Ο Ταμτάκος, ο Μιχάλης Μόσιος και η άβολη μνήμη της βιντεοκασέτας

Ο Μιχάλης Μόσιος ταυτίστηκε με έναν από τους πιο αναγνωρίσιμους λαϊκούς χαρακτήρες των ’80s. Με αφορμή τον θάνατό του, επιστρέφει όχι μόνο ο Ταμτάκος, αλλά και μια εποχή ελληνικής κωμωδίας που σήμερα διαβάζεται με νοσταλγία, αμηχανία και δεύτερη σκέψη.

Ο Ταμτάκος, ο Μιχάλης Μόσιος και η άβολη μνήμη της βιντεοκασέτας

Ο Ταμτάκος ήταν προϊόν μιας ολόκληρης εποχής: της επιθεώρησης που περνούσε στη βιντεοκασέτα, του γέλιου που έβγαινε γρήγορα στην αγορά, των λαϊκών τύπων που γίνονταν αναγνωρίσιμοι πριν προλάβει κανείς να αναρωτηθεί τι κουβαλούσαν μαζί τους.

Με την είδηση του θανάτου του Μιχάλη Μόσιου, σε ηλικία 79 ετών, επιστρέφει στη μνήμη μια φιγούρα που πολλοί θυμούνται αμέσως από την τραγιάσκα, την προφορά, τις ατάκες και την υπερβολή. Επιστρέφει όμως και η ιστορία ενός ηθοποιού που ξεκίνησε από το θέατρο και κατέληξε να ταυτιστεί με την πιο γνωστή του περσόνα.

Ο Μόσιος δεν ήταν μόνο ο Ταμτάκος. Αυτόν όμως θυμήθηκε περισσότερο το κοινό.

Πριν από την περσόνα

Ο Ταμτάκος, ο Μιχάλης Μόσιος και η άβολη μνήμη της βιντεοκασέτας

Η διαδρομή του Μιχάλη Μόσιου δεν ξεκίνησε από τη βιντεοκασέτα. Ξεκίνησε από το θέατρο. Από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, από παραστάσεις του αρχαίου και του παγκόσμιου ρεπερτορίου, από έργα που δύσκολα χωρούν στην εικόνα που αργότερα θα τον ακολουθούσε.

Διαβάστε επίσης: Πέθανε ο θρυλικός ηθοποιός Μιχάλης Μόσιος, γνωστός από τον ρόλο του «Ταμτάκου»

Έπαιξε Αριστοφάνη, Αισχύλο, Σοφοκλή, Σαίξπηρ, Γκαίτε. Πέρασε από σκηνές, συνεργασίες, περιοδείες, επιθεώρηση, κινηματογράφο και τηλεόραση. Ήταν ένας ηθοποιός της δουλειάς, από εκείνους που η καριέρα τους δεν χωρά εύκολα σε μία φωτογραφία ή σε έναν ρόλο.

Κι όμως, το κοινό συχνά κρατά αυτό που αναγνωρίζει πιο γρήγορα. Στην περίπτωσή του, αυτό ήταν ο Ταμτάκος.

Η βιντεοκασέτα ως λαϊκή μηχανή

Για να καταλάβει κανείς τον Ταμτάκο, πρέπει να θυμηθεί την εποχή που τον έκανε γνωστό. Η ελληνική βιντεοκασέτα των ’80s δεν ήταν απλώς μια φθηνότερη συνέχεια του κινηματογράφου. Ήταν μια άλλη αγορά, με άλλους ρυθμούς, άλλο κοινό και άλλη αισθητική.

Οι παραγωγές γίνονταν γρήγορα. Οι τίτλοι ήταν κραυγαλέοι. Οι χαρακτήρες έπρεπε να αναγνωρίζονται αμέσως. Το βιντεοκλάμπ λειτουργούσε σαν μικρό ταμείο λαϊκής ψυχαγωγίας: πήγαινες, διάλεγες από εξώφυλλο, όνομα, ατάκα, πρόσωπο. Δεν υπήρχε χρόνος για λεπτές αποχρώσεις.

Σε αυτό το περιβάλλον, ο Ταμτάκος βρήκε τον χώρο του. Ήταν άμεσος, φωναχτός, σωματικός, υπερβολικός. Δεν χρειαζόταν εξηγήσεις. Με το που εμφανιζόταν, το κοινό ήξερε τι τύπο έβλεπε.

Αυτό ήταν και η δύναμη και το πρόβλημα του χαρακτήρα.

Ο Ταμτάκος, ο Μιχάλης Μόσιος και η άβολη μνήμη της βιντεοκασέτας

Το γέλιο που σήμερα ακούγεται αλλιώς

Ο Ταμτάκος στηρίχθηκε σε μια καρικατούρα Ρομά, σε μια γλώσσα, μια εμφάνιση και μια σειρά από στερεοτυπικά στοιχεία που τότε λειτουργούσαν ως κώδικας άμεσου γέλιου. Σήμερα, αυτός ο κώδικας δεν μπορεί να περάσει χωρίς δεύτερη ανάγνωση.

Δεν χρειάζεται να προσποιηθούμε ότι η εποχή ήταν αθώα. Δεν ήταν. Η λαϊκή κωμωδία εκείνων των χρόνων συχνά πατούσε πάνω σε στερεότυπα για τάξεις, φύλα, επαγγέλματα, μειονότητες, επαρχιώτες, φτωχούς, «μάγκες», «κορόιδα», «πονηρούς». Ο Ταμτάκος ήταν μέρος αυτής της μηχανής.

Αυτό δεν σημαίνει ότι σβήνεται η θέση του στη μνήμη της ελληνικής βιντεοκασέτας. Σημαίνει ότι δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο ως χαριτωμένη νοσταλγία. Η σημερινή ματιά βλέπει και το γέλιο και το υλικό από το οποίο φτιάχτηκε. Και εκεί ακριβώς βρίσκεται η αμηχανία.

Ο ρόλος που έγινε μεγαλύτερος από τον ηθοποιό

Υπάρχουν ρόλοι που κάνουν έναν ηθοποιό γνωστό. Υπάρχουν και ρόλοι που τον καταπίνουν. Ο Ταμτάκος ανήκει μάλλον στη δεύτερη κατηγορία.

Για τον Μιχάλη Μόσιο, ο χαρακτήρας αυτός ήταν αναγνώριση, δουλειά, δημοφιλία. Ήταν όμως και ταμπέλα. Το κοινό δεν χρειαζόταν πάντα να θυμηθεί το όνομα. Έλεγε «ο Ταμτάκος» και τελείωνε εκεί.

Αυτό συμβαίνει συχνά με τους κωμικούς ηθοποιούς. Η επιτυχία ενός τύπου γίνεται τόσο μεγάλη, ώστε η υπόλοιπη διαδρομή μικραίνει στα μάτια του κοινού. Το θέατρο, οι συνεργασίες, οι άλλοι ρόλοι, η εκπαίδευση, η τεχνική, η προσπάθεια, όλα υποχωρούν πίσω από τη φιγούρα που έμεινε.

Ο Μόσιος πλήρωσε και κέρδισε από τον ίδιο ρόλο. Ο Ταμτάκος τον έκανε λαϊκά αναγνωρίσιμο. Ταυτόχρονα, τον κράτησε για πάντα μέσα σε μια πολύ συγκεκριμένη εικόνα.

Μια εποχή που δεν επιστρέφει ίδια

Ο Ταμτάκος, ο Μιχάλης Μόσιος και η άβολη μνήμη της βιντεοκασέτας

Σήμερα οι βιντεοταινίες εκείνης της περιόδου κυκλοφορούν κυρίως ως cult υλικό, αποσπάσματα στο διαδίκτυο, τηλεοπτικές αναμνήσεις, ατάκες που επανέρχονται με ειρωνεία ή νοσταλγία. Το κοινό που τις έζησε τις βλέπει με άλλη συναισθηματική φόρτιση. Οι νεότεροι τις κοιτούν συχνά σαν παράξενο ντοκουμέντο μιας Ελλάδας πιο θορυβώδους, πιο πρόχειρης, πιο ανοιχτά στερεοτυπικής.

Ο Ταμτάκος ανήκει σε αυτή την ενδιάμεση ζώνη. Δεν είναι απλώς «αγαπημένος χαρακτήρας», ούτε απλώς «προβληματική καρικατούρα». Είναι κομμάτι μιας εποχής όπου η λαϊκή ψυχαγωγία έφτιαχνε γέλιο με υλικά που σήμερα χρειάζονται προσοχή.

Αυτή η διπλή ανάγνωση είναι πιο ενδιαφέρουσα από την εύκολη αγιοποίηση και από την εύκολη απόρριψη.

Πίσω από την τραγιάσκα

Ο Μιχάλης Μόσιος έζησε την τύχη πολλών ηθοποιών που έδωσαν στο κοινό έναν χαρακτήρα πιο δυνατό από τη βιογραφία τους. Ο Ταμτάκος έμεινε. Το πρόσωπο πίσω από αυτόν χρειάζεται κάθε φορά να ξανασυστήνεται.

Ίσως γι’ αυτό η αναφορά στον Μόσιο δεν μπορεί να μείνει μόνο στο «έφυγε ο Ταμτάκος». Γιατί πίσω από την περσόνα υπήρχε ένας ηθοποιός που είχε περάσει από κλασικό ρεπερτόριο, επιθεώρηση, κινηματογράφο, τηλεόραση και βιντεοταινίες. Υπήρχε ένας επαγγελματίας που δούλεψε σε μια βιομηχανία θεάματος πολύ λιγότερο λαμπερή απ’ όσο δείχνει η μεταγενέστερη νοσταλγία.

Ο Ταμτάκος θα μείνει ως εικόνα της βιντεοκασέτας. Ο Μιχάλης Μόσιος αξίζει να θυμάται κανείς ότι υπήρξε και πέρα από αυτήν.

 

Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη

Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.

Viber: +306909196125