επιχειρήσεων και νοικοκυριών.
Τα υφιστάμενα εργαλεία και τα λειτουργικά όρια
Ο εξωδικαστικός μηχανισμός ρύθμισης οφειλών αποτελεί το βασικό εργαλείο που χρησιμοποιεί σήμερα η πολιτεία για τη διαχείριση του ιδιωτικού χρέους. Ωστόσο, στην πράξη, αρκετές επιχειρήσεις συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην επίτευξη βιώσιμων ρυθμίσεων.
Το βασικό πρόβλημα συνδέεται άμεσα με τη ρευστότητα. Για να μπορέσει μια επιχείρηση να στηρίξει μια μακροχρόνια ρύθμιση, χρειάζεται επαρκείς ταμειακές ροές και λειτουργική σταθερότητα. Ωστόσο, πολλές από τις επιχειρήσεις που προσφεύγουν στον μηχανισμό αντιμετωπίζουν ήδη περιορισμένη πρόσβαση σε κεφάλαιο κίνησης και αυξημένες λειτουργικές πιέσεις.
Παράλληλα, οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων λειτουργούν με συγκεκριμένα επενδυτικά και επιχειρηματικά κριτήρια, τα οποία δεν ταυτίζονται πάντοτε με τις ανάγκες μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας του οφειλέτη. Ως αποτέλεσμα, σημαντικός αριθμός επιχειρήσεων παραμένει σε παρατεταμένη κατάσταση αβεβαιότητας.
Την ίδια στιγμή, οι μεγάλες αλυσίδες και τα διεθνή ψηφιακά marketplaces, με ευκολότερη πρόσβαση σε χρηματοδότηση και κεφάλαια, ενισχύουν συνεχώς τη θέση τους στην αγορά, αυξάνοντας περαιτέρω την πίεση προς τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα.
Η τιτλοποίηση υποχρεώσεων ως εναλλακτικό εργαλείο
Στο πλαίσιο αυτό, επανέρχεται στη συζήτηση η αξιοποίηση εναλλακτικών χρηματοδοτικών εργαλείων, όπως η τιτλοποίηση υποχρεώσεων, πρακτική που εφαρμόζεται ήδη σε αρκετές ευρωπαϊκές αγορές.
Η βασική λογική του μηχανισμού αφορά τη μετατροπή υποχρεώσεων μιας επιχείρησης σε χρηματοπιστωτικούς τίτλους, οι οποίοι μπορούν να αποκτηθούν από επενδυτές. Μέσω αυτής της διαδικασίας, δημιουργείται νέα ρευστότητα, η οποία χρησιμοποιείται για την αποπληρωμή των αρχικών υποχρεώσεων, ενώ η επιχείρηση αποκτά ένα διαφορετικό και περισσότερο διαχειρίσιμο πλαίσιο αποπληρωμής.
Η αποτελεσματικότητα του μοντέλου ενισχύεται όταν εφαρμόζεται σε χαρτοφυλάκια πολλών επιχειρήσεων με παρόμοια χαρακτηριστικά, επιτρέποντας τη διασπορά κινδύνου και τη δημιουργία επενδυτικών δομών διαφορετικής διαβάθμισης κινδύνου και απόδοσης.
Πρόκειται για μια πρακτική γνωστή στις ευρωπαϊκές κεφαλαιαγορές μέσω των Asset Backed Securities, η οποία θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο ευρύτερης αξιολόγησης και στην ελληνική αγορά μικρομεσαίων επιχειρήσεων.
Το ρυθμιστικό πλαίσιο
Σε θεσμικό επίπεδο, το ευρωπαϊκό πλαίσιο για τη λειτουργία τέτοιων δομών υπάρχει ήδη. Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2020/1503 για τους Ευρωπαίους Παρόχους Υπηρεσιών Συμμετοχικής Χρηματοδότησης (ECSP) διαμορφώνει ένα κοινό εποπτικό πλαίσιο για πλατφόρμες που συνδέουν επιχειρήσεις και επενδυτές μέσω χρηματοδοτικών εργαλείων και έκδοσης τίτλων.
Στην Ελλάδα, αρμόδια εποπτική αρχή είναι η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, ενώ το υφιστάμενο κανονιστικό πλαίσιο προβλέπει συγκεκριμένες απαιτήσεις διαφάνειας, εποπτείας και ελέγχου.
Το βασικό ερώτημα, συνεπώς, δεν αφορά τόσο την ύπαρξη θεσμικών εργαλείων, όσο την αξιοποίηση και προσαρμογή τους στις πραγματικές ανάγκες της ελληνικής μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας.
Για τους Accountsaints,
Χρήστος Ι. Γρηγοράτος
Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη
Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.
Ακολουθήστε μας για όλες τις ειδήσεις στο Bing News και το Google News