Κώστας Δαβουρλής: Μια αξεπέραστη ποδοσφαιρική ιδιοφυΐα
Η κληρονομιά που άφησε πίσω του αυτός ο τεράστιος ποδοσφαιριστής που έφυγε πρόωρα από τη ζωή
Από τον συμπολίτη Κώστα Σταμολίτη, λάβαμε και δημοσιεύουμε το παρακάτω άρθρο με αφορμή τη συμπλήρωση 34 χρόνων από τον θάνατο του Κώστα Δαβουρλή:
Σαν σήμερα, πριν 34 χρόνια (στις 23.05.1992), έφυγε ξαφνικά από τη ζωή ο Κώστας Δαβουρλής. Για να τιμήσουμε την μνήμη του, επιτρέψτε μου να δημοσιεύσω (όπως και παλαιότερα) ένα μικρό αφιέρωμά μου στον ίδιο (με κάποιες συμπληρώσεις).
Με την ελπίδα, ότι η μεγάλη αυτή ποδοσφαιρική προσωπικότητα, εμβληματική μορφή και διαχρονικό κόσμημα της ομάδας και της πόλης, που ποτέ δεν μπορεί να ξεχασθεί, να εμπνεύσει – κάποια στιγμή – όλους όσους αγαπούν την Παναχαϊκή, ώστε ενωμένοι, να βρουν τις λύσεις που χρειάζονται, για να μπορέσει να σταθεί και πάλι όρθια και να ξαναγίνει μεγάλη.
Όμως, και με την πικρή διαπίστωση, ότι παρότι αυτός ο άνθρωπος προσέφερε τόσα πολλά στην ομάδα και στην πόλη, είναι προφανές, ότι, εδώ και πολλά χρόνια, ολόκληρη η πόλη δεν μπορεί να βρει τον τρόπο να δώσει στην ομάδα, έστω και ένα μικρό μέρος αυτών που η μεγάλη αυτή μορφή προσέφερε.
Έτυχε να μεγαλώσω στο Στάδιο της Παναχαϊκής (γεννήθηκα στα τέλη του 1961) και, μοιραία, σε καθημερινή σχεδόν βάση, από το 1968 και στην συνέχεια, να τον παρακολουθήσω σε χιλιάδες προπονήσεις και εκατοντάδες αγώνες. Όπως, βέβαια, και τους υπόλοιπους, πολύ σπουδαίους ποδοσφαιριστές της Παναχαϊκής, στις αρχές της δεκαετίας του ΄70. Μια φουρνιά Πατρινών πολύ ταλαντούχων ποδοσφαιριστών, που, στην σύγχρονη μορφή του Ελληνικού ποδοσφαίρου, δεν είναι δυνατόν να εμφανισθεί και πάλι στην πόλη με τέτοια μορφή και να πετύχει κάτι ανάλογο μ’ αυτό που πέτυχε εκείνη η φουρνιά τότε.
Κορυφαίος όλων αυτών, ήταν ο Κώστας Δαβουρλής.
Για την μεγάλη πλειοψηφία του ποδοσφαιρικού κόσμου στην Ελλάδα, ήταν ανάμεσα στους 7 – 8 καλύτερους Έλληνες ποδοσφαιριστές που ανέδειξε το Ελληνικό ποδόσφαιρο στον προηγούμενο αιώνα. Μάλιστα, για τους πιο ειδικούς στον χώρο, ήταν, από άποψης τεχνικής κατάρτισης, ταλέντου, ποδοσφαιρικής ευφυΐας και γενικά ποδοσφαιρικών προσόντων, ο πλέον προικισμένος Έλληνας ποδοσφαιριστής.
Πιθανόν, κάποιοι νεότεροι, που δεν τον είδαν να παίζει ποδόσφαιρο, να θεωρούν, ότι κάπου υπάρχει και κάποια υπερβολή σε όλα αυτά (όπως, άλλωστε, συχνά, συνηθίζεται η υπερβολή στο ποδόσφαιρο). Όμως, οι πιο πάνω απόψεις, για τον Κώστα Δαβουρλή δεν μπορεί να χαρακτηρισθούν υπερβολικές, αντίθετα είναι πολύ κοντά στην πραγματικότητα.
Να υπενθυμίσω στους παλαιότερους, ότι, την δεκαετία του 1970, έπαιζε ποδόσφαιρο Ελλάδα ο σπουδαίος Ουρουγουανός διεθνής, Μίλτον Βιέρα, ο πρώτος ποδοσφαιριστής που έπαιξε στο Ελληνικό πρωτάθλημα, έχοντας, προηγουμένως, παίξει σε τελικά Παγκοσμίου Κυπέλλου και ο πρώτος που δίδαξε στην Ελλάδα πώς παίζεται η θέση του αμυντικού χαφ (και γιός κορυφαίου – τότε – προπονητή ποδοσφαίρου στη Νότιο Αμερική).
Αυτός, λοιπόν, ο πολύ σπουδαίος Ουρουγουανός ποδοσφαιριστής, έχοντας – στα μέσα της δεκαετίας του 1970 – συμπαίκτη στον Ολυμπιακό τον Κώστα Δαβουρλή, εκστασιασμένος από το μεγάλο ταλέντο του και γενικά την τεράστια ποδοσφαιρική του προσωπικότητα τον χαρακτήρισε – εδώ, έστω και με κάποια δόση υπερβολής – ΄΄ΠΕΛΕ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ΄΄.
Σε αυτόν τον χαρακτηρισμό οφείλεται και ο όμοιος τίτλος του βιβλίου του Γιώργου Πολ. Παπαδάκη για τον Κώστα Δαβουρλή – εκδόσεις ΔΡΟΜΩΝ (είναι χαρακτηριστικό, ότι για ελάχιστους Έλληνες ποδοσφαιριστές έχουν γραφεί βιβλία – αξίζει κανείς να βρει το χρόνο να διαβάσει αυτό το βιβλίο).
Μάλιστα, ο ίδιος ο Μίλτον Βιέρα, σε παλαιότερη συνέντευξη του (σε μία από τις επισκέψεις του στην Ελλάδα, πολλά χρόνια, μετά την αποχώρηση του από την χώρα), αναφερόμενος στους πολύ καλούς ποδοσφαιριστές που γνώρισε στην Ελλάδα (τα χρόνια που έπαιξε εδώ ποδόσφαιρο), είχε πει, ότι, τουλάχιστον δύο από αυτούς (ο Γιώργος Κούδας και ο Κώστας Δαβουρλής), μπορούσαν να παίξουν σε οποιαδήποτε ομάδα του κόσμου εκείνης της χρονικής περιόδου (βλ. στο διαδίκτυο ΄΄ Ο ΜΙΛΤΟΝ ΒΙΕΡΑ ΣΤΟΝ ALPHA΄΄ μετά το 05:30 ….) ……!!!.
Επίσης, την περίοδο που ο Κώστας Δαβουρλής έπαιζε στον Ολυμπιακό (1974 – 1977), υπήρχαν συμπαίκτες του (ο αρχηγός Γιάννης Γκαϊτατζής, ο Μάϊκ Γαλάκος κ.λπ.), που δημόσια είχαν εκφράσει την άποψή τους, ότι ο Κώστας Δαβουρλής ήταν ο καλύτερος Έλληνας ποδοσφαιριστής εκείνης της εποχής.
Γενικά, πολύ μεγάλος είναι ο αριθμός αυτών, που, κατά καιρούς, εκφράσθηκαν ανάλογα ή περίπου έτσι για την αξία του.
Το μεγάλο ταλέντο του είχε ήδη αρχίσει να φαίνεται από την τριετία 1966 – 1969, όταν, με την Παναχαϊκή στην Β’ Εθνική, είχε εντυπωσιάσει και πετύχαινε τα γκολ με το τσουβάλι (39 γκολ την περίοδο 1966 – 1967 σε ηλικία 18 – 19 ετών, 16 γκολ την περίοδο 1967- 1968 και 34 γκολ την περίοδο 1968 – 1969).
Κομβικό σημείο για την καριέρα του υπήρξε το παιγνίδι της Παναχαϊκής με την ΑΕΚ, στην Αγυιά, για τα προημιτελικά του Κυπέλλου Ελλάδος, στα μέσα Ιουνίου του 1969. Μπροστά σε 15.000 και πλέον χιλιάδες κόσμο (3.000 καθήμενοι, οι υπόλοιποι όρθιοι – στιβαγμένοι σαν τις σαρδέλες – στα χωμάτινα ΄΄τούμπια΄΄ του γηπέδου, σταδίου τότε, της Αγυιάς – παρουσία και του Γ.Γ.Α. του καθεστώτος της επταετίας Κωνσταντίνου Ασλανίδη), ημέρα Τετάρτη, κάτω από τον καυτό ήλιο, η Παναχαϊκή, που, λίγες ημέρες πριν, είχε εξασφαλίσει, για πρώτη φορά στην ιστορία της, την συμμετοχή της – την επόμενη αγωνιστική περίοδο – στην Α’ Εθνική, απέκλεισε με σκορ 4 – 2 την ΑΕΚ του Μπράνκο Στάνκοβιτς, που ήταν πρωταθλήτρια Ελλάδος την αμέσως προηγούμενη αγωνιστική περίοδο (1967 – 1968), με τρία γκολ του Κώστα Δαβουρλή.
Όλη η ποδοσφαιρική Ελλάδα, εκτός από το να εκφράσει τον θαυμασμό της για την Παναχαϊκή, άρχισε να αντιλαμβάνεται, ότι κάτι μεγάλο γεννιέται στην Πάτρα με την Παναχαϊκή, ο δε ο Κώστας Δαβουρλής αμέσως κλήθηκε στην Εθνική Ελλάδος, στην οποία έπαιξε το ίδιο καλοκαίρι, σε ηλικία 21 ετών, όντας ο πρώτος Έλληνας ποδοσφαιριστής που έπαιξε σ’ αυτήν, χωρίς, προηγουμένως, να έχει αγωνισθεί, έστω και μια φορά, στην Α΄ Εθνική.
Έπαιξε στην Παναχαϊκή μέχρι το καλοκαίρι του 1974, οπότε, σχεδόν στα 27 του, πήρε μεταγραφή στον Ολυμπιακό. Η πιο ακριβή, μέχρι τότε, μεταγραφή για Έλληνα ποδοσφαιριστή (περίπου 10.000.000 δραχμές). Μια μεταγραφή, για την οποία υπήρξαν πάρα πολλές αντιδράσεις, τότε, στην Πάτρα. Η αλήθεια είναι, ότι ο Κώστας Δαβουρλής ήθελε την μεταγραφή αυτή. Πρώτον για να ΄΄αποκατασταθεί΄΄ οικονομικά, κάτι που δεν μπορούσε να του προσφέρει, τότε, η Παναχαϊκή (όσο, βέβαια, θα μπορούσε να μιλήσει κανείς για ΄΄οικονομική αποκατάσταση΄΄, αφού το ποδόσφαιρο δεν είχε γίνει ακόμη επαγγελματικό – αυτό ξεκίνησε, σιγά – σιγά, από το 1979) και δεύτερον, γιατί θα είχε την ευκαιρία να παίξει σε μια μεγαλύτερη ομάδα (στην οποία, από το 1974 και στην συνέχεια, το 80% σχεδόν του ρόστερ του ήταν διεθνείς – όλα αυτά με χρήματα του αείμνηστου Νίκου Γουλανδρή).
Αλλά και η διοίκηση της Παναχαϊκής (στην πλειοψηφία της) ήθελε την μεταγραφή αυτή για να αναπνεύσει οικονομικά το σωματείο (υπήρξαν, όμως, μεγάλες αντιδράσεις, ιδίως στον κόσμο, που εκφράσθηκαν έντονα και στον τύπο της εποχής, ακόμη και με απαιτήσεις του κόσμου για παραίτηση της διοίκησης).
Πήγε φθασμένος – πρωτοκλασάτος ποδοσφαιριστής στον Ολυμπιακό, δεν είχε να αποδείξει κάτι, έπαιξε αμέσως (άλλωστε, όλοι γνώριζαν άριστα την αξία του), προσέφερε για 3 χρόνια και αγαπήθηκε πολύ από τον κόσμο του Ολυμπιακού.
Πολλές φορές ήταν αυτός που έπαιρνε τις πρωτοβουλίες στα δύσκολα και αυτός που έδινε τις ουσιαστικές λύσεις που χρειαζόταν η ομάδα του Πειραιά (υπήρξαν στιγμές, που ΄΄ανάγκασε΄΄ 40.000 φίλους του Ολυμπιακού στο παλιό ΄΄Γ. Καραϊσκάκης΄΄ να τον χειροκροτούν όρθιοι).
Όμως, ο ίδιος ήξερε, εξ αρχής, ότι η ζωή του ήταν στην Πάτρα, όπου ζούσε η οικογένειά του και ότι ο Ολυμπιακός ήταν μόνο μια παρένθεση, για τους πιο πάνω λόγους. Έτσι, με το ζόρι, έμεινε τρία χρόνια στον Ολυμπιακό. Ήδη, μετά την συμπλήρωση του δεύτερου χρόνου – έχοντας κλείσει τα είκοσι οκτώ του – είχε εκφράσει ρητά την επιθυμία να γυρίσει στην Πάτρα. Γύρισε, το καλοκαίρι του 1977, λίγο πριν τα 30 του, προκειμένου να συνεχίσει να παίζει ποδόσφαιρο, αλλά, πλέον, πιο ξεκούραστα και με πολύ λιγότερη πίεση (για το κέφι του). Στην Πάτρα, όπου ήταν, πάντα, βασιλιάς.
Όμως, η επιστροφή αυτή δεν έγινε εύκολα, διότι ο Ολυμπιακός δεν ήθελε να τον αφήσει να φύγει. Έτσι, αναγκαστικά, μετά από αρκετές συζητήσεις και πιέσεις, τα πράγματα οδηγήθηκαν σε μία και πάλι ακριβή μεταγραφή. Ειδικότερα, για να επιστρέψει ο Κώστας Δαβουρλής στην Παναχαϊκή, το καλοκαίρι του 1977, αφενός μεν η Πατρινή ομάδα κατέβαλε αρκετά χρήματα, τότε, στον Ολυμπιακό, αφετέρου δε του παραχώρησε και δύο από τους καλύτερους, τότε, ποδοσφαιριστές της, τον Κυριάκο Ανδρούτσο και τον Γιώργο Σπυρόπουλο.
Εδώ, θα ήθελα να αναφέρω μια χαρακτηριστική στιγμή, ενδεικτική του πόσο δεμένος ήταν με την Πάτρα και το γήπεδο (τότε στάδιο) της Αγυιάς. Ήταν καλοκαίρι του 1976 (Ιούλιος μήνας), ο Κώστας Δαβουρλής (αν όχι ο κορυφαίος, ένας από τους κορυφαίους Έλληνες ποδοσφαιριστές, εκείνη την περίοδο) ήταν στην Πάτρα, όπως συνήθιζε σε όλες σχεδόν τις διακοπές του πρωταθλήματος και τα καλοκαίρια, και ένα απόγευμα βρέθηκε στο γήπεδο της Αγυιάς, όπου η εφηβική ομάδα της Παναχαϊκής είχε δίτερμα.
Μίλησε με τους γνωστούς, χαιρέτησε τον δάσκαλό του Σπύρο Βουλγαράκη και του ζήτησε να παίξει και αυτός στο δίτερμα, πράγμα που φυσικά του επέτρεψε αμέσως. Άφησε στην άκρη τα σανδάλια του και το μακό αθλητικό μπλουζάκι που φορούσε, και εντελώς ξυπόλητος αλλά και γυμνός από την μέση και πάνω, φορώντας μόνο ένα τζην παντελόνι, έπαιξε για αρκετή ώρα στο δίτερμα στο χορτάρι, κάνοντας διάφορα μαγικά αλλά και κάποια σουτ που δεν πιάνονταν με τίποτα. Στην συνέχεια, μετά από ένα μισάωρο περίπου, ευχαρίστησε και χαιρέτησε όλους και έφυγε.
Με την αποχώρησή του, φυσικά, σταμάτησε και το δίτερμα, αφού σε κανέναν (ούτε καν στον Σπύρο Βουλγαράκη ..!!!) δεν υπήρχε η συγκέντρωση για συνέχισή του ….!!!! Δεν είχε νόημα. Σιωπηλά, με ένα απλό νεύμα, ο Σπύρος Βουλγαράκης έδειξε τον δρόμο προς τα αποδυτήρια. Είναι μια σκηνή που μου έχει ΄΄μείνει΄΄.
Για τα στατιστικά του Κώστα Δαβουρλή (συμμετοχές στα πρωταθλήματα, στις διάφορες Εθνικές ομάδες, γκολ, πρωτιές σε διάφορα θέματα κ.λπ.), μπορεί να διαβάσει κανείς ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες στο πιο πάνω βιβλίο του Γιώργου Πολ. Παπαδάκη ΄΄Ο ΠΕΛΕ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ΄΄ – εκδόσεις ΔΡΟΜΩΝ, όπου υπάρχει πλήρης και αναλυτική καταγραφή. Επίσης, στο βιβλίο αυτό μιλούν για τον Κώστα Δαβουρλή, πολλές μεγάλες προσωπικότητες του Ελληνικού ποδοσφαίρου, αλλά και άνθρωποι που τον γνώριζαν από πολύ κοντά (Γ. Κούδας, Β. Χατζηπαναγής, Μ. Δομάζος, Μ. Παπαϊωάννου, Τ. Λουκανίδης, Γ. Διακογιάννης και πολλές άλλες σπουδαίες προσωπικότητες του ποδοσφαίρου).
Γι’ αυτούς που δεν πρόλαβαν να τον δουν να παίζει ποδόσφαιρο και, φυσικά, για τους περισσότερο μυημένους στο ποδόσφαιρο, θα προσπαθήσω να περιγράψω – περιληπτικά – την ποδοσφαιρική του εικόνα.
Ήταν σχετικά ψηλός για την εποχή του (γύρω στο 1,77 μ.), με αρμονική κίνηση, χρησιμοποιούσε άριστα και τα δύο του πόδια (εσωτερικά και εξωτερικά), έχοντας πολύ δυνατό και ευθύβολο σουτ (΄΄κανονιέρη΄΄ τον αποκαλούσε – συνεχώς – ο αθλητικός τύπος της εποχής), αλλά και μεγάλη μεταβίβαση ακριβείας, προσόντα που ήταν σχεδόν αδύνατο για την εποχή του να συγκεντρώνονται όλα μαζί σε ένα ποδοσφαιριστή.
Πολλές φορές, στα σουτ του συνδύαζε την δύναμη με τα φάλτσα, πραγματικός εφιάλτης για τους αντίπαλους τερματοφύλακες. Γενικά, και με τα δύο του πόδια (και με το εσωτερικό τους αλλά και με το εξωτερικό τους) – χωρίς καμία υπερβολή – έκανε ό, τι ήθελε την μπάλα.
Εδώ θα πρέπει να αναφερθεί, ότι, εσφαλμένα αναφέρεται από κάποιους, ότι ήταν αριστεροπόδαρος, αφού, στην πραγματικότητα, ο ίδιος, στα κρίσιμα στημένα (πέναλτι, επικίνδυνα φάουλ) επέλεγε, σχεδόν, πάντα, το δεξί του πόδι. Πολλοί παρασύρθηκαν, επειδή, εξ ίσου καλά, χρησιμοποιούσε και το αριστερό, πολλές φορές φορούσε το νούμερο 11 (όταν επέστρεψε ο Πέτρος Λεβεντάκος από τον Εθνικό, ο Κώστας Δαβουρλής, σε ένδειξη σεβασμού, αναγνωρίζοντας την αξία του και πολύ ικανοποιημένος από την επιστροφή του – γιατί θα ενίσχυε σοβαρά την ομάδα – του προσέφερε την φανέλα με το νούμερο 10 και κράτησε αυτή με το νούμερο 11) και έπαιζε στην αριστερή πλευρά της επίθεσης, αλλά και πέτυχε πολλά γκολ με το αριστερό.
Είχε άριστη τεχνική κατάρτιση (στο υψηλότερο επίπεδο που έχουμε δει), μεγάλη ικανότητα στο να δέχεται την μπάλα ξεμαρκάριστος, εκπληκτικό σπάσιμο της μέσης με πολύ αποτελεσματική προσποίηση, εκρηκτικότητα στην αρχή της φάσης, πολύ ικανός να παίζει ένας απέναντι σε έναν, έχοντας εύκολη ντρίπλα. Πριν υποδεχθεί την μπάλα, είχε ήδη αποφασίσει τι θα κάνει.
Δεν ήταν πολύ γρήγορος στις αποστάσεις 25 – 35 μέτρων (ο Θέμης Ρήγας, ο Διονύσης Καπανδρίτης και ο Κυριάκος Ανδρούτσος ήταν αρκετά πιο γρήγοροι – ιδίως ο Θέμης Ρήγας στην κόντρα επίθεση ήταν άπιαστος, με τρομερή επιτάχυνση, πραγματικός εφιάλτης για τους αντίπαλους μπακ), όμως το άριστο κοντρόλ της μπάλας, το ότι έπαιζε, πάντα, με ψηλά το κεφάλι, βλέποντας γήπεδο, το ότι είχε πολύ καλή κάθετη διείσδυση, η εκρηκτικότητα στην αρχή της φάσης, το σπάσιμο της μέσης και η ικανότητά του στο να παίζει ένας προς έναν, του έδιναν την δυνατότητα να είναι από τους πιο γρήγορους ποδοσφαιριστές με την μπάλα στα πόδια (και μάλιστα σε κάθετη κίνηση, που είναι και το σαφώς πιο δύσκολο).
Δεν θα μπορούσε κανείς να τον πει καλό στο ψηλό παιγνίδι (ο Ανδρέας Μιχαλόπουλος, ο Δημήτρης Σπεντζόπουλος και ο Γιώργος Σπυρόπουλος ήταν πολύ καλύτεροι σ’ αυτό), αντίθετα προτιμούσε σαφώς το στρωτό ποδόσφαιρο.
Επίσης, δεν αναλωνόταν σε πολλά χιλιόμετρα μέσα στο γήπεδο (ο Βασίλης Στραβοπόδης, άριστος τεχνίτης, με κοφτή ντρίπλα, όργωνε στην κυριολεξία κάθε σπιθαμή του γηπέδου).
Είχε κρύο αίμα. Δεν επηρεαζόταν από την κερκίδα. Είτε η κερκίδα ήταν ΄΄εκκλησία΄΄ είτε καζάνι που έβραζε, ήταν σαν να έπαιζε χωρίς αυτήν.
Είχε, πάντα, εμπιστοσύνη στον εαυτό του και ποτέ δεν έχανε την αυτοκυριαρχία του. Ακόμη και στην κακή του μέρα, παρέμενε ήρεμος και δεν εκβίαζε τα πράγματα. Άλλωστε, όλοι ξέραμε, ότι με μια – δύο ενέργειες, μπορούσε να αλλάξει την ροή του αγώνα. Ποτέ δεν φοβήθηκε να ΄΄βγάλει τα κάστανα από την φωτιά΄΄. Όπως είχε πει και ο Χρήστος Βασιλόπουλος (βλ. συνέντευξη του στο βιβλίο ΄΄Ο ΠΕΛΕ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ΄΄), ο Κώστας Δαβουρλής του έλεγε, με χιούμορ ΄΄ δώσε μου εμένα την μπάλα και εγώ, μετά, ξέρω, τι έργο θα γυρίσω΄΄). Ο δε σπουδαίος Έλληνας προπονητής Πάνος Μάρκοβιτς ήταν αυτός που είχε πει «Ο Κώστας Δαβουρλής ήταν από τους ελάχιστους ποδοσφαιριστές που είχε την ικανότητα να ξεκινήσει μια φάση από το μηδέν και να τη φθάσει μόνος του μέχρι το δέκα. Και να σκοράρει, δηλαδή».
Ήταν ηγετική – επιβλητική προσωπικότητα μέσα στο γήπεδο, με έντονο (με την καλή έννοια) ποδοσφαιρικό εγωισμό. Ζητούσε, πάντα, την μπάλα, ήθελε την πρωτοβουλία.
Είχε εύκολο το γκολ και ήταν σπεσιαλίστας στα φάουλ (μέχρι – μετά τον θάνατό του – να τον προσπεράσει ο Κώστας Φραντζέσκος, ήταν αυτός που είχε πετύχει τα περισσότερα γκολ από φάουλ στην Α΄ Εθνική – με 22 γκολ από φάουλ εξακολουθεί να παραμένει δεύτερος στην σχετική λίστα, με τρίτο τον Δ. Σαραβάκο με 16 – επίσης είναι πρώτος σε γκολ γενικά από στημένα – βλ. σχετικά στο πιο πάνω βιβλίο του Γιώργου Πολ. Παπαδάκη – ΄΄Ο ΠΕΛΕ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ΄΄). Μέχρι το 1974 έπαιζε περισσότερο στην επίθεση, μετά το 1974 γύρισε πιο πίσω και ο ρόλος του ήταν περισσότερο επιτελικός – οργανωτικός και λιγότερο εκτελεστικός.
Γι’ αυτό, όπως είναι φυσικό, μετά το 1974, μειώθηκε και ο αριθμός των γκολ.
Γενικά, οι προπονητές του τον άφηναν ελεύθερο ρόλο στο γήπεδο. Δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς. Ούτε τον πίεζαν ιδιαίτερα να ΄΄γυρίζει΄΄ και να μαρκάρει.
Όπως όλοι θα θυμούνται από εκείνη την περίοδο, στον Κώστα Δαβουρλή δεν άρεσε ιδιαίτερα η (χωρίς μπάλα) έντονη προπόνηση. Πιστεύω, ότι, από άποψη φυσικής κατάστασης, δεν ξεπέρασε ποτέ το 70 με 75% αυτού που θα μπορούσε να πετύχει. Όμως, ήταν τόσο μεγάλο το ταλέντο του και τόσες πολλές οι ποδοσφαιρικές του αρετές, που η έλλειψη αυτή δεν φαινόταν. Άλλωστε, είχε τόσο μεγάλη ποδοσφαιρική οξυδέρκεια, που διαχειριζόταν άνετα και όπως έπρεπε, μέσα στο παιχνίδι, τις σωματικές του δυνάμεις και αντοχές.
Για το λόγο αυτό, οι εκάστοτε προπονητές δεν επέμεναν στο θέμα αυτό. Ακόμη και ο Νταν Γεωργιάδης (όταν η Παναχαϊκή ανέβηκε για πρώτη φορά στην Α’ Εθνική, το 1969), ενώ, αρχικά, ως ένθερμος θιασώτης της άριστης φυσικής κατάστασης – προπονητής με παραστάσεις από το ανατολικό μπλοκ, καθότι ήταν πολλά χρόνια στην Ρουμανία – προσπάθησε να πιέσει πολύ τα πράγματα προς την κατεύθυνση αυτή (όχι μόνο με τον Κώστα Δαβουρλή, αλλά και με τους υπόλοιπους πολύ ταλαντούχους, τότε, συμπαίκτες του), στην συνέχεια, έβαλε νερό στο κρασί του και συμβιβάσθηκε – εν μέρει – με την κατάσταση αυτή.
Πάντως, οι παλιοί σίγουρα θα θυμούνται τον Νταν Γεωργιάδη να ΄΄τρέχει΄΄ τους παίκτες της Παναχαϊκής, πότε στην άμμο της Πλαζ και πότε στις ανηφοριές στο Καστρίτσι για την βελτίωση της φυσικής κατάστασης (αξίζει κανείς να διαβάσει στο διαδίκτυο – βικιπαίδεια – ποιος ήταν ο Νταν Γεωργιάδης, ένας προπονητής με πολύ ενδιαφέρον βιογραφικό). Πάντως, με δεδομένο τον ξαφνικό θάνατο του Κώστα Δαβουρλή, σε μικρή ηλικία (44 χρονών), ακούσθηκε (γενικά και αόριστα), ότι ίσως η κατασκευή του καρδιοαναπνευστικού του συστήματος δεν μπορούσε να αντέξει εντονότερη προπόνηση. Δεν γνωρίζω, αν ισχύει κάτι τέτοιο.
Όμως, αυτό για το οποίο όλοι είμασθε απόλυτα βέβαιοι είναι, ότι, εάν η φυσική κατάστασή του ήταν κάπως καλύτερη, θα ήταν με διαφορά ο καλύτερος ποδοσφαιριστής στην Ελλάδα τον προηγούμενο αιώνα.
Επίσης, θα πρέπει να αναφερθεί, ότι δεν έβαζε εύκολα τα πόδια του στην φωτιά. Σε μεγάλο βαθμό δικαιολογημένα, αφού, ειδικά εκτός έδρας, οι καλοί ποδοσφαιριστές της εποχής, πολλές φορές, αντιμετωπίζονταν με αρκετή σκληρότητα (ας μην ξεχνάμε τα πολλά ξερά γήπεδα – νταμάρια εκείνης της περιόδου και τους σκληρούς αμυντικούς, κάποιοι εκ των οποίων ήταν κινητές λαιμητόμοι, τέλος δε ότι η τηλεοπτική κάλυψη ήταν ελάχιστη, για να μην πούμε ανύπαρκτη, για το επαρχιακό ποδόσφαιρο και η έλλειψη αυτή επέτρεπε ΄΄διάφορα΄΄, ιδίως στα εκτός έδρας παιγνίδια).
Γενικά, η όλη αυτή κατάσταση, τουλάχιστον τα πρώτα χρόνια, τον έκανε αρκετά προσεκτικό, ώστε να μην έχει ιδιαίτερους τραυματισμούς. Βέβαια, όσο περνούσε ο καιρός, τα πράγματα ήταν καλύτερα, αφού όλοι τον γνώριζαν και τον αντιμετώπιζαν με μεγαλύτερη προσοχή, λόγω του σεβασμού που ενέπνεε (και) στους αντιπάλους του αλλά και της μεγάλης αποδοχής του από αυτούς. Έτυχε, αρχές δεκαετίας του 1970, να δω την Παναχαϊκή σε αρκετά εκτός έδρας παιγνίδια, από τα οποία θυμάμαι, ότι, πάντα, ο κόσμος τον αντιμετώπιζε με δέος και πολύ μεγάλο θαυμασμό.
Ο Κώστας Δαβουρλής δεν είχε ιδιαίτερη μόρφωση, με την τυπική έννοια του όρου. Αν δεν κάνω λάθος, τελείωσε το Δημοτικό Σχολείο. Όμως, ήταν ένας πανέξυπνος άνθρωπος, σοβαρός, χαμηλού προφίλ, πάντα ενημερωμένος για την επικαιρότητα (όχι μόνο στο ποδόσφαιρο και στον αθλητισμό, αλλά γενικότερα – του άρεσε να μιλά για πολλά θέματα της επικαιρότητας), με καλή αισθητική και με ανεπτυγμένη κριτική ικανότητα. Όλοι τον σέβονταν.
Γενικά, μέσα αλλά και έξω από το γήπεδο, ήταν μια επιβλητική προσωπικότητα (χωρίς να το επιδιώκει). Σαν χαρακτήρα, αρκετοί τον χαρακτήριζαν ως κλειστό έως και απόμακρο.
Νομίζω, ότι η αλήθεια είναι η εξής : Παρότι δημόσιο πρόσωπο, που οι φίλαθλοι πραγματικά τον λάτρευαν, δεν ήθελε την έντονη δημόσια ζωή. Είχε λίγους και συγκεκριμένους – σταθερούς φίλους (σύχναζε, κυρίως, στην τότε καφετέρια NAPOLI στο κάτω μέρος της πλατείας Όλγας). Γενικά, απέφευγε την δημοσιότητα. Με τους δικούς του, τους γνωστούς του και τους φίλους του (και τους συμπαίκτες του) ήταν οικείος, ανοικτός, χιουμορίστας, ”πειραχτήρι”, ατακαδόρος και με καλή διάθεση. Με τον πολύ κόσμο, ήταν ”κουμπωμένος”. Όχι σνομπ, αλλά αρκετά επιφυλακτικός, κυρίως, λόγω της έντονης πίεσης που – ως πολύ μεγάλος ποδοσφαιριστής – δεχόταν από τον κόσμο.
Η μεγάλη του ποδοσφαιρική αξία δημιουργούσε πολύ μεγάλες προσδοκίες στους φιλάθλους, αυτοί του το έδειχναν άμεσα και αυτό, φυσικά, τον πίεζε, κάποιες φορές σε μεγάλο βαθμό. Κυκλοφορούσε στους δρόμους της Πάτρας και όσοι τον αντιλαμβάνονταν, γύριζαν να τον προσέξουν. Υπήρχαν πολλοί φίλαθλοι που πήγαιναν στο γήπεδο περιμένοντας θαύματα από τον ίδιο. Θεωρούσαν, ότι σε κάθε παιχνίδι έπρεπε να σκοράρει. Άλλωστε, ας μην ξεχνάμε, ότι εκείνη την περίοδο – στις αρχές της δεκαετίας του 1970 – οι προσδοκίες των φιλάθλων της Παναχαϊκής για την ομάδα δεν είχαν ταβάνι. Η Παναχαϊκή και ο ΠΑΟΚ ήταν οι ομάδες που, κατά γενική ομολογία, στις αρχές της δεκαετίας του 1970, έπαιζαν το καλύτερο ποδόσφαιρο και ο κόσμος, πάντα, ήθελε το κάτι παραπάνω. Μάλιστα, ο τότε Άγγλος προπονητής του ΠΑΟΚ, Λες Σάννον (αργότερα, ήλθε και στην Παναχαϊκή), διαμαρτυρόμενος για την αντιμετώπιση που είχαν ο ΠΑΟΚ και η Παναχαϊκή από το τότε αθλητικό κατεστημένο του κέντρου, είχε πει ΄΄.. αφήστε, επιτέλους, τον ΠΑΟΚ και την Παναχαϊκή να πάρουν το πρωτάθλημα ….΄΄ Όλα αυτά του δημιουργούσαν μια πίεση, στην οποία προσπαθούσε να ”αμυνθεί”. Η επιλογή του – έξω από το γήπεδο – ήταν να προσπαθεί να αποστασιοποείται από όλα αυτά, να τα αποφεύγει, όσο μπορεί, ώστε να διατηρείται ήρεμος. Γενικά, απέφευγε την πίεση. Ούτε, βέβαια, προτιμούσε να αντιμετωπίζει όλα αυτά με ΄΄διπλωματικό΄΄ τρόπο. Δεν ήταν ΄΄διπλωμάτης΄΄, ποτέ δεν χάϊδευε αυτιά.
Επαναλαμβάνω, ότι απέφευγε την δημοσιότητα. Επίσης, να προσθέσω, εδώ, ότι ήταν απόλυτα συνειδητοποιημένος, ότι στο ποδόσφαιρο ή απόσταση από το ΄΄ωσαννά΄΄ στο ΄΄σταύρωσον αυτόν΄΄ είναι πολύ κοντά, όπως επίσης και για το εφήμερο του πράγματος, έτσι, πάντα, στην γενικότερη συμπεριφορά του, τόσο με συμπαίκτες, παράγοντες, αντιπάλους κ.λπ. όσο και με τον κόσμο ήταν πάντα μετρημένος και ποτέ με εξάρσεις.
Επίσης, ήταν αυστηρός στην κρίση του για το ποδόσφαιρο. Μιλούσε εύκολα και πολύ ενθαρρυντικά για αυτούς που πίστευε ότι το ταλέντο τους ξεχώριζε. Πολύ χαρακτηριστικά, θυμάμαι, μια φορά, το έτος 1978 ή 1979, έτυχε να δει στην ασπρόμαυρη τηλεόραση (σε ελάχιστου χρόνου στιγμιότυπα) τον Ντιέγκο Μαραντόνα (τότε, σε ηλικία 18 – 19 ετών) και, εντυπωσιασμένος, σηκώθηκε από την καρέκλα και ανέφερε ΄΄… θα γίνει ο πρώτος …..΄΄. Ακόμη θυμάμαι τον ενθουσιασμό και τον θαυμασμό στο πρόσωπό του. Και για πατρινά παιδιά (που έπαιξαν στην Παναχαϊκή την περίοδο 1975 – 1985 – Γ. Ψαρράς, Μ. Σπανοσωτηρόπουλος, Ν. Παπαλάμπρου, Σπ. Καπελιώτης, Τ. Κυριακόπουλος, Α. Αλεβιζόπουλος, Ν. Παπαγιαννόπουλος, Χ. Βασιλόπουλος, Α. Φιλιππόπουλος, Θ. Πατρώνης, Κ. Τσαμπάς, Θ. Μουγκογιάννης, Σ. Ξένος, Α. Γιώτης κ.α. – σίγουρα κάποιους ξεχνάω) μιλούσε με κολακευτικά λόγια. Θυμάμαι, όμως, ότι ιδιαίτερη εκτίμηση είχε στον Πάρι Γεωργακόπουλο.
Κατά τα λοιπά, του άρεσε η ταχύτητα στην οδήγηση (θα θυμούνται κάποιοι το κόκκινο διθέσιο – ανοικτό – triumph), δεν απέφευγε εντελώς το κάπνισμα (όπως οι περισσότεροι ποδοσφαιριστές της εποχής), με προτίμηση στα τσιγάρα DUNHILL, ήταν θαυμαστής του Δημήτρη Μητροπάνου, αλλά και ο Δημήτρης Μητροπάνος, φανατικός οπαδός, τότε, του Ολυμπιακού (είχε έλθει αρκετές φορές με τον Ολυμπιακό στην Πάτρα), ήταν μεγάλος θαυμαστής του.
Ακόμη, θα πρέπει να αναφέρω, ότι πολλοί είπαν, ότι θα μπορούσε να είχε καταφέρει ακόμη περισσότερα. Αυτό είναι αλήθεια. Όμως, ο ίδιος δεν το επιδίωξε. Είχε καταφέρει πάρα πολλά, ήταν γεμάτος, είχε ήδη αναγνωρισθεί – από πολύ νωρίς – ως ένας από τους κορυφαίους Έλληνες ποδοσφαιριστές (αν όχι ο πιο προικισμένος, ένας από τους πρώτους σε αξία), τα είχε χορτάσει όλα αυτά, έχαιρε γενικής εκτίμησης και μάλιστα σε μεγάλο βαθμό, και δεν έβλεπε το λόγο να πιέσει περισσότερο τα πράγματα.
Άλλωστε, το ποδόσφαιρο, μέχρι και το 1979, δεν είχε γίνει επαγγελματικό. Αλλά και ο ίδιος ήταν ελεύθερος σαν προσωπικότητα. Από ένα σημείο και μετά (ιδίως, μετά την επιστροφή του από τον Πειραιά στην Πάτρα) έβλεπε το ποδόσφαιρο σαν ευχαρίστηση και όχι σαν κάτι που τον πίεζε. Ακόμη, όμως και έτσι, πρόσεχε την ζωή του και διατηρείτο, πάντα, σε υψηλό επίπεδο, προκαλώντας τον θαυμασμό και τον σεβασμό, σε όποιο γήπεδο και αν έπαιζε. Και νομίζω, ότι, με αυτό, ήταν γεμάτος. Δεν ήθελε κάτι περισσότερο. Είχε κάνει, αλλά και συνέχιζε να κάνει πράγματα, που ελάχιστοι μπορούσαν να κάνουν. Κάποιες δε φορές, ακόμα και μετά τα 33-34 του, ήταν όνειρο (έπαιξε, μέχρι τα 37 του, στην Παναχαϊκή).
Πολλές φορές τον είχαν ρωτήσει, αν τον στενοχωρούσε που δεν τον είχαν καλέσει περισσότερες φορές στην Εθνική ομάδα, αλλά, πραγματικά, αυτό δεν τον ενοχλούσε. Ήξερε πολύ καλά, ότι, αρκετές φορές, οι επιλογές γίνονταν με κάποια ιδιαίτερα κριτήρια, τα οποία – αναγκαστικά – αποδεχόταν, αφού δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς. Ο ίδιος ήξερε, ότι, πολλές φορές, ήταν σε πολύ καλύτερη κατάσταση από αυτούς που είχαν επιλεγεί.
Γενικά, σε τέτοια θέματα, ήταν πολύ χαλαρός – large, φιλικός, χωρίς διαμαρτυρίες ή μικρότητες. Έφθασε από πολύ νωρίς στην κορυφή, είχε χορτάσει από νωρίς δόξα και μάλιστα μεγάλη, ήξερε πολύ καλά ποιος είναι, έμαθε σχετικά γρήγορα πως ΄΄λειτουργούν΄΄ τα πράγματα στο ποδόσφαιρο, έτσι, στη συνέχεια, μεγαλώνοντας και φιλοσοφώντας, ήταν πιο cool, πιο ελεύθερος, κάνοντας, απλά, αυτό που αγαπούσε, χωρίς πιέσεις και άγχος.
Είναι βέβαιο, ότι, σε ατομικό επίπεδο, θα είχε καταφέρει ακόμη περισσότερα πράγματα, αν είχε παίξει πολύ νωρίτερα σε μια μεγαλύτερη ομάδα, γιατί θα είχε περισσότερες και μεγαλύτερες ευκαιρίες και εμπειρίες (ιδίως, με τις συμμετοχές στην Ευρώπη). Όμως, σε μια τέτοια περίπτωση, θα τον είχε στερηθεί η Παναχαϊκή, κάτι που κανείς Πατρινός δεν θα ήθελε να είχε συμβεί.
Προσέφερε πολλά στο Πατραϊκό ποδόσφαιρο αλλά και στην πόλη γενικότερα. Άρρηκτα δεμένος με την Παναχαϊκή, ήταν ο φυσικός (και επιβλητικός) ηγέτης της. Από τις πιο εμβληματικές μορφές της πόλης του προηγούμενου αιώνα. Από αυτούς που προσέφεραν πάρα πολλά στην πόλη, χωρίς ποτέ να την ζημιώσουν ούτε στο ελάχιστο.
Υπό ομαλές συνθήκες, η Παρασκευή 22 Μαΐου 1992 θα ήταν για τον Κώστα Δαβουρλή μια ακόμη μέρα που ξόδεψε στο γήπεδο της Αγυιάς, όπως είχε συμβεί με το μεγαλύτερο κομμάτι της σύντομης ζωής του. Όμως, η μέρα εκείνη είχε κάτι το ξεχωριστό : ήταν αυτή, κατά την οποία επρόκειτο να έχει την τελευταία του επαφή με το χώρο που του έδινε ζωή. Συγκλονιστική είναι η σκηνή που περιέγραψε αργότερα ο Ανδρέας Μιχαλόπουλος στην αγαπημένη σύζυγο του Κώστα, Ελένη, αναφερόμενος σ’ εκείνες τις στιγμές. Εκείνο, λοιπόν, το απόγευμα, αναχωρώντας από το γήπεδο, ο Κώστας Δαβουρλής του είπε ΄΄φεύγω΄΄. Του το επανέλαβε για δεύτερη φορά και, μολονότι ο φίλος του ο Ανδρέας είχε ήδη απαντήσει, επανήλθε εκ νέ¬ου: ΄΄Σου λέω φεύγω, δεν ακούς΄΄.
Ήταν, φαίνεται, ένας αποχαιρετισμός άλλου είδους..!!!. Το πρωινό της επόμενης μέρας, δύο 24ωρα μετά την ονομαστική γιορτή του, έφυγε από την ζωή. Συγκλονίστηκε, όχι μόνο η Πάτρα αλλά όλη η αθλητική Ελλάδα. Το φοβερό μαντάτο διαδόθηκε αστραπιαία από το ραδιόφωνο και την τηλεόραση. Όλα τα κανάλια, την επομένη, στις αθλητικές εκπομπές τους, έκαναν σημαντική τιμητική αναφορά στο γεγονός αυτό, που συγκλόνισε όλη την αθλητική Ελλάδα. Η τελευταία πράξη του δράματος για τον Κώστα Δαβουρλή παίχτηκε στις 25 Μαΐου του ’92, στον Άγιο Κωνσταντίνο Αγυιάς. Δευτέρα είχε γίνει ο γάμος του, λόγω αγωνιστικών υποχρεώσεων, Δευτέρα και η κηδεία του, κατόπιν παράκλησης του Ολυ-μπιακού, προκειμένου να μπορέσουν να παραστούν παίκτες και παράγοντές του στο ύστατο΄΄χαίρε΄΄ (παρότι είχαν περάσει 15 χρόνια από τότε που είχε φύγει από τον Ολυμπιακό …!!!!).
Η παρουσία του κόσμου συγκλονιστική (βλ. συνέντευξη της συζύγου του Κώστα Δαβουρλή, κ. Ελένης Τσεκούρα – Δαβουρλή, με τον τίτλο ΄΄Η ΖΩΗ Μ’ ΕΝΑΝ ΘΡΥΛΟ΄΄, η οποία δημοσιεύθηκε τον Οκτώβριο του 2004 στο πατρινό Περιοδικό Ημερολόγιο – Τεύχος 50, εκδότης – Διευθυντής Ανδρέας Χριστόπουλος, Διευθυντής Σύνταξης Δημήτρης Χωρίτης – μηνιαίο περιοδικό της πατρινής εφημερίδας ΄΄ΗΜΕΡΑ΄΄).
Μετά τον θάνατό του, o τύπος, η τηλεόραση και γενικά όλα τα μέσα ασχολήθηκαν πολλές φορές με τον Κώστα Δαβουρλή και τον τίμησαν. Γράφτηκαν και ειπώθηκαν πάρα πολλά. Μεταξύ άλλων, αξίζει ειδική αναφορά και σ’ ένα ποίημα (με τον τίτλο “Μικρή ωδή στον Κώστα Δαβουρλή”).
Το έγραψε ο γνωστός ποιητής και λογοτεχνικός κριτικός Θανάσης Βενέτης (1936 – 2014), ο οποίος, απ’ όσο τουλάχιστον γνωρίζω, δεν είχε κάποια ιδιαίτερη σχέση με την Πάτρα ή την Παναχαϊκή (να σημειώσω, ότι το 1984 ο Θανάσης Βενέτης τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών για την ποιητική συλλογή «Αραχναία Νήματα»). Ίσως, το ποίημα αυτό δεν είναι ευρέως γνωστό, είναι, όμως, πολύ ενδιαφέρον και αξίζει τον κόπο να το ψάξει κανείς στο διαδίκτυο – θα το βρει εύκολα – και να το διαβάσει (εκφράζει τον μεγάλο θαυμασμό του ποιητή για τον τεράστιο Κώστα Δαβουρλή).
Θα μπορούσαν να γραφούν και άλλα πολλά για τον Κώστα Δαβουρλή, αλλά δεν είναι ο κατάλληλος χώρος. Ήδη, μπορεί να έγινα κουραστικός.
Άλλωστε, εγώ δεν τον ήξερα προσωπικά (τον γνώριζα μόνο από την καθημερινότητα του – τότε – σταδίου της Αγυιάς). Υπάρχουν άλλοι στην Πάτρα, που τον γνώριζαν πολύ καλύτερα και, φυσικά, μπορούν να πουν πολύ περισσότερα. Το αφιέρωμα αυτό είναι μια ελάχιστη ένδειξη τιμής, θαυμασμού αλλά και σεβασμού, σ’ αυτό το πολύ μεγάλο ποδοσφαιρικό μέγεθος, όχι μόνο από εμένα, αλλά, θέλω να πιστεύω, από όλους εμάς που, ως απλοί φίλαθλοι – οπαδοί της ομάδας, τον ζήσαμε εκείνη την περίοδο, μεγαλώσαμε μ’ αυτόν και μας έδωσε τόσα πολλά. Είναι μια εκπλήρωση μεγάλης υποχρέωσης. Και, βεβαίως, μια μικρή προσπάθεια, να τον γνωρίσουν περισσότερο οι νεότεροι.
Πολύ σημαντική δε είναι η προσπάθεια του Νίκου Παπαγιαννόπουλου να δημιουργήσει, προς τιμήν του, στην Αγυιά, την ομάδα ”ΚΩΣΤΑΣ ΔΑΒΟΥΡΛΗΣ ’92”, αμέσως μετά τον θάνατό του, με σημαντική μέχρι σήμερα προσφορά, στο τοπικό ποδόσφαιρο και ιδίως τις μικρές ηλικίες. Επίσης, εδώ και αρκετές δεκαετίες, το πρωτάθλημα – κάθε χρόνο – των επαγγελματικών τάξεων – εργαζομένων στην πόλη φέρει το όνομά του. Ακόμα, θα πρέπει να πούμε, ότι, πολλές φορές, διαβάζουμε στον τύπο, ότι το γήπεδο (πρώην στάδιο) στην Αγυιά λέγεται ΄΄ΚΩΣΤΑΣ ΔΑΒΟΥΡΛΗΣ΄΄. Αυτό, όμως, δεν είναι σωστό, αφού, μέχρι σήμερα, δεν έχει υπάρξει, επίσημα, ονοματοδοσία του γηπέδου αυτού.
Τέλος, δεν θα πρέπει να παραλείψω να αναφέρω, ότι όλα αυτά που κατάφερε ο Κώστας Δαβουρλής, σε σημαντικό βαθμό οφείλονται στο ότι ήταν μέλος της μεγάλης τότε Παναχαϊκής (της ΄΄ιπτάμενης΄΄ Παναχαϊκής, όπως, τότε, την αποκαλούσαν πολλοί). Με πολύ σπουδαίους συμπαίκτες (Θ. Ρήγας, Α. Μιχαλόπουλος, Β. Στραβοπόδης, Π. Λεβεντάκος, Δ. Σπεντζόπουλος, Γ. Σπυρόπουλος, Κ. Ανδρούτσος, Μ. Παππάς, Σ. Αυγερινόπουλος, Α. Καλφίν, Χ. Νικολάου, Κ. Λεβέντης, Γ. Σίδερης, Γ. Ιωακειμίδης, Α. Τζανετουλάκος, Γ. Πλιάτσικας, και λίγο πιο παλιά Δ. Καπανδρίτης, Θ. Πεφάνης, Γ. Σαραντόπουλος, Σ. Λεγάτος, Λιάρος, Καραμπινάς κ.α.), που, σιγά – σιγά, δημιούργησαν μια υπερομάδα για τα δεδομένα της πόλης και της εποχής και αναγνωρίσθηκαν, για αρκετά χρόνια, από το πανελλήνιο σαν πολύ σπουδαίοι ποδοσφαιριστές, με εκπληκτική χημεία μεταξύ τους, έχοντας, για αρκετά χρόνια, την ομάδα και την πόλη σε εξέχουσα θέση στο ποδοσφαιρικό προσκήνιο της χώρας (ήταν και η πρώτη επαρχιακή ομάδα που κέρδισε την συμμετοχή της σε ευρωπαϊκή διοργάνωση – κύπελο ΟΥΕΦΑ – αλλά και η μόνη Ελληνική ομάδα που, εκείνη την χρονιά, το 1973, πέρασε στον δεύτερο γύρο των ευρωπαϊκών κυπέλων, με δύο νίκες επί της Αυστριακής Γκρατς – οι άλλες Ελληνικές ομάδες αποκλείστηκαν από τον πρώτο γύρο).
Το πόσο σπουδαίο είναι αυτό που πέτυχαν όλοι αυτοί δεν είναι εύκολο να το αντιληφθούν οι νεότεροι. Έπαιζε – στις αρχές της δεκαετίας του 1970 – η ομάδα στην Αθήνα με τις μεγάλες ομάδες του κέντρου και υπήρχαν φορές που βρίσκονταν στα γεμάτα γήπεδα του κέντρου – κυρίως στο παλιό ΄΄Γ. Καραϊσκάκης΄΄ αλλά και στο γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας – έξι ή επτά αλλά και καμμιά φορά οκτώ χιλιάδες οπαδοί της, εκδρομείς από την Πάτρα αλλά και Πατρινοί της Αθήνας (με τον Ολυμπιακό αλλά και την Προοδευτική στο παλιό ΄΄Γ. Καραϊσκάκης΄΄, με τον Παναθηναϊκό στο γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, με τη Γκρατς στο γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας κ.λπ.)….!!!
Μια φορά στο παλιό ΄΄Γ. Καραϊσκάκης΄΄ και άλλη μια φορά στο γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, είχα την τύχη να βρεθώ και εγώ – πιτσιρίκι στο δημοτικό σχολείο – μαζί με τον πατέρα μου. Στιγμές ανεπανάληπτες, που δεν είναι δυνατόν να ξεχασθούν, όσα χρόνια και να περάσουν. Πραγματοποιούσε την είσοδό της στον αγωνιστικό χώρο στα γήπεδα αυτά η ομάδα και έβλεπε κανείς να σηκώνονται και να την επευφημούν επτά και οκτώ χιλιάδες οπαδοί της, με όλο το υπόλοιπο γήπεδο να κοιτάζει απορημένο ΄΄…… που βρέθηκαν όλοι αυτοί …..΄΄ (…. δεν είναι εύκολο να συμβούν και πάλι αυτά …!!!). Όλα αυτά, με κυρίαρχο, βέβαια, χαρακτηριστικό της εποχής εκείνης την μεγάλη περηφάνεια των Πατρινών για την Παναχαϊκή.
Τότε, που το 90% σχεδόν των Πατρινών ποδοσφαιρόφιλων ήταν οπαδοί της Παναχαϊκής. Τότε, που οι Κυριακές της Πάτρας ήταν Κυριακές της Παναχαϊκής. Τότε, που, όταν η Παναχαϊκή έπαιζε στην Πάτρα, το ένοιωθε έντονα όλη η πόλη από το πρωί της Κυριακής, κάποιες δε φορές και από τις προηγούμενες ημέρες.
Τελειώνοντας, να αναφέρω, και το εξής πολύ σημαντικό : η Παναχαϊκή ήταν από τις λίγες ομάδες στην Ελλάδα, που – στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 1970 – στηρίχθηκαν μόνο στο ελληνικό στοιχείο (στην μεγάλη πλειοψηφία τους, οι παίκτες της Παναχαϊκής ήταν παιδιά από την Πάτρα), σε μια εποχή που οι μεγάλες ομάδες της χώρας (Ολυμπιακός, Παναθηναϊκός, Α.Ε.Κ.), αλλά και κάποιες μεγάλες επαρχιακές πόλεις (Γιάννινα, Λάρισα, Καλαμάτα), ΄΄πάσχιζαν΄΄ συνεχώς (με πολλά πολιτικά ΄΄τερτίπια΄΄) να φτιάξουν ομάδα με μεταγραφές ΄΄ΟΜΟΓΕΝΩΝ΄΄ (πέντε – έξι η κάθε ομάδα ….. !!!!!) από Αργεντινή, Βραζιλία, Ουρουγουάη, Γαλλία κ.λπ. (που, στην πραγματικότητα, όπως όλοι γνώριζαν, τότε, αλλά και αποδείχθηκε πλήρως, στην συνέχεια, όλοι ή σχεδόν όλοι ήταν καθαρά αλλοδαποί …. !!!!).
Όλους αυτούς, τότε, η Παναχαϊκή τους αντιμετώπιζε με τις δικές της δυνάμεις, με τα δικά της παιδιά, με τον δικό της (πολύ, τότε) κόσμο, αλλά και έχοντας – για αρκετά χρόνια – τον θαυμασμό και την εκτίμηση όλης της ποδοσφαιρικής Ελλάδας.
Θα θέλαμε να ξαναζήσουμε στο μέλλον κάποια απ’ όλα αυτά.
Όμως, πλέον, αυτό φαντάζει αδύνατο. Τα πράγματα, όχι μόνο στην Πάτρα αλλά και σε όλο το Ελληνικό ποδόσφαιρο, σε σχέση με τότε, έχουν αλλάξει πάρα πολύ. Ειδικότερα, όμως, σε σχέση με την Πάτρα, θα πρέπει να πούμε, ότι, μέχρι στιγμής, αποδείχθηκε, ότι εμείς, οι ΄΄απόγονοι΄΄ όλων αυτών των σπουδαίων (όλοι όσοι, εδώ και δεκαετίες, συνθέτουμε τον κοκκινόμαυρο οργανισμό), όχι μόνο δεν βρήκαμε την δύναμη να σηκώσουμε το μεγάλο βάρος, που μας άφησαν σαν κληρονομιά οι πιο πάνω σπουδαίοι ποδοσφαιριστές, αλλά οι περισσότεροι από εμάς δεν καταφέραμε ούτε καν να καταλάβουμε την αξία της βαριάς αυτής κληρονομιάς.
Έτσι, είναι η ζωή. Μακάρι, αυτό να γίνει στο μέλλον. Και αν … κάποτε γίνει κάτι από όλα αυτά στο μέλλον, θα γίνει μετά από αλλαγή νοοτροπίας, ενότητα, πολλή δουλειά και πολύ μεγάλη υπομονή και προσπάθεια. Όμως, μάλλον, χωρίς την αίγλη του παρελθόντος.
Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη
Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.
Ακολουθήστε μας για όλες τις ειδήσεις στο Bing News και το Google News
