«Κότα»: Η ταινία που χαμήλωσε την κάμερα και εξέθεσε τους ανθρώπους
Οκτώ πραγματικές κότες μοιράστηκαν τον κεντρικό ρόλο στη διεθνή συμπαραγωγή που γυρίστηκε εξ ολοκλήρου στην Ελλάδα και βγαίνει στις αίθουσες στις 17 Σεπτεμβρίου. Ο Ούγγρος σκηνοθέτης παρατηρεί τη βιομηχανική εκτροφή, τη φτώχεια και τη διακίνηση μεταναστών από το ύψος ενός ζώου

Ο Γκιόργκι Πάλφι χρειαζόταν μια πρωταγωνίστρια που δεν θα αποστήθιζε το σενάριο, δεν θα επαναλάμβανε μια κίνηση κατά παραγγελία και δεν θα περίμενε υπομονετικά να στηθεί ο φωτισμός. Βρήκε οκτώ. Στην «Κότα», που έρχεται στις ελληνικές αίθουσες την Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου, οκτώ πραγματικές όρνιθες μοιράζονται τον ίδιο ρόλο και υποχρεώνουν ολόκληρο το συνεργείο να ακολουθήσει τον δικό τους ρυθμό.
Η ηρωίδα γεννιέται σε μια βιομηχανική μονάδα εκτροφής και δραπετεύει από τη διαδρομή που έχει ήδη χαραχθεί για εκείνη. Ύστερα από μια σειρά κινδύνων, βρίσκει καταφύγιο στην αυλή ενός παραμελημένου παραθαλάσσιου εστιατορίου. Εκεί ανακαλύπτει έναν κόκορα, γεννά αυγά και προσπαθεί να τα προστατεύσει από τον ιδιοκτήτη της επιχείρησης. Στο φόντο, μια ελληνική οικογένεια παλεύει με τα χρέη, τις μεταξύ της συγκρούσεις και ένα κύκλωμα λαθρεμπορίου που σύντομα περνά στη διακίνηση ανθρώπων.
Μία ηρωίδα, οκτώ διαφορετικές «ειδικότητες»
Οι οκτώ κότες εκπαιδεύτηκαν για δύο μήνες πριν αρχίσουν τα γυρίσματα. Καθεμία αποδείχθηκε καταλληλότερη για διαφορετική κίνηση: άλλη έτρεχε, άλλη στεκόταν ακίνητη, άλλη ανταποκρινόταν καλύτερα στα κοντινά πλάνα. Όταν κάποια κουραζόταν ή αρνιόταν να συνεργαστεί, τη θέση της έπαιρνε η Φέρι, η πιο ευέλικτη της ομάδας.
Το πρόγραμμα προέβλεπε υλικό πενήντα ημερών που έπρεπε να γυριστεί μέσα σε τριάντα πέντε. Παρ’ όλα αυτά, η προτεραιότητα δεν ανήκε στους ηθοποιούς. Πρώτα έπρεπε να βρεθεί η θέση και η διάθεση της κότας και ύστερα να προσαρμοστούν το κάδρο, η κίνηση και οι άνθρωποι. Ο Πάλφι, γνωστός για τις πολύπλοκες κινηματογραφικές κατασκευές των «Hukkle» και «Taxidermia», αναγκάστηκε αυτή τη φορά να δουλέψει με καθαρή, κλασική αφήγηση και σύντομα πλάνα.
Σύμφωνα με τη συνέντευξή του στον Guardian, οι κότες δεν αντικαταστάθηκαν από ψηφιακά ομοιώματα. Τα οπτικά εφέ χρησιμοποιήθηκαν μόνο για να αφαιρεθούν από το κάδρο οι εκπαιδευτές ή τα μέσα ασφαλείας. Η κάμερα τοποθετήθηκε χαμηλά, περίπου στο ύψος του ζώου. Από αυτή τη θέση οι άνθρωποι προβάλλουν τεράστιοι, απρόβλεπτοι και συχνά επικίνδυνοι.
Η ελληνική θάλασσα δεν λειτουργεί ως τουριστική καρτ ποστάλ, αλλά ως μέρος μιας ιστορίας επιβίωσης και παράνομης διακίνησης
Οι άνθρωποι περνούν στο δεύτερο πλάνο
Η «Κότα» δεν δανείζει στην πρωταγωνίστριά της ανθρώπινη φωνή ή σκέψη. Το ζώο παραμένει ζώο: πεινά, φοβάται, αναζητεί ασφάλεια και υπερασπίζεται τα αυγά του. Η ηθική κρίση σχηματίζεται από τον θεατή, καθώς παρακολουθεί τους ανθρώπους να διεκδικούν χρήματα, εξουσία και έλεγχο γύρω από ένα πλάσμα που ενδιαφέρεται μόνο να επιβιώσει.
Η επιλογή συνδέει την ταινία με ιστορίες που χρησιμοποιούν τα ζώα για να αποκαλύψουν τις ανθρώπινες ιεραρχίες, όπως η «Φάρμα των Ζώων», χωρίς όμως να μετατρέπει την κότα σε σύμβολο με μία μόνο ερμηνεία. Η ίδια βιώνει τη βιομηχανική εκτροφή, την αιχμαλωσία και την αφαίρεση των αυγών της. Δίπλα της, οι άνθρωποι γνωρίζουν διαφορετικές μορφές παγίδευσης: οικονομική ασφυξία, οικογενειακή εξάρτηση, εκμετάλλευση και παράνομη μετακίνηση.
Η σχέση των δύο ιστοριών είναι συγκεκριμένη. Η κότα και οι μετανάστες αντιμετωπίζονται ως σώματα που μπορούν να μεταφερθούν, να περιοριστούν και να αποκτήσουν τιμή. Ο Πάλφι δεν εξισώνει τις εμπειρίες τους. Κρατά όμως μέσα στο ίδιο κάδρο δύο κόσμους στους οποίους η δυνατότητα επιλογής έχει περιοριστεί δραματικά.
Η Ελλάδα δεν λειτουργεί ως τουριστικό σκηνικό
Η ταινία γυρίστηκε εξ ολοκλήρου στην Ελλάδα, με ελληνικούς διαλόγους και Έλληνες ηθοποιούς και τεχνικούς. Στο καστ βρίσκονται ο Γιάννης Κοκιασμένος, η Μαρία Διακοπαναγιώτου, ο Αργύρης Πανταζάρας και ο Αντώνης Καφετζόπουλος, ενώ τη διεύθυνση φωτογραφίας υπογράφει ο Γιώργος Καρβέλας. Η ελληνική View Master Films συμμετέχει στην παραγωγή μαζί με τις γερμανικές Pallas Film και Twenty Twenty Vision.
Η «Κότα» ανήκει στο κύμα των διεθνών παραγωγών που επιλέγουν την Ελλάδα, αλλά διαφέρει σε ένα ουσιαστικό σημείο. Η χώρα δεν χρησιμοποιείται ως εύκολα αναγνωρίσιμο σκηνικό διακοπών. Το παραθαλάσσιο τοπίο είναι όμορφο, όμως το εστιατόριο καταρρέει, η οικογένεια ασφυκτιά και η θάλασσα μετατρέπεται σε πέρασμα παράνομων συναλλαγών και ανθρώπων.
Η μετακίνηση του Πάλφι προς την Ελλάδα είχε και προσωπική αιτία. Ο σκηνοθέτης δυσκολευόταν να χρηματοδοτήσει ανεξάρτητη δουλειά στην Ουγγαρία, μέσα στο σύστημα πολιτικού ελέγχου που διαμορφώθηκε επί Βίκτορ Όρμπαν. Η ιστορία μιας κότας που προσπαθεί να ξεφύγει από έναν μηχανισμό προδιαγεγραμμένης ζωής αποκτά έτσι ένα επιπλέον υπόβαθρο, χωρίς να μετατρέπεται σε πολιτική διακήρυξη.
Η διεθνής διαδρομή και η έξοδος στις αίθουσες
Η ταινία έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Τορόντο και συνέχισε στο Φεστιβάλ του Σαν Σεμπαστιάν, στο τμήμα Zabaltegi-Tabakalera. Η ελληνική πρεμιέρα πραγματοποιήθηκε στο 66ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.
Στις ελληνικές αίθουσες κυκλοφορεί από τη Feelgood στις 17 Σεπτεμβρίου, με διάρκεια 96 λεπτών. Το ρίσκο της είναι σαφές: να κρατήσει επί μιάμιση ώρα το βλέμμα του θεατή χαμηλά, δίπλα σε ένα ζώο που δεν γνωρίζει ότι πρωταγωνιστεί. Από εκεί, οι ανθρώπινες πράξεις φαίνονται πολύ διαφορετικές.
Ο Γιάννης Κοκιασμένος σε σκηνή της ταινίας μαζί με την ασυνήθιστη συμπρωταγωνίστριά του.
Στοιχεία ταινίας
- Τίτλος: Κότα (Hen)
- Σκηνοθεσία: Γκιόργκι Πάλφι
- Σενάριο: Γκιόργκι Πάλφι, Ζόφια Ρούτκαϊ
- Πρωταγωνιστούν: Γιάννης Κοκιασμένος, Μαρία Διακοπαναγιώτου, Αργύρης Πανταζάρας, Αντώνης Καφετζόπουλος
- Διεύθυνση φωτογραφίας: Γιώργος Καρβέλας
- Παραγωγή: Ελλάδα, Γερμανία, Ουγγαρία
- Διάρκεια: 96 λεπτά
- Έξοδος στις αίθουσες: 17 Σεπτεμβρίου 2026
- Διανομή: Feelgood Entertainment
Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη
Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.
Ακολουθήστε μας για όλες τις ειδήσεις στο Bing News και το Google News