Οχι «ένας καπετάνιος», αλλά η Επανάσταση

image 615039
του Νίκου Τζανάκου

«Οταν αποφασήσαμε να κάμομε την Επανάσταση, δεν εσυλογισθήκαμε, ούτε πόσοι είμεθα, ούτε πως δεν έχομε άρματα, ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις, ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε: «Που πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα;», αλλά , ως μία βροχή, έπεσε σε όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας, και όλοι, και οι κληρικοί, και οι προεστοί, και οι καπεταναίοι, και οι πεπαιδευμένοι, και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό και εκάμαμε την Επανάσταση». (Πνύκα 1838)
3 Φεβρουαρίου 1843:
Ο Κολοκοτρώνης παραβρέθηκε στον μεγάλο χορό του παλατιού, όπου παρουσιάσθηκε πολύ ευδιάθετος. Κάποια στιγμή παρακάλεσε τον βασιλιά να διατάξει τους μουσικούς να παίξουν ελληνικούς χορούς.
Τα δημοτικά τραγούδια αντήχησαν στα σαλόνια του παλατιού. Ο Γέρος με ευθυμία προσκαλούσε τις κυρίες των τιμών να χορέψουν μαζί του. Στη χάριν αστεϊσμού παρατήρηση του Αναγνώστη Δεληγιάννη ότι ήπιε λίγο παραπάνω απάντησε ότι ήθελε να γλεντήσει τις τελευταίες του στιγμές….
4 Φεβρουαρίου1843:
Μας ενημερώνει ο τύπος της εποχής: «Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, επιστρέψας από τον βασιλικόν χορόν εις την οικίαν του, αποθνήσκει περί την 4ην πρωϊνήν από κεραυνοβόλον αποπληξίαν, εις ηλικίαν 73 ετών. Κατά την κηδείαν του Γέρου του Μοριά, συνεκεντρώθησαν πέριξ του φερέτρου του, οι επιφανέστεροι εκ των ηρώων του Αγώνος και πολιτικών της εποχής.
Τον επιτάφιον εξεφώνησεν ο ποιητής Παναγιώτης Σούτσος, όστις είπε μεταξύ άλλων :

«Ανήρ μέγας ετελεύτησε και ο προσκληθείς να πλέξη τον επιτάφιον στέφανον αυτού ανάγκη να περιλάβη ολόκληρον τον μεγάλον ελληνικόν αγώνα».

Λίγους μήνες πριν να κλείσει τα μάτια του, το ένστικτό του τον ειδοποίησε πως το τέλος βρισκόταν κοντά. Περιόδευσε σε όλον τον Μοριά. Παντού από όπου περνούσε, φώναζε φίλους και εχθρούς και τους αποχαιρετούσε δίνοντας και παίρνοντας συγχώρεση. Πέρασε ακόμα και από τις Σπέτσες και την Ύδρα και συμφιλιώθηκε με τον Κουντουριώτη….
Συγχώρεσε και αυτόν ακόμη τον Σχινά, τον υπουργό Δικαιοσύνης που πίεζε για την καταδίκη του, την περίοδο της δίκης του. Ολους τους αποχαιρετούσε σαν να επρόκειτο να πραγματοποιήσει ένα μακρινό ταξίδι….
Επιστρέφουμε στην τελευταία ημέρα της ζωής του θρυλικού Γέρου του Μοριά: «Ομως, η φήμη ότι ο Γέρος ήταν άρρωστος διαδόθηκε αστραπιαία σε όλη την πρωτεύουσα. Ανάστατοι οι πολίτες έκλειναν τα καταστήματά τους, άφηναν τις εργασίες τους και έτρεχαν στο σπίτι του. Δεν πίστευαν ότι ο ήρωας των ηρώων της Επανάστασης ήταν δυνατόν να «φύγει» από κοντά τους. Γύρω στις 11.00 το πρωί η καρδιά του Κολοκοτρώνη σταμάτησε να χτυπά.
Του φόρεσαν τη στολή του στρατηγού και τα τσαρούχια του, τον έζωσαν με το σπαθί με το οποίο ξεκίνησε τον Αγώνα, τοποθέτησαν μια τουρκική σημαία στα πόδια του να την πατάει συμβολικά και τον έβαλαν στο φέρετρο. Μέσα σε αυτό τοποθέτησαν επίσης την περικεφαλαία και τη στολή που φορούσε ο Γέρος στα Επτάνησα. Το Συμβούλιο της Επικρατείας διέκοψε την προγραμματισμένη συνεδρίασή του και το σώμα έσπευσε στο σπίτι του νεκρού για να εκφράσει τα συλλυπητήριά του. Το υπουργικό συμβούλιο καθόρισε το πρόγραμμα της κηδείας και διέταξε τριήμερο εθνικό πένθος. Η νεκρώσιμη πομπή διέσχισε τη σημερινή οδό Ερμού, έστριψε στην Αιόλου και έφθασε στην εκκλησία της Αγίας Ειρήνης. Το πλήθος που έσπευσε να αποχαιρετίσει τον Γέρο ήταν τεράστιο. Ολα τα μάτια ήταν βουρκωμένα. Επικήδειο εξεφώνησε και ο εκκλησιαστικός ρήτορας Οικονόμου εξ Οικονόμων. Ο τόσο γνώριμος ήχος των κανονιοβολισμών ήταν το τελευταίο «αντίο» προς τον στρατηγό των Ελλήνων….

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης δεν πέθανε από εχθρικό βόλι σε κάποια απ’ τις τόσες μάχες που έδωσε.
Ούτε στην λαιμητόμο όπου τον είχαν καταδικάσει οι δικαστές της κυβερνήσεως του Κωλέττη, ούτε στο υγρό και σκοτεινό κελί του φρουρίου του Ναυπλίου, όπου πέρασε 6 μήνες φυλακισμένος.
Πέθανε στο σπίτι του στην Αθήνα, ανώδυνα, ειρηνικά και ανεπαίσχυντα
Η τελευταία του κουβέντα ήταν αυτή προς το παιδί του τον Γενναίο:
“σου αφήνω τόσους φίλους, όσα φύλλα έχουν τα κλαριά, και φρόντισε να τους φυλάξεις”.

Πέθανε σε ηλικία 73 ετών, στις 04/02/1843 και “ώρα 11η” πρωινή”.

ΑΘΑΝΑΤΟΣ!!!
Νίκος Τζανάκος
Κάθισε ο γέρος του Μωριά πάνω σ’ ένα κοτρώνι, και αυτά τα λόγια ακούστηκαν από το στόμα του:

«Οταν έμβηκα εις την Τριπολιτσά, με έδειξαν τον Πλάτανο εις το παζάρι όπου εκρέμαγαν τους Ελληνας. Αναστέναξα και είπα: Αϊντε, πόσοι από το σόγι μου και από το έθνος μου εκρεμάσθηκαν εκεί, διέταξα και το έκοψαν».
«O Ιμπραΐμης μου επαράγγειλε μια φορά διατί δεν στέκω να πολεμήσωμεν (κατά μέτωπον). Εγώ του αποκρίθηκα, ας πάρη πεντακόσιους, χίλιους, και παίρνω και εγώ άλλους τόσους, και τότε πολεμούμε, ή αν θέλη ας έλθη και να μονομαχήσωμεν οι δύο. Αυτός δεν με αποκρίθηκε εις κανένα. Και αν ήθελε το δεχθή το έκαμνα με όλην την καρδιάν, διότι έλεγα αν χανόμουν, ας πήγαινα, αν τον χαλούσα, εγλύτωνα το έθνος μου».
«Δώστε τα χέρια,
Ελληνες τώρα αδελφωθείτε
τα μίση λησμονήσετε, όλοι σας ενωθείτε
την ίδια μάνα έχετε, λύση άλλη δεν έχει
βαθιά μέσα στις φλέβες σας το ίδιο αίμα τρέχει».
Να πώς περιγράφει, στο περίφημο, μοναδικό για την εποχή άρα και πολύτιμο για την πόλη μας βιβλίο του, «Αναμνήσεις από το Μοριά» που έγινε μπεστ σέλερ στη Γαλλία με αρκετές επανεκδόσεις, την προσωπική του επαφή με τον Κολοκοτρώνη ο Γάλλος δεκανέας, συγγραφέας και αργότερα ακαδημαϊκός, Ζακ Μανζάρ την παρουσία του Κολοκοτρωνη στην Πάτρα τον Ιανουάριο του 1829. Ο Καποδίστριας είχε στείλει τον Κολοκοτρώνη στην Πάτρα προκειμένου να αντιμετωπιστεί η μάστιγα των ληστειών.
«Αν αι Πάτραι είχαν ένα Γάλλο στρατηγό λιγότερο, μπορούσαν να υπολογίσουν έναν επί πλέον Ελληνα καπετάνιο, τον άλλοτε περίφημο για τις μηχανορραφίες του και για τη δύναμή του. Είχε έρθει ο στρατηγός Κολοκοτρώνης. Στα 1823 είχε προσπαθήσει να καταλαβει την Προεδρία της Ελλάδος, κι είχε μάλιστα κλειστή στο κάστρο του Αναπλιού, δηλώνοντας ότι δε θα παράδινε τα κλειδιά στην Γερουσία παρά μόνον υπό τον όρο να παραδεχθούν το αίτημά του. Παρ’ όλες τις απειλές του ωστόσο, υποτάχθηκε και παρέδωσε τα κλειδιά του φρουρίου στον Πέτρο Μαυρομιχάλη, που είχε εκλεγει Πρόεδρος. Και τότε ανακηρύχθηκε αρχιστράτηγος της Πελοποννήσου.
Οταν τον είδαμε στας Πάτρας, τον ακολούθησαν καμιά δωδεκαριά Ελληνες, οπλισμένοι ως τα δόντια και ντυμένοι αρβανίτικα. Δεν μπορούμε να παραλείψουμε την περιγραφή αυτής της στολής, που είναι κοινή στους Ελληνες και στους εχθρούς των. Εκείνο που κάνει περισσότερο εντύπωση με την πρώτη ματιά είναι ένα είδος μανδύα που κρέμεται από τους ώμους και φτάνει ως τα γόνατα. Αυτή η κάπα είναι από ένα ύφασμα σκούρο, πολύ χοντρό, στολισμένη πολλές φορές με διάφορα σχέδια κόκκινα ή γαλάζια. Κάτω απ’ αυτή την καπότα υπάρχουν δυο σακάκια: Το από πάνω είναι ανοιχτό και φτάνει ως τη ζώνη· το από μέσα είναι θηλυκωμένο στη μέση και πλούσια κεντημένο με χρυσάφι, ασήμι ή μετάξι» […].

Ακολουθήστε το Pelop.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Γράψτε το σχόλιό σας

Παρακολουθήστε τα σχόλια
Να ειδοποιηθώ όταν
guest
0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ


ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ